το όνειρο μιας αιώνιας εφηβείας

 

Ο τολμηρός και ανατρεπτικός κόσμος του Μπορίς Βιαν

 

Κώστας Αθανασίου

 

Σε μερικά βιβλία έχει μείνει στην ιστορία η πρώτη τους φράση· αρκεί να τη διαβάσει κανείς για να καταλάβει αμέσως για ποιο μυθιστόρημα πρόκειται: «Όλες οι ευτυχισμένες οικογένειες μοιάζουν μεταξύ τους. Κάθε δυστυχισμένη οικογένεια, όμως, είναι δυστυχισμένη με τον δικό της τρόπο»· «Όταν ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε ένα πρωί από ανήσυχα όνειρα, βρήκε τον εαυτό του στο κρεβάτι μεταμορφωμένο σε ένα τεράστιο απεχθές ζωύφιο»· «Σύντροφε ανακριτά, σπεύδω πρώτα απ’ όλα να σας εκφράσω την ευγνωμοσύνη μου για το χαρτί, το μελάνι και την πένα που μου στείλατε με τον δεσμοφύλακα».

Αντίθετα, από την πρώτη φορά που, πριν από πολλά πολλά χρόνια, διάβασα τον Αφρό των ημερών, του Μπορίς Βιαν, στο μυαλό μου –και νομίζω και σε άλλων το μυαλό– έχει καρφωθεί το φινάλε, η ακροτελεύτια φράση: όταν το ποντίκι αποφασίζει να αυτοκτονήσει και βάζει το κεφάλι του μέσα στο στόμα του γάτου, αυτός δεν μπορεί να το κάνει, δεν του πάει η ψυχή στα καλά καθούμενα να κλείσει το στόμα και να κόψει το κεφάλι του ποντικού, χρειάζεται κάτι να τον τσιγκλήσει, χρειάζεται ένα «γρήγορο αντανακλαστικό»· όμως, έτσι όπως έχει απλωμένη την ουρά του στη μέση του δρόμου, εμφανίζονται «τραγουδώντας, έντεκα μικρά τυφλά κοριτσάκια του ορφανοτροφείου του Ιουλιανού του Αποστόλου». Θέμα τύχης η ζωή, ρώσικη ρουλέτα με περισσότερες από μία σφαίρες.

 

Μπορίς και Βέρνον

Ο Μπορίς Βιαν γεννήθηκε στη Βιλ ντ’ Αβρέ, στις 10 Μαρτίου 1920. Παρά την κλονισμένη και εξαιρετικά επισφαλή υγεία του, είχε πάντα μια αχαλίνωτη δραστηριότητα. Γράφει μυθιστορήματα (όλα μεταξύ 1946-53), διηγήματα, ποίηση, θεατρικά, λιμπρέτα για όπερα, άρθρα για την τζαζ. Κρατάει μια μόνιμη στήλη στους Μοντέρνους καιρούς, του Σαρτρ, με τίτλο «Τα χρονικά ενός ψεύτη», μεταφράζει, δημοσιογραφεί, παίζει στον κινηματογράφο. Κυρίως όμως παίζει μουσική, τρομπέτα, παίζει την τζαζ που λατρεύει, ενώ γράφει και κοντά στα 500 τραγούδια, λίγα εκ των οποίων θα τραγουδήσει και ο ίδιος.

Ο Αφρός των ημερών γράφτηκε το 1946, μέσα στο κλίμα της μεταπολεμικής ευφορίας, την ίδια χρονιά που ο Βιαν έγραψε με το ψευδώνυμο Βέρνον Σάλλιβαν το Θα φτύσω στους τάφους σας, αυτή τη βίαιη ιστορία φυλετικής εκδίκησης που δημιούργησε ένα από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα στην ιστορία της γαλλικής λογοτεχνίας. Οι δικαστικές περιπέτειες που οδήγησαν τελικά στην καταδίκη του Βιαν δεν τον πτόησαν, καθώς έγραψε άλλους τρεις «Βέρνον Σάλλιβαν» (Όλα τα πτώματα έχουν το ίδιο χρώμα, Και να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους, Αυτές δεν καταλαβαίνουν). Ο Βέρνον Σάλλιβαν πέθανε στα τέλη του 1948, όταν ο Βιαν παραδέχτηκε πως τέτοιο πρόσωπο δεν υπήρχε. Πίσω από το Θα φτύσω στους τάφους σας, ο Αφροαμερικανός συγγραφέας Τζέημς Μπάλντουιν δεν είδε σεξουαλική φαντασίωση αλλά οργή και πόνο, την οργή και τον πόνο που ο Μπορίς Βιαν άκουγε στους μαύρους μουσικούς της τζαζ, για να συμπεράνει τελικά ότι «το κλειδί περιέχεται στο ερώτημα πού έγκειται η δύναμη/εξουσία». Αυτή η απεικόνιση ενός σκληρού ταξικού και φυλετικού μίσους, με το «βαριεστημένο, μισογυνικό χιούμορ» της, πάλι κατά τον Μπάλντουιν, αποτύπωνε από νωρίς νωρίς ένα από τα χαρακτηριστικά που συνόδευαν τον Βιαν σε όλη του τη σύντομη ζωή: την έκκεντρη τόλμη του.

 

Το άνθος που σκοτώνει

Ανάμεσα στα μυθιστορήματά του, Ο αφρός των ημερών (που επανεκδόθηκε από τη Νεφέλη σε νέα μετάφραση της Μαρίνας Λεοντάρη και της Μαρίας Παπαδήμα) κατέχει ιδιαίτερη θέση. Γραμμένο όταν ο Βιαν ήταν 26 ετών, είναι ταυτόχρονα ένας ύμνος στο όνειρο της αιώνιας εφηβείας και ένας θρήνος για την ανέφικτη αιώνια νιότη. Αυτή η ανέμελη νιότη τελειώνει μόλις κυριαρχήσει ο ενήλικος κόσμος της εργασίας, του χρήματος και των προβλημάτων επιβίωσης. Ο «μέσα» κόσμος έχει πιάνα που φτιάχνουν διάφορα κοκτέιλ ανάλογα με τις νότες που παίζονται· ο απειλητικός «έξω» κόσμος «μυρίζει θρησκεία», τα χρέη οδηγούν αμέσως στη φυλακή, στους ανθρώπους «έχουν πει ότι είναι καλό» να δουλεύεις, «γενικά θεωρείται καλό· στην πραγματικότητα, κανείς δεν το πιστεύει», οι εργαζόμενοι απλώς αντικαθίστανται ακαριαία μόλις πέσει η παραγωγικότητά τους, οι αστυνομευτές έχουν όλοι το ίδιο όνομα, τα ολισθήματα τιμωρούνται με ξυλοκόπημα ή «κατάσχεση μετά παραβιάσεως της κατοικίας», όσον αφορά δε τυχόν βοήθεια από τον Θεό ο Ιερωμένος είναι σαφής: «θα ήθελα να σας συμβουλεύσω να απευθυνθείτε στο Θεό, αλλά φοβάμαι ότι για ένα τόσο μικρό ποσό δεν ενδείκνυται να τον ενοχλήσετε».

Ο Μπορίς Βιαν αφήνει ελεύθερη την υπερχειλίζουσα φαντασία του και παραδίδεται σε μια ευφρόσυνη λεξιπλασία και στη γοητεία του παιχνιδιού με τη γλώσσα, με το ύφος, με το περιεχόμενο. Επινοώντας όμως λέξεις επινοεί νέα αντικείμενα και, τελικά, επινοεί έναν καινούριο κόσμο. Έναν κόσμο όπου όλα τα «παράλογα» και «εξωπραγματικά» γεγονότα και αντικείμενα αποκτούν πλήρες νόημα ως ψηφίδες του. Εκεί πατάει το σουρεαλιστικό στοιχείο που διαπερνά το μυθιστόρημα, τα πιανοκτέιλ που φτιάχνουν υπέροχα κοκτέιλ καθώς παίζουν Ντιουκ Έλινγκτον ή τα όπλα που φυτρώνουν σε ειδικά «θερμοκήπια» μόνο με τη βοήθεια της ζεστασιάς του ανθρώπινου σώματος. Βέβαια, σουρεαλιστικά στοιχεία βρίσκουμε παντού στον Μπορίς Βιαν· ας θυμηθούμε μόνο τον σκύλο που μιλάει, στους Κακομούτσουνους.

Έχει γίνει σχεδόν κλισέ η φράση ότι ο Αφρός των ημερών είναι ένα μυθιστόρημα-κόσμος, το μυθιστόρημα μιας τρυφερής ερωτικής ιστορίας, ή καλύτερα ερωτικής τραγωδίας, που η ποίησή της συμπυκνώνεται σε εκείνο το άνθος που σκοτώνει, καθώς φυτρώνει μέσα στο στήθος της αγαπημένης. Όπως λένε οι μεταφράστριες, «το κλειδί του μυθιστορήματος βρίσκεται ακριβώς στον απολύτως επιτυχημένο συνδυασμό του πραγματικού και του φανταστικού». Άλλωστε, όπως λέει και ο ίδιος ο Βιαν στον πρόλογο, «η ιστορία είναι εξ ολοκλήρου αληθινή, γιατί τη φαντάστηκα απ’ άκρη σ’ άκρη».

 

Αμφισβήτηση των πατριωτικών αξιών

Όλος ο τολμηρός και ανατρεπτικός κόσμος του Μπορίς Βιαν θα μπορούσε να συνοψιστεί σε εκείνους τους λίγους στίχους που έγραψε το 1954 και έμειναν στην ιστορία ως σύμβολο αντιπολεμικού τραγουδιού. Ο «Λιποτάκτης», με τις πολλές παραλλαγές στους στίχους του, και άσχετα με το ποια εκδοχή ισχύει για την περίφημη τελευταία στροφή του, η «βίαιη» («Αν με κυνηγήσετε / ειδοποιήστε τους αστυνομικούς σας / θα είμαι οπλισμένος / και ξέρω να πυροβολώ καλά») ή η «ειρηνιστική» («Αν με κυνηγήσετε / ειδοποιήστε τους αστυνομικούς σας / θα είμαι άοπλος / κι άμα θέλουν μπορούν να μου ρίξουν»), δημιούργησε νέο κύμα αντιδράσεων. Πρωτοακούστηκε από τον Μουλουτζί τον Μάιο του 1954, τις μέρες που έπεφτε το Ντιεν Μπιεν Φου και τελείωνε η γαλλική αποικιοκρατία στο Βιετνάμ, ενώ στην Αλγερία έβραζε η κρίση και η αντιαποικιακή επανάσταση κόντευε να ξεσπάσει. Αυτή η αμφισβήτηση των πατριωτικών αξιών, λίγο μετά τον πόλεμο και την εποχή μιας μεγάλης «εθνικής» ήττας της αποικιοκρατικής Γαλλίας, δημιούργησε πολλούς εχθρούς, από πολλές πλευρές και όχι μόνο από τους βετεράνους των παγκοσμίων πολέμων… Μπροστά στη λογοκρισία, ο Μπορίς Βιαν απαντάει πως «ήρωας είναι εκείνος που δέχεται τον θάνατο όταν ξέρει πως θα είναι χρήσιμος για τις αξίες που υπερασπίζεται», για να συνεχίσει υπενθυμίζοντας ότι «ολόκληρη η χώρα έχει ξεσηκωθεί εναντίον του πολέμου στην Ινδοκίνα».

Ο Μπορίς Βιαν πέθανε σε ηλικία 39 ετών, τη στιγμή που έβλεπε την (αποκηρυγμένη από τον ίδιο) ταινία που (δεν) στηρίχτηκε στο Θα φτύσω στους τάφους σας. Υπήρξε ένας πολύπλευρος καλλιτέχνης που δεν χωράει εύκολα σε ετικέτες και ταυτότητες, δεν εντάσσεται εύκολα σε κάποια κατηγορία, ένας καλλιτέχνης που χρησιμοποίησε 27 διαφορετικά ψευδώνυμα και έλεγε ότι «όταν γράφω στ’ αστεία μοιάζω ειλικρινής και όταν γράφω αληθινά νομίζουν ότι κάνω πλάκα». Ένας καλλιτέχνης που κυνήγησε τη ζωή γράφοντας ότι «η αναμονή είναι πρελούδιο σε μινόρε».

 

ΥΓ: Δεν ξέρω αν ένας μεταφραστής δικαιούται να κρίνει δημόσια τη δουλειά συναδέλφων του. Σίγουρα όμως δικαιούται να πει ότι μερικές φορές ζηλεύει, τόσο το βιβλίο που είχαν την τύχη να πιάσουν στα χέρια τους όσο και το αποτέλεσμα.

 

 

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 06 (10.2013)