πώς είναι δυνατόν;

 

Η κατασκευή του άλλου ως αντικείμενο μίσους.1 Δύο εκδοχές ανάγνωσης
με αφορμή τη συμπλήρωση 60 χρόνων από τα Σεπτεμβριανά

Θάλεια Δραγώνα

 

Ο πατέρας μου υπήρξε πρόσφυγας. Ήταν 4 ετών το ’22 όταν με την οικογένειά του εκδιώχθηκαν από τη Σμύρνη. Η τραυματική αυτή εμπειρία της βίαιης εκδίωξης και της επακόλουθης προσφυγιάς σφράγισε την πατρική μου οικογένεια, αλλά και εμένα με πολλαπλούς τρόπους. Ο θρήνος του παππού μου και της γιαγιάς μου δεν κόπασε μέχρι το τέλος του βίου τους. Αναρωτιέμαι αν ανέκτησαν ποτέ τη χαρά της ζωής. Έζησαν με συνεχή αναφορά σε αυτό που χάθηκε, μια καταναγκαστική ενασχόληση που η ψυχανάλυση ονομάζει «τραυματική επανάληψη» και συνδέεται με την ασυνείδητη ελπίδα ότι θα επιτευχθεί η εξάλειψη του πόνου και η λύτρωση από το αρχικό τραύμα.2 Ο πατέρας μου, από τη δική του μεριά, επέλεξε να διαχειριστεί το τραύμα μέσα από τη σιωπή και την απώθηση του τραυματικού βιώματος. Έσπασε τη σιωπή του και έβαλε τις παιδικές του εμπειρίες σε λόγια μόλις λίγους μήνες προτού πεθάνει, με ερέθισμα ένα δικό μου ταξίδι στη Σμύρνη – τη δική του γενέθλια γη. Οι τραυματικές εμπειρίες των γονιών μας μεταφέρονται σε εμάς μέσα από τον ψυχικό μηχανισμό της ταύτισης και της εσωτερίκευσης, και έτσι και εγώ, η τρίτη γενιά πια, εξακολουθώ με έναν δικό μου τρόπο να επεξεργάζομαι αυτό το τραύμα. Ο τρόπος που υιοθέτησα δεν έχει, βεβαίως, σχέση με τον τρόπο που κλήθηκαν να επεξεργαστούν το τραύμα ο παππούς και η γιαγιά και στη συνέχεια η γενιά του πατέρα μου και των αδελφιών του. Δεν είναι όμως τυχαίο το ότι έχω αφιερώσει το μεγαλύτερο μέρος της επιστημονικής μου ζωής (μέσα από την ενασχόλησή μου με τη μουσουλμανική μειονότητα στη Θράκη) στην κατανόηση της διομαδικής σύγκρουσης, στην αποκρυπτογράφηση της διαφορετικής εθνοτικής και θρησκευτικής ταυτότητας και στην αναζήτηση γεφυρών με τον «ανοίκειο» άλλο.

Οι άνθρωποι που έζησαν τα δραματικά γεγονότα των Σεπτεμβριανών το 1950 αναρωτιούνται πώς είναι δυνατόν, ενώ όλοι οι γείτονες Τούρκοι ήξεραν τι θα γίνει, δεν βρέθηκε ούτε ένας να τους πει τι θα γινόταν τη νύκτα 6-7 Σεπτεμβρίου. Μόνο μερικοί τους έλεγαν μισόλογα, του τύπου «σήμερα προσέξτε», ή «φέρετε τις κόρες σας σε εμάς». Αυτό που τους βασανίζει ακόμη περισσότερο ήταν ότι πολλοί καρδιακοί τους φίλοι, ενώ προστάτεψαν τους Έλληνες, ήταν πεπεισμένοι ότι αυτό που έγινε ήταν «για το καλό της Τουρκίας». Πράγματι, πώς είναι δυνατόν; Αυτό το «πώς είναι δυνατόν;» τέθηκε πολλές φορές στην ιστορία όταν επικράτησε το κακό (ίσως με πρωταρχικό το Ολοκαύτωμα) και η ψυχολογία έχει προσπαθήσει να δώσει απαντήσεις, είτε αντλώντας από την κοινωνική ψυχολογία είτε από την ψυχαναλυτική παράδοση. Θα χρησιμοποιήσω ερμηνείες εν μέρει και από τις δύο παραδόσεις. Θα ήταν βεβαίως πολύ παραπλανητικό να υποστηρίξω ότι τα ερμηνευτικά κλειδιά της ψυχολογίας απαντούν με έναν σφαιρικό τρόπο το ερώτημα που μας απασχολεί. Τα ιστορικά φαινόμενα είναι πολύ πολύπλοκα για να ερμηνευτούν μέσα από μια ψυχολογική ανάλυση και μόνο. Ωστόσο η ψυχολογία μπορεί να φωτίσει πλευρές που συνήθως μένουν στο σκοτάδι.

Κομβική έννοια σε μια τέτοια ανάλυση είναι ο «Άλλος», που δεν είναι παρά η αντεστραμμένη εικόνα του εαυτού. Άρα τοποθετούμαστε σε ένα σημαντικό κεφάλαιο της ψυχολογίας που αφορά την ταυτότητα και τις μεταλλάξεις της σε συνθήκες εθνικιστικού παροξυσμού. Η έννοια της ταυτότητας συναρτάται με τη συνειδητοποίηση ότι υπάρχουμε, ότι έχουμε προσωπική ιστορία, μια θέση στον κόσμο, μια συνέχεια και ένα μέλλον που μας ανήκει. Η ταυτότητα επιτρέπει να τοποθετηθούμε απέναντι στους άλλους, να αναγνωρίσουμε όσους μας μοιάζουν και να διαφοροποιηθούμε από τους υπόλοιπους. Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι απλώς «ποιοι είμαστε», αλλά «ποιοι είμαστε σε σχέση με τον άλλον». Στην έννοια της ταυτότητας ενυπάρχει κάτι το παράδοξο: υπονοείται το ίδιο, το ταυτόσημο και παράλληλα το ακριβώς αντίθετο, δηλαδή το ξεχωριστό, το μοναδικό. Το θέμα της ταυτότητας είναι κατεξοχήν θέμα ορίων, τόσο ενδοψυχικών όσο και εξωτερικών, ανάμεσα στο όμοιο και στο διαφορετικό, ανάμεσα στον εαυτό και τους άλλους, ανάμεσα στο οικείο και το ξένο, το γνωστό και το άγνωστο και κατ’ επέκταση απειλητικό. Με αυτή την έννοια της διαλεκτικής του ίδιου και του άλλου είναι αδύνατον να διαχωρίσουμε την ταυτότητα από την ετερότητα. 

Στην ταυτότητα ενυπάρχει μια επιθυμία για συνέχεια. Δηλαδή η επιθυμία να ανήκουμε σε μια οικογενειακή γραμμή, σε μια κουλτούρα, σε ένα έθνος. Αυτή η ανάγκη μπορεί να λειτουργεί σε σχέση με μια ομάδα που έχει πραγματική/υλική υπόσταση, αλλά ακόμη και φαντασιακή. Ας θυμηθούμε το βιβλίο του Benedict Anderson Φαντασιακές Κοινότητες για τον εθνικισμό, όπου περιγράφει το έθνος ως μια βαθιά, οριζόντια αδελφοσύνη της οποίας τα μέλη δεν γνωρίζονται, αλλά, παρ’ όλα αυτά, αισθάνονται ότι συνδέονται μεταξύ τους μέσα από μια συλλογική μοίρα. Τα αντικειμενικά χαρακτηριστικά αυτής της κοινότητας είναι λιγότερο σημαντικά απ’ ό,τι τα φαντασιακά. Είναι αυτή η αδελφοσύνη αλλά και η φαντασιακή της διάσταση, λέει ο Anderson, που κάνει τόσα εκατομμύρια ανθρώπους, εδώ και δυο αιώνες, όχι μόνο να σκοτώνουν αλλά να είναι έτοιμοι και να πεθάνουν.

Η ταυτότητα, λοιπόν, οικοδομείται σε σχέση με το περιβάλλον και τους άλλους, στο πλαίσιο διαφορετικών ομάδων στις οποίες ανήκουμε, μικρές ή μεγαλύτερες, θεσμισμένες ή αυθόρμητες, πραγματικές ή συμβολικές. Βέβαια οι ομάδες στις οποίες ανήκουμε (θρησκεία, κοινωνική τάξη, φυλή, εθνικότητα, φύλο και άλλες μικρότερες, όπως ομάδες πολιτικής ένταξης, επαγγελματικές κ.ο.κ.) δεν είναι αθώες. Σε κάποιες ανήκουμε και από κάποιες αποκλειόμαστε με βάση το συσχετισμό δυνάμεως και κύρους. Γι’ αυτό και υπάρχουν διαφορετικές ταυτοτικές στρατηγικές με τις οποίες υπερασπιζόμαστε την ύπαρξή μας, την κοινωνική μας ορατότητα, την ένταξή μας στην κοινότητα και έτσι πασχίζουμε να δώσουμε αξία στον εαυτό μας και να κατακτήσουμε την προσωπική μας συνοχή. Σε αυτές τις διεργασίες ταυτοποίησης μεγάλο ρόλο παίζουν η κουλτούρα, η χρήση συμβόλων, οι τελετουργίες της μνήμης. Αυτή η διεργασία πολιτισμικής ταύτισης επιτρέπει την καλή λειτουργία του εγώ μέσα από την εγγραφή σε ένα συμβολικό σώμα που φαντάζει αιώνιο, όπως είναι το έθνος, η θρησκευτική κοινότητα, η εθνοτική ομάδα.

Ωστόσο, πάντα ελλοχεύει ο κίνδυνος αυτή η καλή λειτουργία να μετατραπεί σε κακή. Εάν η ταυτότητα συρρικνωθεί σε μια μοναδική υπαγωγή, τότε οι άνθρωποι μπορεί εύκολα να γίνουν προκατειλημμένοι, μονομερείς, δυναστικοί, βίαιοι. Ενδέχεται να αρχίσουν να βλέπουν τον κόσμο μέσα από μια λοξή και παραμορφωτική οπτική γωνία όπου «οι δικοί μας» αντιπαρατίθενται στους «άλλους». Ο εθνικισμός (αλλά και ο ρατσισμός, διότι διαθέτει τους ίδιους υποκείμενους μηχανισμούς) διαθέτει αυτή την κακοήθη δύναμη που οδηγεί τους ανθρώπους στη βίαιη αντιπαράθεση. Πρόκειται για ιδεολογία που καλλιεργεί την ένταξη σε –ή τον αποκλεισμό από– κάποια εθνική ομάδα τροφοδοτώντας καταστροφικά συναισθήματα, καλώντας το υποκείμενο να επιλέξει τους δικούς του και να τους διαχωρίσει από τους εχθρούς. Πρόκειται για στρατηγικές αμφισβήτησης ή διεκδίκησης εξουσίας που μπορούν να πάνε επικίνδυνα μακριά. Ας θυμηθούμε το βιβλίο του Γαλλολιβανέζου Αμίν Μααλούφ Φονικές Ταυτότητες.

Οι Ρωμιοί της Πόλης πίστευαν ότι ήταν οι καρδιακοί τους φίλοι, που, ενώ τους προστάτεψαν, είχαν πειστεί ότι αυτό που έγινε ήταν «για το καλό της Τουρκίας». Ήταν όντως φίλοι. Όπως φίλος του παππού μου στη Σμύρνη ήταν ο αρχηγός της αστυνομίας που τον προστάτεψε και του έδωσε πλαστά έγγραφα ώστε να μπορέσουν να επιβιβαστούν σε ένα ιταλικό καράβι. Γιατί ήταν φίλοι; Διότι η ταυτότητα των ανθρώπων στην Πόλη ή στη Σμύρνη (λόγω του παρελθόντος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας) ήταν σύνθεση πολλαπλών υπαγωγών, όπως συνέβαινε σε όλες τις προ-νεωτερικές κοινωνίες και στις αυτοκρατορίες που από τη φύση τους ήταν πολυπολιτισμικές. Κάποιες ομαδικές υπαγωγές ήταν συνδεδεμένες με κοινή εθνική ιστορία και άλλες όχι, κάποιες με κοινή θρησκευτική παράδοση (τα μιλλέτ) και άλλες όχι, με κοινή γειτονιά, με κοινές παραδόσεις, με κοινό φύλο (γυναικείες παρέες/ανδρικές παρέες) κ.ο.κ. Σε αυτή την κοινωνική οργάνωση υπήρχαν πολλές προσμείξεις, ετερόκλητες επιδράσεις και αντιφατικές επιρροές. Η νεωτερικότητα και ο εθνικισμός ως παράγωγό της είναι που εισάγουν το πρόταγμα της ομοιογένειας, της καθαρότητας, της μοναδικής υπαγωγής που αναπόφευκτα χωρίζει τους ανθρώπους σε «δικούς» και σε «άλλους». Και τότε παύουν να είναι φίλοι ή, και αν ακόμη διατηρούν κάποια φιλικά συναισθήματα, αισθάνονται υποχρεωμένοι να διαλέξουν μία και μοναδική υπαγωγή, και είναι τότε που η «τυφλή» αγάπη για το έθνος υπερτερεί. «Σήμερα είμαι και εγώ Τούρκος», είπε ένας Τούρκος στον γείτονα Ρωμιό για να αιτιολογήσει τις καταστροφές των εκκλησιών κατά τη διάρκεια των Σεπτεμβριανών, με τη βεβαιότητα ότι έτσι εκφράζεται με τον καλύτερο τρόπο η ταύτισή του με την πατρίδα .

Αυτή ήταν, πολύ σχηματικά, μια ερμηνεία που αντλεί από την κοινωνική ψυχολογία. Η ψυχαναλυτική παράδοση από τη δική της πλευρά ερευνά πώς η συλλογική εννοιολόγηση του εαυτού και του άλλου επιδρά σε μια σειρά ψυχολογικούς παράγοντες (όπως είναι το ιδεώδες του εγώ ή οι φαντασιώσεις) και πώς στη συνέχεια αυτοί συμβάλλουν σε καταστροφική συμπεριφορά. Αλλά ακόμη και πώς οι κοινωνικές και πολιτικές, υλικές πραγματικότητες τροφοδοτούν τη ναρκισσιστική ευθραυστότητα και παρακινούν στη βία. Με άλλα λόγια, αυτή η ανάλυση δείχνει πώς οι ψυχικές λειτουργίες είναι τόσο αίτιο όσο και αιτιατό της κοινωνικής, πολιτισμικής και εθνικής σύγκρουσης.

Θεωρητικοί της Σχολής των Αντικειμενοτρόπων Σχέσεων έχουν αναλύσει τους αρχαϊκούς μηχανισμούς που καθορίζουν τον τρόπο με τον οποίο κατασκευάζεται εξελικτικά η αντίληψή μας για τον «άλλον». Η Melanie Klein υποστηρίζει ότι το βρέφος που έχει ακόμη ένα ανοργάνωτο και ανώριμο εγώ δεν μπορεί να φτιάξει σχέσεις με ολόκληρα αντικείμενα, αλλά μόνο με μερικά, και κυρίως με το στήθος της μητέρας, που το βιώνει ως «καλό» όταν του προσφέρεται και ως «κακό» όταν η μητέρα του το στερεί. Ένα μέρος του πρωτόγονου εγώ, το επιθετικό, προβάλλεται στο «κακό» στήθος και ένα άλλο προβάλλεται στο εξιδανικευμένο αντικείμενο, το «καλό στήθος». Έτσι, μέσα από τον αμυντικό μηχανισμό της «σχάσης», το αρχικό αντικείμενο (το στήθος/η μητέρα) βιώνεται σαν χωρισμένο σε δύο μέρη. Το ένα εξιδανικεύεται και το άλλο είναι ο διώκτης του εγώ. Στους πέντε με έξι μήνες η σχάση υποχωρεί, η προβολή επιθετικών ενορμήσεων μειώνεται και το υποκείμενο αρχίζει να προσλαμβάνει το αντικείμενο ως όλον, που μπορεί να περιέχει καλές και κακές πλευρές. Αυτή η εξέλιξη αποτελεί τη βάση ώστε να αναδυθεί ένα υποκείμενο απαρτιωμένο, ένα πλήρες «εγώ» και ένας απαρτιωμένος πλήρης «άλλος».

Ο Bion στη συνέχεια χρησιμοποίησε αυτές τις έννοιες για να ερμηνεύσει συμπεριφορές στο πλαίσιο της ομάδας, υποστηρίζοντας ότι στην επαφή μας με τους άλλους αναβιώνουν αρχαϊκά συναισθήματα και πρώιμες εμπειρίες και τις οποίες τα μέλη της ομάδας καλούνται να διαχειριστούν. Τόσο η Klein όσο και ο Bion χρησιμοποίησαν αυτές τις έννοιες για να εξηγήσουν το μηχανισμό της πρόσληψης του «άλλου» και τα συναισθήματα απέναντί του. Αυτός ο μηχανισμός είναι πολύ πρόσφορος για να εξηγήσει πώς φτιάχνεται η επιθετικότητα και το μίσος στην ψυχική αλλά και στην κοινωνική σφαίρα.

Υπάρχει ένας πιο σύνθετος αρχαϊκός μηχανισμός τον οποίο εισηγήθηκε η Klein, αυτός της προβλητικής ταύτισης και ο οποίος πάει πέρα από το πώς αντιλαμβανόμαστε τους άλλους και το πώς αισθανόμαστε γι’ αυτούς και επεκτείνεται στο πώς τους κάνουμε να αισθάνονται από τη στιγμή που ταυτίζονται με το προβλητικό υλικό που τους απευθύνεται. Ενώ η προβολή είναι σχετικά απλός μηχανισμός μέσα από τον οποίο προβάλλονται στον άλλον τα ανεπιθύμητα συναισθήματα για τον εαυτό μας, με την προβλητική ταύτιση επιτελείται κάτι πολύ πιο πολύπλοκο. Προϋποτίθεται μια βαθιά σχάση μέσα από την οποία το υποκείμενο εκφορτίζει ανυπόφορα μέρη του εαυτού του και με βίαιο τρόπο αναγκάζει τον άλλον να ιδιοποιηθεί αυτό που του προβάλλεται. Πρόκειται για αυτή καθεαυτή την υιοθέτηση της προβολής. Ο μηχανισμός αυτός έχει μελετηθεί ιδιαίτερα για την κατανόηση του μίσους απέναντι στον «άλλον». Η προβλητική ταύτιση είναι για την Klein το αρχέτυπο όλων των βίαιων σχέσεων και ένας εξαιρετικά κρίσιμος αμυντικός μηχανισμός. Ο άλλος καθίσταται δοχείο τοξικών συναισθημάτων και μίσους. Το αντικείμενο της προβολής μεταποιείται σε κατώτερο και απωθητικό, ώστε να νομιμοποιούμαστε να το μισήσουμε και είτε να προβούμε σε διακρίσεις εναντίον του είτε να το καταστρέψουμε ολοσχερώς.

Η προβλητική ταύτιση βρίσκεται στον πυρήνα του εθνικιστικού και ρατσιστικού μίσους και, στο μέτρο που αποτελεί μηχανισμό εκκένωσης συσσωρευμένων συναισθημάτων, καθιστά τη φαντασίωση πραγματικότητα. Ως φαντασιωτική κατηγορία, η ετερότητα που επενδύεται με εθνικιστικό ή ρατσιστικό μίσος μπορεί να αφορά οποιονδήποτε και οτιδήποτε: τους Τούρκους, τους Έλληνες, τους Ιρακινούς (για να θυμηθούμε τον «άξονα του κακού» του Bush του νεότερου), τους Κούρδους, τους Τούτσι της Ρουάντα, τους Αμερικάνους, τους Εβραίους, τους Χριστιανούς ή τους Μουσουλμάνους, τα μνημεία της Παλμύρας, τους gay κ.ο.κ.). Είναι δηλαδή μια κενή κατηγορία. Κατασκευάζεται ένα καταστρεπτικό ψέμα που δηλητηριάζει τον περιβάλλοντα κόσμο και, από τη στιγμή που εγκαθίσταται, ο προβάλλων αισθάνεται μια ασίγαστη ανάγκη να το υπερασπιστεί. Όσο πιο ισχυρό το ψέμα, τόσο περισσότερο το χρειάζεται και απειλείται από οτιδήποτε και οποιονδήποτε του το αμφισβητεί. Και βέβαια μισούμε αποταυτιζόμενοι με το αντικείμενο του μίσους και ταυτιζόμενοι με τους δικούς μας που μας μοιάζουν, με τους οποίους έχουμε κοινά συμφέροντα.

Η ψυχαναλυτική θεωρία μπορεί να εξηγήσει το μέγεθος του πάθους που επενδύεται στον «άλλον». Και αυτό, διότι ασχολείται με το υπερβολικό, το υπέρμετρο, με την επιθυμία γι’ αυτό που είναι πέρα από το πραγματοποιήσιμο, με την ασυνείδητη επιθυμία που είναι συχνά παρακινδυνευμένο να εκφραστεί, όπως μπορεί να είναι ο αφανισμός του άλλου. Το θεωρητικό ερώτημα, ωστόσο, που συχνά τίθεται είναι κατά πόσο νομιμοποιούμαστε να χρησιμοποιήσουμε ερμηνείες που αφορούν τον ατομικό ψυχισμό για να κατανοήσουμε κοινωνικές πρακτικές και διεργασίες. Μπορούμε άραγε να εξηγήσουμε κοινωνικά φαινόμενα με εργαλεία που ερμηνεύουν την ψυχοσυναισθηματική ανάπτυξη του βρέφους, χωρίς να κατηγορηθούμε για αναγωγισμό; Η επιχειρηματολογία που μας επιτρέπει να κάνουμε κάτι τέτοιο είναι ότι η επιστράτευση ιδεολογικών επιχειρημάτων που «νομιμοποιούν» πράξεις βίας, όπως στο φαινόμενο του εθνικισμού, εκφράζει ακριβώς αυτό που η ψυχαναλυτική σκέψη περιγράφει ως ατομικά ασυνείδητα κίνητρα και εσωτερικές κατασκευές που οδηγούν στην επιθετικότητα. Όταν μισούμε, δεν μισούμε ως άτομα στον πρώτο ενικό, μισούμε ως μέλη της ομάδας στην οποία ανήκουμε, στον πρώτο πληθυντικό. Και βέβαια μια άλλη διάσταση που προστατεύει από τον αναγωγισμό είναι η συνεχής υπόμνηση της σημασίας που έχουν οι κοινωνικές συνθήκες και η ιστορική συγκυρία όχι μόνο για την παραγωγή αλλά και την εγκατάσταση διαφορετικών μορφών μίσους. Είναι εδώ που πρέπει να σκεφτούμε την ιστορική συγκυρία των διωγμών και του ξεριζωμού των Ρωμιών από την Πόλη. Η ιστορική συγκυρία, εγκιβωτισμένη μέσα σε μια εθνικιστική ιδεολογία, λειτούργησε ως μοχλός που έθεσε σε λειτουργία τους μηχανισμούς που περιέγραψα.

Συμπερασματικά, προσπάθησα να σας δώσω δύο εκδοχές ανάγνωσης για το πώς δαιμονοποιείται ο «άλλος» σε βαθμό που να μπορούμε να προβούμε στην εξόντωσή του. Κεντρικές έννοιες στην εθνική ή στη θρησκευτική σύγκρουση είναι αυτές της διαφοράς και της ταυτότητας. Είναι σαν να έχουν οι άνθρωποι την υποχρέωση (παρά το ότι πρόκειται για μια υποχρέωση που εκείνοι έχουν θέσει στον εαυτό τους) να αποκαθάρουν τον εαυτό τους, να απαλλαγούν από αρχαϊκές, μη μεταβολισμένες πλευρές τους – πλευρές που δεν τολμούν να παραδεχτούν ότι τους ανήκουν και άρα πρέπει να βρουν στέγη αλλού, ή ακόμη χειρότερα να εναποτεθούν και να βρουν διέξοδο στον κόσμο του πουθενά, του θανάτου του «άλλου». 

«Άλλος» σημαίνει διαφορά. Αλλιώς δεν θα μπορούσε να είναι «άλλος». Αυτή η διαφορά όμως δεν είναι μόνο εκτός. Είναι και στην καρδιά του ασυνειδήτου και είναι συνδεδεμένη με τον «εαυτό». «Άλλος» σημαίνει και φόβο, ακριβώς επειδή είναι «άλλος». Υπάρχει στενή σχέση ανάμεσα στο μίσος και στο φόβο. Η επιθυμία να αφανίσουμε τον «άλλον» ξεκινά από το άγχος του υποκειμένου για τη δική του διάλυση και τον αφανισμό. Αυτός ο φόβος είναι που καθιστά το «άλλον» τόσο απειλητικό. Σύγχρονα ψυχαναλυτικά ρεύματα, που εντάσσουν την ιστορία στην ανάλυση των ψυχικών μηχανισμών και το ψυχικό στην ανάλυση ιστορικών και κοινωνικών φαινομένων, επισημαίνουν ότι σε συνθήκες –συμβολικής ή πραγματικής– βίας, αντί ο εσωτερικός «άλλος» να αποτελεί πηγή παραμυθίας, προσλαμβάνεται ως απειλητικός και δαιμονοποιείται. Και, βεβαίως, τότε είναι που μετατρέπεται σε αντικείμενο επίθεσης. Σταδιακά, κτίζεται μια δηλητηριώδης αίσθηση της ετερότητας και εγκαθίσταται μια εσωτερική ερημία. Το υποκείμενο βυθίζεται στο μίσος για τον «άλλον», στο μίσος για όλο τον κόσμο, στο μίσος για τη διαφορά, στο μίσος για το μίσος, στη βία.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ:

1. Το κείμενο αυτό γράφτηκε για την ημερίδα που έκανε η Οικουμενική Ομοσπονδία Κωνσταντινουπολιτών με αφορμή τα 60 χρόνια των Σεπτεμβριανών και με θέμα Οι ψυχικοί μηχανισμοί δαιμονοποίησης του Άλλου και η καλλιέργεια μίσους κατά εθνοτικών-θρησκευτικών ομάδων, 4 Σεπτεμβρίου 2015.

2. Βλ. το βιβλίο της ψυχαναλύτριας Λίμπυς Τατά-Αρσέλ Με το Διωγμό στην Ψυχή, που πραγματεύεται τη διαχείριση του τραύματος βασισμένο στο προσωπικό βίωμα της συγγραφέως, Κέδρος, 2014.

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 30 (10.2015)