Πονάει το πόδι μου - Ιστορίες εποχής 1976-1996

 

Μιχάλης Αναστασίου

 

Προδημοσίευση από το ανέκδοτο σπονδυλωτό μυθιστόρημα ενός
διακριτικού και ασυμβίβαστου σκηνοθέτη, φωτογράφου, ποιητή και πεζογράφου

 

όταν σκοτεινιάζει

ανάβω όλα τα φώτα της αυλής

παίρνω την μπάλα στα χέρια

 και καλώ τους φίλους μου για έναν ακόμα γύρο

έλα, μέρα είναι ακόμα, δεν νύχτωσε, πού πάτε;

  

Πονάει το πόδι μου. Ο πόνος είναι το αντίτιμο, είναι το νοίκι που πληρώνω σε κάθε μου βήμα, κάθε στιγμή, για να δικαιούμαι να έχω δύο πόδια.

Είναι πρωί.

Κάθε πρωί σηκώνομαι δύσκολα. Δύσκολα όνειρα που πέρασαν τη νύχτα από το κρεβάτι μου με κρατούν κουλουριασμένο, με μασημένα σεντόνια και μαξιλάρια λερωμένα γύρω μου. Οι ξύλινες παντόφλες ριζώνουν στο πάτωμα, αφού τις εκδικούνται οι μικρές στενές τάβλες του για τη συγγένειά τους, για την κοινή τους καταγωγή.

 

η Άννα, ο Νάσος και η Πατησίων – αλλαγή φρουράς

 

Ήταν πρωί.

Το βράδυ που προηγήθηκε, άφησε δώρο στο στρώμα μου την Άννα. Τα λευκά, κεντητά μαντιλάκια στους λεπτούς καρπούς της, που κανείς δεν τα πρόσεξε, έκρυβαν αδέξια μικρές χαρακιές, τους δειλούς μάρτυρες μιας απόπειρας φυγής στη σιωπή. Εγώ, όμως, πρόσεξα πως κοιμόταν δίπλα μου όταν ξύπνησα. Πρόσεξα μάλιστα να μην την ξυπνήσω, βάζοντας σουρντίνα στον πρωινό μου βήχα, καθώς σηκωνόμουν για να κρυφτώ. Φόρεσα τα ίδια ρούχα που φορούσα χθες και τράβηξα μαλακά την εξώπορτα πίσω μου.

Ήμουν εκεί όταν σηκώθηκε γυμνή και πήγε στο μπάνιο, όταν βγήκε από το μπάνιο τρίβοντας τα μάτια της και όταν, καθαρίζοντας τις μελλοντικές της εικόνες, είδε μπροστά της ζωντανή την εικόνα του Νάσου, του Άγιου Νάσου. «Καφέ;» τη ρώτησε με κατανόηση και γνώση και εκείνη έκανε πως δεν ήξερε ότι ήταν και κάποιος άλλος στο σπίτι, εκείνο το σπίτι που την προηγούμενη νύχτα είχε στολίσει με τις κοφτές φωνούλες της.

Ήμουν εκεί γιατί ήξερα. Δεν ήταν η πρώτη φορά που, ξεκινώντας πρωί-πρωί από την Πλατεία Κολιάτσου, θα βρισκόμουν με το ποδήλατο ανάμεσα στα αυτοκίνητα και ο συγκάτοικός μου θα έφτιαχνε καφέ για να ανοίξουν τα αγουροξυπνημένα μάτια μιας Άννας, που χθες είχε ένα άλλο όνομα... 

*

ο Σερέτης, ο Magritte, ο Λεωνίδας, η Καίτη, το Μεταξουργείο, η πεθερά, η Ρέα, ο Vladimir Ilyich, η άλλη πεθερά και ο Παπάρας – η στάση είναι προσωπική

 

«Είναι ελεεινός, ασυνεπής, τεμπέλης και αφιλότιμος. Είκοσι πέντε χρονών ρεμάλι. Θα τον διώξω να πάει στο διάλο». Ήταν τέτοια η αλήθεια της απόφασής του, ώστε πνίγηκε στο βήχα, ένα βήχα που μεθοδικά τον τροφοδοτούσε μια πίπα καπνού, φτιαγμένη από φουρνιστό ρείκι Δανίας, μια πίπα που ήταν όμοια και απαράλλαχτη με εκείνη που δεν ήταν, κατά τα λεγόμενα κάποιου Rene, που είχε ακριβώς την ίδια ηλικία με τον παππού μου. «Ο μπάρμπας σου ο Μπίλλης, που αν και συνομήλικός μου είναι και δικός μου θείος, μου είπε τα καλύτερα για σένα. Αλλά και για το ρεμάλι έτσι δεν νόμιζα; Στο σπίτι μου σχεδόν έχει μεγαλώσει αλλά... τον έφαγε το κόμμα. Όποιος δεν έχει όρεξη για δουλειά, όλο τάχα τον εκμεταλλεύονται, ψάχνει παντού να ανακαλύψει την αδικία και τελικά του τη βρίσκουν οι άλλοι και του τη δίνουν στο πιάτο, έτοιμη. Έτοιμα όλα και γραμμένα, σκονάκι απ’ τους Ρώσους. Να προσέχεις λοιπόν... Καίτη, δέκα ώρες εκείνες οι προφόρμες», στέλνει μια βραχνή φωνή στο ταβάνι, «και συ, ρε παπάρα... θα μου κλείσει η τράπεζα, πού ’ναι τα γαμημένα τα πινάκια;» και επιστρέφοντας από τον Θεό, ψάχνει σε μένα την κατανόηση στο δράμα του «κατάλαβες τώρα;». Ο γιγαντόσωμος άντρας έμεινε να με κοιτάζει, σαν να περίμενε πράγματι μια απάντηση. «Και γιατί τον κρατάτε;» τόλμησα. «Δεν μπορώ, εκείνος με κρατάει... στα χαρτιά, αλλά πού θα πάει.... νά τος ορίστε, καμαρώστε τον το μαλάκα!» μου τον δείχνει που κάθεται δίπλα μας με το ’να πόδι απάνω στο άλλο και παρακολουθεί αμέριμνος την κουβέντα μας, ανακατεύοντας με τ’ καλαμάκι το φραπέ του. «Δεν μπορώ ακόμα», ξαναλέει, «αλλά πού θα πάει...». «Πουθενά δεν θα πάει, δεν πρόκειται να σου κλείσω τα βιβλία για να τη βγάλεις εσύ καθαρή και μετά να με ξαποστείλεις. Εδώ θα κάθομαι, μωρή παρθενοκοκόνα, θα πίνουμε παρέα το καφεδάκι μας και θα θυμόμαστε τις λοβιτούρες σου, εδώ νά», και αλλάζει πόδι. «Και μην μπερδεύεσαι, είμαι μόνο είκοσι τρία, είκοσι χρονάκια μου ρίχνεις φασιστοτσολιά μου, πατέρας μου θα μπορούσες να ήσουνα, φτου-φτου!»

Δώσαμε τα χέρια με τον τσολιά και από μεθαύριο θα μου τα σκοτίζει και με μισθό. Ο Σερέτης, έτσι τον έλεγαν, για τον Λεωνίδα, που έτσι τον έλεγαν. Ο χειμώνας εκείνος δεν είχε βροχές, είχε κρύο.

Κάθε πρωί παίρνω την Πατησίων με το ποδήλατό μου για να βρεθώ στο Μεταξουργείο. Το δένω στο δέντρο. Ο Λεωνίδας μπαίνει στο μαγαζί καβάλα στο δικό του ποδήλατο και τραγουδώντας πάντοτε δημοτικά τραγούδια με αυτοσχέδιους στίχους «ώωωρε γαμήστε μααας!». Η φωνή του γίνεται πιο γενναιόδωρη, αν αντιληφθεί πως υπάρχουν πελάτες στο γραφείο του Σερέτη.

Τα σκαλιά για το πατάρι του λογιστηρίου τρίζουν στο ανέβασμα. Στο κατέβασμα, ώρες μετά, τα αυτιά αρνούνται να ακούσουν. Τα βιβλία Δ΄ κατηγορίας, ΕΠΕ γαρ, μετρούν στις σελίδες τους τις απώλειες: η βοστρυχώδης φοιτητική σταθερά της εποχής έχει μόλις υποστεί τα πρώτα της καίρια πλήγματα· τα χέρια μου συγκεντρώνουν προς απογραφή τις τρίχες της περιορισμένης ευθύνης και στη συνέχεια τις σκορπάνε στις φαγωμένες σανίδες. Ο Παπάρας, που δεν ήταν προσόν –όπως νόμισα– αλλά επώνυμο, Θοδωρής στο μικρό, είναι ο προϊστάμενος, ο άρχων του ημιωρόφου. Οικογενειάρχης και αιώνιος φοιτητής πλειοψηφίας «εμείς οι κομμουνιστές...» «Αλλά και μεις που είμαστε όλοι δεξιοί στην οικογένεια, στο Περιστέρι ψηφίζουμε κουμουνιστή για δήμαρχο, ακόμα και η πεθερά μου!» πετάγεται να συστηθεί η Καίτη, νομίζοντας πως με αυτά που λέει θα γίνει συμπαθής, γιατί νομίζει πως ξέρει.

«Τι θες, μωρή πεθερά σιγανοφαρμασόνα, πρωί-πρωί στο τελέφωνο;» ο Λεωνίδας έσκισε στα δύο μια κλεμμένη βέρα και μοιράστηκε τις λεπτές της φέτες με τη Ρέα σε μια κατάληψη, όταν οι συνταγματάρχες έκαναν ένα από τα τελευταία τους πάρτι. Την παντρεύτηκε ένα χρόνο μετά, στα δεκαεννιά του και πρόλαβε, πριν τον διαγράψουν επειδή φορούσε καμπάνες, να βαφτίσει το γιο του Βλαδίμηρο. Η μωρή-πεθερά, προσφώνηση που ξόρκιζε ρόλους, υπήρχε και μόνο για την απόσβεση των κραδασμών του νεανικού του ατοπήματος. Ο Σερέτης δεν έμαθε ποτέ για τη διαγραφή του Λεωνίδα από το κόμμα, γιατί έτσι θα υπήρχε ο κίνδυνος να τον συμπαθήσει και δεν το αξίζει ο άτιμος, αφού αρνείται πεισματικά δυο χρόνια τώρα να του κλείσει τα βιβλία της παλιάς εταιρείας, ώστε να απαλλαχτεί και αυτός κάποτε από τη νεανική του επιχειρηματική ανορθογραφία.

Στα μέσα του καλοκαιριού έκλεισαν τα βιβλία, αυτά που έπρεπε και εκείνα που δεν. Εγώ και ο Λεωνίδας –εκών και άκων– βρεθήκαμε χωρίς δουλειά. 

*

 η Λίλη, η Λόλα, ο Young, ο Michel, ο πατέρας μου, ο Σπύρος στο τηλέφωνο, ο Κίμωνας, η Δαφνομήλη, ο Μιχαήλ, ο Γαβριήλ, ο Eliot, ο Rilke και ο Pessoa στο τρόλεϊ – έτσι

 

Στο άνοιγμα της πόρτας η Λίλη «καλώς τους!». Κοιταχτήκαμε και η Λόλα μου έκανε νόημα να προχωρήσω. «Can never die» αντιστεκόταν αβοήθητος ο Neil, ξαπλωμένος στο λευκό χαλί δίπλα σε σκόρπια ξενόγλωσσα βιβλία και πλημμύριζε με την αισιοδοξία του το άδειο καθιστικό. Γιατί ήταν άδειο αλήθεια, λες κάποιος να έκλεψε τα έπιπλα, αναρωτήθηκα και αυτομάτως μια μύγα πετάχτηκε απ’ το στόμα μου, διαγράφοντας τέτοια τροχιά που δεν θα άφηνε ασυγκίνητο ακόμα και κάποιον που μισεί τα σκούρα έντομα. «Οι γονείς μου είναι δάσκαλοι στη Λευκάδα αλλά πριν λίγες μέρες, βγήκε η μετάθεσή τους για την Αθήνα. Τα έπιπλα θα έρθουν μαζί τους και αν δουν πως δεν ταιριάζουν στο καινούργιο σπίτι, θα αγοράσουν άλλα. Τα ρούχα σας, αφήστε τα μέσα, πάνω στο διπλό». Η Λόλα έδειχνε να τα έχει ξανακούσει όλα αυτά γιατί προχώρησε στο βάθος πριν η Λίλη ολοκληρώσει τα λόγια της – εγώ την ακολούθησα μετά την τελεία. Μπήκα στον πειρασμό να ανοίξω πόρτες και να βρεθώ αντιμέτωπος με τις ερωτήσεις, που αγωνιωδώς μου απηύθυναν για το μέλλον τους τα άδεια δωμάτια. «Αυτό είναι το πολυθρύλητο φοιτητικό πεντάρι της λεωφόρου Μεσογείων...» ο ψίθυρος της Λόλας ακούμπησε μαλακά στον αριστερό μου ώμο, για να με προϊδεάσει ίσως, πως από δω και στο εξής δεν θα βρεθώ στιγμή μόνος. Όταν επιστρέψαμε γυμνοί, το παιχνίδι φάνηκε αμέσως ότι θα παιχτεί επί ίσοις όροις, γιατί και η Λίλη είχε προλάβει να δώσει το μοναδικό της ρούχο να το μυρίσει κάποιος Foucault, ανοιχτός στη σελίδα 37, που, όπως παρατήρησα δυο μέρες μετά, ήταν ακριβώς στην ηλικία του πατέρα μου, αλλά με πιο προχωρημένες ιδέες και με δίψα για γνώση.

«Τον ξέρω... τριάντα ώρες. Είναι φίλος του Σπύρου και χθες το απόγεμα πέρασαν μαζί από τη φωλιά του λόφου», με σύστησε η Λόλα. «Γουστάρω, του είπα σήμερα στο τηλέφωνο όταν με πήρε στης μάνας μου, λίγο πριν του πει και αυτός...» με δείχνει «... το ίδιο για μένα».

Όταν βλέπω περίπτερο με ελεύθερο τηλέφωνο, σταματάω, σηκώνω το ακουστικό και προσπαθώ να θυμηθώ σε ποιον έχω να τηλεφωνήσω – δεν μπορώ τις ουρές. Ο Σπύρος έχει στο σπίτι του γονείς και έτσι έχει και τηλέφωνο. Το νούμερό του το ξέρω απέξω και αυτό μου δίνει τη δυνατότητα να καπαρώνω πειστικά τον κόκκινο κερματοδέκτη. «Ωραία η Λόλα, ωραία την έκρυβες!» «Τα έχει με έναν Κίμωνα...» η απάντηση «... μαζί έπιασαν αυτή την τρύπα στον Λυκαβηττό, αλλά εκείνος λείπει τώρα στη Νέα Υόρκη· ζευγάρι που μισεί τη λέξη». Ο Κίμωνας, ως όνομα, δεν ενόχλησε καθόλου το αυτί μου, που κόλλησε καλύτερα στο ακουστικό για να μη χάσει τη συνέχεια, «μου είπε πως ήταν στους γονείς της, θα έτρωγε εκεί και θα ανέβαινε κατά τις 4 να ξαπλώσει στο σπιτάκι της Δαφνομήλη, μπας και τα κατάφερνε μετά να διαβάσει και λίγο. Εκεί δεν έχει τηλέφωνο. Πας, χτυπάς... και σου ανοίγει».

Και μου άνοιξε γενικώς, και πολλές φορές μάλιστα, τόσες ώστε να ανοίξει με καμάρι και η λεωφόρος για το φοιτητικό πεντάρι της Λίλης.

Ιδέα δεν είχαν τόσα αυτοκίνητα σε μόνιμη παρέλαση, έξι πατώματα πιο κάτω, για τα χρώματα και τις ευωδιές που η έκσταση ανέδινε στην ευθεία του Θεού, έξι πατώματα πιο πάνω. Οι άνθρωποι, ως γνωστόν, δύσκολα αναγνωρίζουν τη θεία επιμέλεια, αλλά εγώ ήμουν η εξαίρεση. Και πώς να μην είμαι όταν έχω εκατέρωθεν, ξαπλωμένους γυμνούς, τον Αρχάγγελο Μιχαήλ και τον Αρχάγγελο Γαβριήλ, να μου διαβάζουν ξενόγλωσσους ψαλμούς, από τους μελωδούς Thomas Stearns και Rainer Maria, που τους συνάντησαν κάποιο πρωί στο ιντερέιλ. Εγώ, έφτανε απλώς να ρωτήσω κάποια άγνωστη λέξη, και είχα αυτοστιγμεί πάνω μου, πρόθυμα να μου δώσουν όλες τις ερμηνείες, τέσσερα αγγελικά χέρια. Αυτό γινόταν καθ’ εκάστην, μέχρι που εμφανιζόταν το πρώτο πρωινό γρέζι στη φωνή του πικάπ και τότε, σαν με μυστική συμφωνία, αποχωρούσε ο ένας –κάθε φορά διαφορετικός– αρχάγγελος για το διπλό, αφήνοντας τον άλλο να μου δείξει επί τάπητος το όνειρο. Στις δεκαπέντε μέρες που κράτησε αυτή η αρμένικη βίζιτα, χασμουρήθηκα ελάχιστες φορές και τούτο κρυφά... και μόνον όταν οι αρχάγγελοι, εν μέσω ψαλμών, με άφηναν για λίγο στην άκρη και έκαναν μεταξύ τους διαγωνισμό θαυμάτων.

Η Λόλα σφύριξε τη λήξη, ανακοινώνοντάς μας πως αύριο επιστρέφει ο Κίμωνας, έχοντας μάλιστα υπό μάλης τα δικαιώματα τριών ανατρεπτικών βιβλίων, τα οποία θα κυκλοφορήσει το συντομότερο δυνατόν αλλά με εκδοτικό ψευδώνυμο για λόγους ασφαλείας. Η Λίλη ήταν γραφτό να τα λάβει με ταχυδρομείο στο Παρίσι –αφού θα είχε ήδη ξεκινήσει το μεταπτυχιακό της στα Μ.Μ.Ε.–, αγνοώντας ότι την ίδια ακριβώς μέρα, τέσσερα χρόνια μετά, ο Foucault της σελίδας 37 θα κατάφερνε επιτέλους να αποδράσει.

Επανάσταση εισαγωγής –και εξαγωγής– σκεφτόμουν στο τρόλεϊ, επιστρέφοντας στην Πλατεία Κολιάτσου και τότε ο μελωδός Fernando Antonio παρενέβη, εκτός τόπου και χρόνου, ως συνήθως, λέγοντάς μου πως έτσι ήταν πάντα η ζωή μου και έτσι θέλω να μπορεί πάντοτε να ’ναι... 

*

 η Μάρω, ο Νικολαΐδης, η Ισμήνη, ο Λίνος, η Νίνα, ο Δούναβης, η Τιμισοάρα, η Αγγελική, η Κατερίνα, ο Υπαρκτός, ο Νικολάι και ο Παπαστράτος – το βαλς

 

«Έχεις την κίνηση μιας γυναίκας του ’50», της είπα νομίζοντας πως της κάνω κάποιο σπουδαίο κομπλιμέντο. Έτσι νόμισε και η ίδια και, αφού έμαθα πως την έλεγαν Μάρω, κάθισε δίπλα μου στο τραπεζάκι του Οβάλ, της γωνίας Πατησίων και Χάμιλτον. Δεν άργησαν να φανούν και οι υπόλοιποι και να πλακωθούμε στα ανώνυμα κονιακάκια του δίφραγκου. Είχαμε μαζευτεί για να μαζέψουμε τα κουρέλια του Νίκου, που είχε μόλις απλώσει σε μια διπλανή αίθουσα· μια συνάντηση γνωριμίας των ορίων χειμώνα καιρό. Έμεινα τελευταίος μαζί της και δεν χρειάστηκε να συμφωνήσουμε κάτι. Αυτό είχε γίνει –χωρίς να το πούμε– νωρίς το απόγευμα, όταν συναντηθήκαμε κάτω από το ψιλόβροχο που είχε πέσει στα γυαλιά τριών και κάτι βαθμών της φίλης της Ισμήνης από το άδικο φέρσιμο του Λίνου. Ο Λίνος και η Ισμήνη δεν ήρθαν μαζί μας στο σινεμά, άρα αρκέστηκαν στο δικό τους δράμα. Εμείς;

Φύγαμε για τα σπίτια μας και αφού δεν το έφερε η κουβέντα να πούμε πού είναι του καθενός, δεν είχαμε κανένα λόγο να μην περπατήσουμε μαζί προς τα Πατήσια. Τρεις μέρες μετά θα βγαίναμε από την πολυκατοικία μου, υπό το άγρυπνο βλέμμα του θυρωρού μπαρμπα-Γιάννη. Θα περπατούσαμε, αντίστροφα αυτή τη φορά, την Πατησίων, θα στρίβαμε στην Ευπαλίνου και θα πίναμε αμίλητοι το τσάι μας στο καφενεδάκι της Πλατείας Καλλιγά. Όλα λυμένα, θα φαντάστηκε η Νίνα που μας έκοβε από το διπλανό παγκάκι, με βλέμμα ξυράφι τροχισμένο χρόνια δεκάξι. Το άγριο πρόσωπο, τα άλουστα μαλλιά και τα βρόμικα ρούχα της μας ζήτησαν τσιγάρο και τοστ. Το είχε σκάσει από το σπίτι τρεις μέρες τώρα, όταν είδε τον πατέρα της να βοηθάει φιλότιμα στην ενηλικίωσή της τη μικρή της ξαδέλφη· δεν την έδιωξε αυτός αλλά εκείνη.

Χθες αποκοιμήθηκα πάνω στη Μάρω, εξαντλημένος στα μισά από τη διακριτικότητα του πόθου της: εισπνοές και εκπνοές μετρημένες ισομήκεις, δοκιμασμένο instrumental κατευόδιο στα όνειρά μου για μιαν άλλη. Απόψε άλλαξε η σκηνή. Η καλοσύνη μας έστησε ένα ξύλινο ράντσο στο φοιτητικό δωμάτιο και το έβαλε, υποχρεωτικά, σε απόσταση αναπνοής από τις ανάσες μας. Η Νίνα είπε «δεν πειράζει». Ο ήχος από σώματα και σουμιέ έσβησε το χρόνο και έσπρωξε σε δεύτερο πλάνο το δεύτερο πρόγραμμα που έπαιζε το ράδιο. Η Νίνα καθιστή στο καραβόπανο δεν ζήτησε ούτε τσιγάρο ούτε τοστ. Τα μάτια της πελώρια, τα χείλη της μισάνοιχτα, ξερά. «Τον θες;» τη ρώτησε η Μάρω και εκείνη είπε πως έχει αίμα. Τράβηξε μέσα από τα πόδια της ένα στενόμακρο πετσετάκι, βαμμένο σκούρο κόκκινο και της το έδειξε. «Δεν μας πειράζει», είπε η Μάρω και με έσπρωξε στο μέρος της.

Η όψη της Νίνας όταν βρέθηκε στην αγκαλιά μου ήταν γεμάτη ευγνωμοσύνη για τη Μάρω, που είχε γυρίσει πλάτη, για να πάρει έτσι τα πρώτα της, ίσως, μαθήματα ωδικής. Η όψη της Νίνας με την πλάτη της Μάρως μπερδεύονται με τα κύματα του Δουνάβεως, τώρα –Δεκέμβρη μήνα– που έχω κολλήσει με τρόμο τη μούρη μου στο τζάμι του τρένου της τρίτης θέσης από την Τιμισοάρα στο Βουκουρέστι. «Φωτόγκραφερ μπλουμ!» ο μεθυσμένος Ρουμάνος φαντάρος μου έταζε –χασκογελώντας και φτύνοντας– ένα δροσερό βαλσάκι στα φημισμένα νερά, αφού τα ’κανα μούσκεμα με τις δυο Γερμανίδες τουρίστριες του διπλανού βαγονιού, που μου υπέδειξε και δεν κατάφερα με τα αγγλικά μου να τις πείσω να σκύψουν together κάτω από τη χλαίνη του. Ευτυχώς που οι μεθυσμένοι δεν κρατούν τις υποσχέσεις τους. Η Μάρω όμως δεν είχε πιει γουλιά όταν μου ανακοίνωσε πως θα πιάσει σπίτι με τη Νίνα. «Είμαι τρία χρόνια μεγαλύτερη και θα την έχω σαν παιδί μου», είπε, για να αποφύγω κάθε μιαρή σκέψη, άρα και σχόλιο.

«Η Τιμισοάρα είναι πανέμορφη και φτηνή, άλλωστε θα μας φιλοξενήσει η φίλη μου η Αγγελική που σπουδάζει εκεί Ιατρική», ήταν τα λόγια που θα άκουγα τέσσερις ώρες μετά, στα σκαλιά της σχολής, από το στόμα της Ισμήνης. «Ο Λίνος, άλλωστε, το έριξε στα... άλογα», συμπλήρωσε ανάβοντας πράσινο, «και εδώ και δυο μέρες είναι με την Κατερίνα». Έτσι βρεθήκαμε μαζί με μερικούς άλλους άσχετους να ταξιδεύουμε για τη Ρουμανία, με ένα σχεδόν άδειο πούλμαν της Σεχίδης Τουρς. Είχε ο καθένας μας στη διάθεσή του από επτά καθίσματα, κατά μέσον όρο, αλλά εγώ και η Ισμήνη δεν κάναμε χρήση του δικαιώματός μας. Έτσι, καταφέραμε να χωρίσουμε πριν τα φτιάξουμε, αφού η φλόγα του έρωτά μας έσβησε με το πρώτο αεράκι από ένα ανοιχτό παράθυρο, καμιά διακοσαριά χιλιόμετρα μακριά από την Πατησίων.

Οι χωρισμένοι αποφάσισαν να συνεχίσουν μαζί το ταξίδι, καταπώς το είχαν αρχικά σχεδιάσει, μέχρι να εξαντληθεί το φοιτητικό τους χαρτζιλίκι. Θα αρκούσε, δυο μέρες αργότερα, ένα γελοίο συμβάν για να χωρίσουν οι δρόμοι τους:

Είχα διασταυρωθεί μόλις με μία καθ’ όλα υπαρκτή ομάδα φρουρών του σοσιαλισμού, που διέσχιζε τη μικρή πλατεία με βήμα ηχηρά σίγουρο για το δίκιο του αφέντη της, όταν ακούστηκε η φωνή μιας λιγότερο αθλητικής αλλά περισσότερο θηλυκής –όπως θα διαπίστωνα δευτερόλεπτα μετά– Νάντιας: «ούνα πόζα, ούνα πόζα!». Ανέβασα τη ματιά μου στο μπαλκόνι του δευτέρου για να αντιμετωπίσω το νόημα που –είχε και– μου έκανε το χαμόγελό της προς το παράθυρο του απέναντι ερειπωμένου κτιρίου: τρεις φαντάροι με την όψη της απόλυτης εξαθλίωσης, μου πόζαραν στημένοι με σειρά θάρρους. Σήκωσα το φακό μου να καδράρω και σχεδόν ταυτόχρονα ένιωσα στον ώμο μου το βάρος της λέξης «πολιτσία», που ακολουθούσε. Πάτησα βιαστικά το κουμπί και αμέσως μετά έστρεψα προς το μέρος της απειλής. Το εικοσάχρονο αγόρι που έστεκε απέναντί μου, με κανέναν τρόπο δεν ήταν σε θέση να υποστηρίξει τη φωνή του. Με έπιασε από το μπράτσο και από τα λόγια του, σε μια γλώσσα που παντελώς αγνοούσα, κατάλαβα ακριβώς –και τι, και– πόσο δεν το εννοούσε. Τον ακολούθησα, όμως, αδιαμαρτύρητα, γιατί πρόλαβα να σκεφτώ πως εδώ και χρόνια ερήμην και των δυο μας κρίθηκε το γιατί εγώ είμαι στη θέση που είμαι και εκείνος στη θέση που είναι. Με οδήγησε στον Οργανισμό Τηλεπικοινωνιών, μερικά τετράγωνα πιο κάτω, για να καλέσει περιπολικό. Είκοσι λεπτά προσπαθούσε, αφενός, να βρει επαφή με την υπηρεσία του και, αφετέρου, να μη με χάσει από δίπλα του. Όταν έχασε την υπομονή του, με φόρτωσε στο τραμ-βάι. Το πράγμα γινόταν όλο και πιο γελοίο και, ως εκ τούτου, επικίνδυνο. Εκεί βρήκε χώρο να ξεπηδήσει από το φόβο η ειρωνεία: πλησίασα τον εισπράκτορα και επιχείρησα να βγάλω εισιτήριο, αλλά ο ένστολος συνομήλικός μου με απέτρεψε με μια κίνηση αβρότητας.

«Ααα... Παπαστράτος!» ήταν η αντίδραση του διευθυντή της Αστυνομίας, όταν του είπα πως είμαι Έλληνας. Τα όρια στην επικοινωνία μας τα έβαλε ένα βιβλιαράκι με ελληνορουμανικούς διαλόγους που είχα μαζί μου και που δυστυχώς στο πίσω μέρος του είχα επιχειρήσει χαρτογράφηση της πόλης, γεγονός που εδραίωνε την υποψία του πως έχει να κάνει με έναν πράκτορα του ιμπεριαλισμού. Ακολούθησε αναμέτρηση με ανταλλαγή βλεμμάτων, εξίσου υποκριτικών: υπόσχεσης δικαιοσύνης και, άρα, επιβολής δίκαιης τιμωρίας από την απέναντι μεριά και εμπιστοσύνης για την αναγνώριση της αθωότητας από τη δική μου. Η ανάκριση κράτησε όλη τη μέρα, με μικρά διαλείμματα κατά τα οποία θα είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω σύντομες δίκες, όπου μπορεί μεν να μην κατανοούσα το κατηγορητήριο, αλλά από τα πρόσωπα των κατηγορουμένων γινόταν σαφές ότι η –με συνοπτικές διαδικασίες– απόφαση ήταν πάντοτε καταδικαστική. Αναπόδραστα μου ξέφυγε ένα χαμόγελο, αφιερωμένο εξαιρετικά, σε ένα κομμάτι –εσωτερικής αφετηρίας και μέριμνας– της ελληνικής Αριστεράς, για τη συμπάθεια που έτρεφε στο καθεστώς Νικολάι.

Αργά το βράδυ βρέθηκα ελεύθερος και με ένα πακέτο γλυκά στα χέρια· ελεύθερος να φοβάμαι ότι η ανάκριση θα έδινε τη θέση της στην παρακολούθηση. Ο φόβος μου δικαιώθηκε λίγη ώρα αργότερα, όταν έστησα το τριπόδι μου σε μια γέφυρα για να φωτογραφίσω τα ασημένια στο φεγγαρόφωτο νερά του ποταμού Μπέγκα, υποστηρίζοντας –με δόση αφέλειας, το ομολογώ– το αποκλειστικά φυσιολατρικό μου ενδιαφέρον. Τότε απέναντι, σε ένα πλάτωμα, σταμάτησε ένα αυτοκίνητο με σβηστά φώτα και από μέσα πετάχτηκε μια κοντόχοντρη αντρική φιγούρα που με σβέλτη κουρδιστή κίνηση των χεριών, μου έστελνε εγκάρδιο χαιρετισμό. Το όνομά μου σε διπλή επανάληψη από το στόμα του διευθυντή της Αστυνομίας, ακούστηκε σαν παραφωνία στη ρουμάνικη νύχτα. Ανταπέδωσα το χαιρετισμό, μια πράξη παραφωνίας στο δικό μου κόσμο, θα σκεφτόμουν δύο ώρες αργότερα όταν διέσχιζα το πάρκο. Αλλά και εκεί, ανάμεσα στις σκιές των δέντρων, η γελοιότητα θα έβρισκε τη συνέχειά της: ένας μεθυσμένος που με ακολουθούσε, μου ζητούσε επίμονα εξηγήσεις, σαν να τα πίναμε μαζί πριν από λίγο και είχα εγκαταλείψει αναίτια την παρέα του. Η απάντησή μου «σιντ γκρεκ... ιέου σιντ γκρεκ» που άλλαζε διαρκώς τόνο, σε μια προσπάθεια να γίνει πειστική, δεν έδειχνε να τον συγκινεί. Συνέχιζε το ίδιο τροπάρι μέχρι που πήρα ανάποδες στροφές και του επιτέθηκα με ουρλιαχτά και ελληνικές φιλοφρονήσεις. Άρχισα να τον κυνηγάω ανάμεσα στα δέντρα και ευτυχώς που ήταν κτήνος και όχι σκύλος γιατί θα μύριζε το φόβο μου· έτσι εκείνος ξέφυγε και εγώ γλίτωσα. Φτάνοντας αφυδατωμένος στο ξενοδοχείο ζήτησα νερό στη ρεσεψιόν και μου είπαν πως τέτοια ώρα δεν σερβίρουν αλλά πως υπάρχει μια αντλία του δήμου στην άλλη άκρη της πόλης. Ξέσπασα σε ένα δυνατό γέλιο, που δεν έδειξε να ξαφνιάζει κανέναν, μιας και κανένα βλέμμα δεν μου ζήτησε την παραμικρή εξήγηση. Το μόνο που ήθελα και μπορούσα τώρα, ήταν να ξεραθώ στο κρεβάτι μου. Όταν, όμως, μπήκα στο δωμάτιο, το βρήκα άνω-κάτω. Τα πράγματα από το σάκο μου, σκορπισμένα εδώ και εκεί, συνέθεταν ένα ντεκόρ φροντισμένο με το γούστο των αρχών. Δεν θα αργούσα να διαπιστώσω ότι έλειπαν τα τραβηγμένα φιλμ και οι δυο κούτες Παπαστράτος, προορισμένο πεσκέσι για κάτι φοιτητές που έμεναν στο Βουκουρέστι και που θα τους συναντούσα εκεί, αν τα κατάφερνα ποτέ να φτάσω. Όταν βρήκα το κουράγιο να ανοίξω το δώρο του διευθυντή της Αστυνομίας, διαπίστωσα πως αντί για σοκολατάκια που έδειχνε απέξω το κουτί, περιείχε τα εμφανισμένα νεγκατίφ μου, απαλλαγμένα από μερικά ενοχλητικά καρέ. Σοφή η χώρα, γέλασα, που ξεπαστρεύει καθημερινά και με συνοπτικές διαδικασίες τους δικούς της ήρωες, τοποθετώντας στη θέση τους και παίρνοντας στα σοβαρά –αναδεικνύοντάς τα– τυχαία υποκείμενα, που τυχαία βρέθηκαν μπροστά της, αφού έφτασαν μέχρις εκεί ως συνοδοί ή επίδοξοι εραστές!

Το πρωί στο σταθμό, το μεγάλο ρολόι έδειχνε έξι παρά δέκα. Σε δύο λεπτά, σύμφωνα με το πρόγραμμα της 16ης Δεκεμβρίου, έφευγαν δύο διαφορετικές αμαξοστοιχίες, η μία για Βουκουρέστι και η άλλη για Κλουζ-Ναπόκα. Μη μπορώντας να συνεννοηθώ με το σταθμάρχη, το έπαιξα κορόνα-γράμματα. Από καθαρή τύχη μπήκα στο σωστό τρένο και όχι στο λάθος, που έφευγε την ίδια ακριβώς ώρα και που θα με πήγαινε γραμμή στους ήρωες του Μπραμ Στόκερ. Αντίθετα, την ίδια ακριβώς μέρα, δέκα χρόνια αργότερα, οι ντόπιοι ήταν σίγουροι για την επιλογή τους και έτσι επιχείρησαν πρώτοι εκείνοι το ξήλωμα του γελοίου Τσαουσέσκου, θεωρώντας πως δεν υπήρχε περίπτωση να τον διαδεχτεί ένα πλήθος μασκαρεμένων ομοίων του, που θα συνέχιζαν επαξίως το έργο του.

Πέντε-έξι μήνες μετά, θα μάθαινα τα νέα της Ισμήνης από την Κατερίνα, που στο μεταξύ –προβάροντας το δρόμο για το σπίτι μου­– είχε εγκαταλείψει τον Λίνο: ξέμεινε, λέει, στη Ρουμανία, αφού καψουρεύτηκε ένα λαθρέμπορο διαμαντιών. 

 

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 07 (11.2013)