όταν ήμουνα στο πανεπιστήμιο στο Ηράκλειο

 

Στέλιος Παπαγρηγορίου

 

Όταν ήμουνα στο πανεπιστήμιο στο Ηράκλειο, εγώ και κάποιοι φίλοι είπαμε να πάμε σ’ ένα μπαρ στο κέντρο να πιούμε κάνα ξίδι. Είχαμε μαζί μας κάτι μπισκότα γεμισμένα με χόρτο. Τα είχε φτιάξει η γκόμενα του Μάκη και μας τα είχε δώσει. Τα μπισκότα είχανε και κάτι γκρίζες βούλες πάνω τους, κι όταν ρώτησα τον Μάκη τι είναι, ρε μαλάκα, αυτές οι γκρίζες βούλες, μου είπε πως ήτανε λίγο ηρωίνη ανακατεμένη μέσα στο χόρτο και τη σοκολάτα. Στην αρχή ήτανε πολύ βαρύ πράμα όταν το έτρωγες, αλλά μετά από λίγο χαλάρωνες και σ’ έφτιαχνε, μπορούσες να χορέψεις και να πιεις και να περάσεις καλά όπου κι όποτε ήθελες. Οι φίλοι μου μού λέγανε πως ήτανε τρομερό που θα τρώγαμε μπισκότα με χόρτο κι ηρωίνη, κι όλοι ήτανε τρομοκρατημένοι κι ενθουσιασμένοι συγχρόνως. Φυσικά τότε κανείς δεν ήξερε πόσο γαμάτη (για τον πούτσο) μπορούσε να είναι (γίνει) η ηρωίνη. Όλοι φάγαμε από ένα μπισκότο κι ο φίλος μας ο Πασχάλης που μόλις είχε χλαπακιάσει επιπλέον κάτι παϊδάκια και κάτι μπριτζόλες και κάτι άλλα φαγητά που μας έμοιαζαν εκείνη τη στιγμή αηδιαστικά κι εξωγήινα, είπε να πάρει επιπλέον κι ένα Ε γιατί το είχε μέσα στην τσέπη του ξεχασμένο και δεν ήξερε τι να το κάνει κι αγχώθηκε, κι έτσι το πήρε κι αυτό. Μετά από λίγο ο Πασχάλης είπε πως τον πονούσε το στομάχι του. Άρχισε να ασπρίζει. Μετά από λίγο άρχιζε να πρασινίζει. Κανείς δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία, μιας κι όλοι ήμασταν ενθουσιασμένοι από τα μπισκότα. Ο Πασχάλης έχει αστεία φάτσα κι έχει κι ένα πολύ αστείο στόμα, που σχεδόν πάντα κάνει ένα μορφασμό κι όλοι τον περνάνε για λίγο καθυστερημένο αλλά φυσικά δεν είναι. Αυτή τη φορά όμως το στόμα του είχε γίνει τεράστιο σαν φούρνος. Δεν μπορούσε να το κλείσει με τίποτα. Ήμασταν μέσα στο μπαρ και πίναμε τα ξίδια μας κι ο Πασχάλης άρχισε να ξερνάει κάτω από ένα τραπέζι. Τα αχώνευτα κομμάτια από τα παϊδάκια κι από τις μπριτζόλες σκάγανε στο πάτωμα με αηδιαστικό θόρυβο. Φυσικά θέλαμε αμέσως να την κάνουμε από εκεί μέσα, αλλά είπαμε να μείνουμε για να μην τραβήξουμε την προσοχή όλου του μπαρ και στο τέλος μας βάλουν να καθαρίζουμε τον εμετό του Πασχάλη. Ήταν ο φίλος μας όμως. Ο Πασχάλης σχεδόν είχε πέσει στο πάτωμα κι έβγαζε κάτι περίεργους ήχους. Ο Πασχάλης έβαλε σαν στρουθοκάμηλος το κεφάλι του κάτω από το τραπέζι κι άρχισε να βγάζει έναν ήχο σαν να προσπαθούσε να μιλήσει με το χέρι μέσα στο στόμα του.

«Ρε μαλάκα Πασχάλη, είσαι καλά;» ρώτησα.

«ΝΑΙΗΑΘΝΑΑΑΑΑΑΙΘΝΑΙΑΙ» είπε ο Πασχάλης.

«Ρε μαλάκα, σίγουρα είσαι καλά;» είπε ο Μάκης.

«ΝΑΑΑΑΑΙΘΙΙΙΙΝΑΑΑΙ», είπε ο Πασχάλης.

«Πασχάλη σήκω, ο κόσμος μάς κοιτάζει», είπε η γκόμενα του Μάκη.

Ο Πασχάλης σηκώθηκε και το στόμα του ήταν ορθάνοιχτο και τεράστιο σαν να ήταν έτοιμος να πάει στον οδοντίατρο και να βάλει ο οδοντίατρος μέσα τη χερούκλα του. Στην αρχή νόμιζα πως γέλαγε αλλά δεν γέλαγε.

«Πασχάλη, τι κάνεις;» ρώτησα.

«ΝΑΙΙΝΝΑΙΙΘΘ», είπε ο Πασχάλης χωρίς να κλείσει το στόμα του, δείχνοντας το σαγόνι του.

«Σκατά», είπε ο Μάκης κι όλοι κλάσαμε στα γέλια.

Πριν, όταν ο Πασχάλης ήταν κάτω από το τραπέζι και ξερνούσε, το στόμα του κόλλησε από τη δύναμη του σαγονιού να ανοίξει το στόμα και δεν μπορούσε πλέον να το κλείσει. Το θέμα ήταν πως το στόμα του άρχιζε να μοιάζει απόλυτα εξωπραγματικό, κάτι παραπάνω από έναν απλό μορφασμό βλακείας. Ο Πασχάλης δεν μπορούσε πλέον να μιλήσει αλλά μόνο να βογκήξει. Ο ήχος που έβγαινε από το στόμα του Πασχάλη ήταν κάτι το τρομερό κι όλοι προσπαθούσαμε να τον ενθαρρύνουμε να μη μιλάει γιατί όλος ο κόσμος μάς κοιτούσε και θα περνούσαμε σκατά τη βραδιά μας. Για να καταλάβετε τι εννοώ, προσπαθήστε να πείτε μ’ ανοιχτό το στόμα, χωρίς να το κλείνετε και χωρίς να ακουμπάει η γλώσσα στο ουρανίσκο σας, «Η ΖΩΗ ΕΙΝΑΙ ΠΑΡΑΞΕΝΗ ΚΑΙ ΠΑΙΧΝΙΔΙΑΡΑ». Είναι γάμησέ τα, έτσι; Είναι σαν κάτι να μην πηγαίνει καθόλου καλά με την πάρτη σου. Έτσι μιλούσε ο Πασχάλης όλη τη νύχτα, και με το στόμα επιπλέον ανοιχτό σαν τέρας. Σ’ αυτή τη φάση όλοι είχαμε αρχίσει να αισθανόμαστε καλά με τα μπισκότα και το ίδιο κι ο Πασχάλης που συνέχεια του γυρνούσανε τα μάτια ανάποδα και προσπαθούσε να βγάλει ήχους από το στόμα για να μπει στην κουβέντα μας. Αυτό ήταν το πλέον λάθος ηχητικό τοπίο για μια όμορφη νύχτα στο Ηράκλειο.

«Πρέπει να πας στο νοσοκομείο», είπε ο Μάκης στον Πασχάλη.

Ο Πασχάλης κούνησε το κεφάλι του με το στόμα ορθάνοιχτο.

«Πρέπει να καλέσουμε ασθενοφόρο», είπε η γκόμενα του Μάκη.

Ο Πασχάλης έκανε κάτι με τα μάτια του κι άνοιξε το στόμα του τόσο πολύ που νομίζαμε πως θα σκιστεί το πρόσωπό του. Πραγματικά μπορούσα να χώσω το κεφάλι μου μέσα στο στόμα του. Κάπου εκεί μέσα διέκρινα κι ένα πονηρό χαμόγελο. Είχα την υποψία πως ο Πασχάλης δεν ήθελε να πάει στο νοσοκομείο και την κατάβρισκε με την όλη κατάστασή του.

«Καλά, γάμησέ το, δεν θέλει να πάει, ας πάμε πουθενά αλλού», είπα.

Περπατούσαμε την Καλοκαιρινού, κι ο Πασχάλης έτριβε το σώμα του με τα χέρια του, έβγαζε κάτι τρομακτικούς ήχους κι έκανε headbanging μ’ ανοιχτό το στόμα και σάλια τρέχανε στο πεζοδρόμιο και στα ρούχα του. Η όλη φάση άρχιζε να γίνεται κάπως σεξουαλική και κάπως ανωμαλιάρικη, γι’ αυτό κι άρχισε να μας ενοχλεί σοβαρά το όλο σκηνικό του Πασχάλη. Μπήκαμε σ’ ένα άλλο μαγαζί κι όλοι γύρισαν αυτόματα και κοιτούσαν τον Πασχάλη, ο οποίος κουνούσε το κεφάλι του στο ρυθμό της μουσικής και με το στόμα ορθάνοιχτο σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ο Πασχάλης πήγαινε και ρωτούσε διάφορους εάν ήθελαν να παίξουν μπιλιάρδο. Το θέμα όμως ήταν πως δεν τους ρωτούσε τίποτα μιας κι έβγαζε μόνο κάτι τρομακτικούς ήχους αρκούδας από το στόμα και πιθανότατα όλοι νόμιζαν πως ήθελε να τους δαγκώσει. Σε μια φάση ο Πασχάλης άρπαξε μία χαρτοπετσέτα κι ένα στιλό κι έγραψε «είμαι γαμώ, δεν με νοιάζει για το στόμα μου». Όσο περήφανος και να ήμουν για τον Πασχάλη και για την τόσο στ’ αρχίδια του συμπεριφορά, το φτιάξιμό μου είχε χαθεί και την έκανα για το σπίτι. Την άλλη μέρα ο Πασχάλης ήρθε στο σπίτι μου και μου είπε πως έμεινε άλλη μία ώρα χτες τη νύχτα και πως ήθελε να καπνίσει λίγο χόρτο, αλλά δεν μπορούσε μιας και κανείς δεν του έδινε γιατί όλοι τον φοβόνταν έτσι που ήταν με το στόμα ανοιχτό, τελικά όμως μια κοπέλα τον κέρασε λίγο χόρτο από ένα bong και ο Πασχάλης έχωσε όλο το bong μέσα στο στόμα του για να καπνίσει, αλλά τελικά δεν τα πολυκατάφερε να καπνίσει τίποτα. Τον ρώτησα γιατί κανένας δεν του φύσηξε τον καπνό μέσα στο στόμα. Μου είπε πως δεν το είχε σκεφτεί. Μου είπε επίσης πως το πρωί όταν ξύπνησε, το στόμα του ήταν ακόμη κλειδωμένο κι ανοιχτό. Καβάλησε το σκουτεράκι του (σας είπα πως ο Πασχάλης οδηγάει σκουτεράκι;) και πήγε στο νοσοκομείο με το στόμα ανοιχτό. Μου είπε πως όλοι οι οδηγοί στο δρόμο είχαν φρικάρει και πως έφαγε πολλά ζουζούνια και μύγες με το στόμα ανοιχτό. Στο νοσοκομείο, οι γιατροί τού έκαναν μία χαλαρωτική ένεση και το στόμα του έκλεισε. Όταν όμως πήγε πάλι σπίτι, το στόμα του ξανάνοιξε σαν ελατήριο, κι ο Πασχάλης ξαναπήγε στο νοσοκομείο, ξαναφρίκαρε πολύ κόσμο στο δρόμο και ξανάφαγε ένα κιλό μαμούνια. Στο τέλος, οι γιατροί τού έδεσαν το κεφάλι με έναν επίδεσμο για να μην ξανανοίξει το σαγόνι του.

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 07 (11.2013)