αντι-τσιγγανισμός και η συνηγορία των παιδιών

 

Ο φαύλος κύκλος του αποκλεισμού των Ρομά συνεχίζεται

 

Σεβαστή Τρουμπέτα

 

Εν αρχή ην η φαντασμαγορία

Η μικρή Μαρία στον συνοικισμό των Φαρσάλων· ο ξανθός άγγελος ανάμεσα στους μαύρους Τσιγγάνους. Κοιτάζοντας τη δημοσιευμένη φωτογραφία, οι πρώτες σκέψεις μου πήγαν στην παιδική μου φίλη από την Αγία Βαρβάρα, την Ελένη με τα γαλανά μάτια και τα ξανθά μαλλιά. Αν ήταν σήμερα παιδί, ίσως οι γονείς της να απειλούνταν με σύλληψη. Πόσες οικογένειες Ρομά θα αγωνιούν εάν τα παιδιά τους τυχαίνει να είναι ξανθά ή περισσότερο ανοιχτόχρωμα από τους ίδιους, και πόσοι γονείς, που δεν είναι Ρομά, δεν θα βρεθούν –ευτυχώς– στην ίδια θέση, ακόμα και αν η εξωτερική διαφορά με τα παιδιά τους είναι κατάδηλη. Αυτά τα ερωτήματα θα έμεναν ίσως στον χώρο των συνειρμικών υποθέσεων, εάν, λίγες μόνο μέρες αργότερα, δεν συνέβαιναν μια σειρά από άλλους «εντοπισμούς ανοιχτόχρωμων παιδιών» σε οικογένειες Ρομά. Δύο περιπτώσεις έχουν λάβει δημοσιότητα στην Ιρλανδία, ενώ στη Σερβία, σύμφωνα με τη Μ.Κ.Ο. European Roma Rights Center (E.R.R.C.), το ίδιο διάστημα, σκίνχεντ προσπάθησαν να «απομακρύνουν» ένα δίχρονο αγοράκι από μία οικογένεια Ρομά επειδή έκριναν ότι ήταν πολύ ανοιχτόχρωμο για να είναι βιολογικό παιδί τους. Επίσης, στη Λέσβο, ένα ζευγάρι Ρομά και η μητέρα του άντρα οδηγήθηκαν στο κακουργιοδικείο με την κατηγορία της αρπαγής ανηλίκου. Η συνήγορός τους και ο αδελφός του κατηγορουμένου δήλωσαν ότι οι βιολογικοί γονείς του παιδιού, λόγω σοβαρών οικογενειακών και οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζαν, το εμπιστεύτηκαν σε αυτούς για να το φροντίσουν.

 

Περί της συνηγορίας των παιδιών

Τόσο η υπόθεση της μικρής Μαρίας στα Φάρσαλα όσο και αυτές που ακολούθησαν αποτελούν ελάχιστα συνηγορία υπέρ των παιδιών και περισσότερο ένα ρατσιστικό ξέσπασμα ενάντια στους Ρομά. Οι υποθέσεις αυτές χρησιμοποιήθηκαν μεν ως αφορμή για τη διεξαγωγή μεμονωμένων ελέγχων υιοθεσιών, ωστόσο οι διοικητικοί έλεγχοι δεν θίγουν το γεγονός ότι τα παιδιά ανήκουν στις πλέον ευάλωτες ομάδες της εποχής μας. Αυτό συμβαίνει όχι μόνο λόγω της φτώχειας που εξαπλώνεται ακόμα και στις παραδοσιακά ευημερούσες χώρες (ας μη μιλήσουμε για το φαινόμενο των ασυνόδευτων ανήλικων μεταναστών και προσφύγων), αλλά και λόγω της εμπορευματοποίησης των παιδιών, η οποία λαμβάνει ευρείες διαστάσεις είτε με τη μορφή της παιδικής πορνείας είτε του εμπορίου ζωτικών οργάνων ή και της διάθεσής τους στην ανθούσα αγορά υιοθεσίας. Η συνηγορία υπέρ των παιδιών απαιτεί παρέμβαση στους όρους που τα καθιστούν ευάλωτη ομάδα, ενώ η ανακάλυψη αποδιοπομπαίων τράγων δεν λύνει κανένα πρόβλημα, αντίθετα, επισκιάζει το ήδη υπαρκτό.

Αυτό που προβάλλεται στην περίπτωση της μικρής Μαρίας (ανοίγοντας τον ασκό του Αιόλου για το ρατσιστικό ξέσπασμα και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες) δεν είναι το ίδιο το φαινόμενο των υιοθεσιών αλλά η στερεότυπη εικόνα των Τσιγγάνων και η δαιμονοποίησή τους ως απαγωγέων παιδιών. Αποτελεί κοινό μυστικό ότι παράτυπες υιοθεσίες ανθούν στην αγορά ελπίδας για τεκνοποίηση, όταν το σύστημα κρατικών υιοθεσιών χωλαίνει σοβαρά. Βέβαια, η νομιμότητα ή/και η παρατυπία μιας υιοθεσίας μπορεί να καταστεί ζήτημα διαχείρισης, όπως φαίνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση του πρώην καγκελάριου της Γερμανίας Γκέρχαρντ Σραίντερ και της συζύγου του: στις αρχές του 2000 ασκήθηκε κριτική στο ζεύγος Σραίντερ για τη μη τήρηση των απαιτούμενων διαδικασιών κατά την υιοθεσία ενός τρίχρονου κοριτσιού από τη Ρωσία. Αξιοποιώντας τα νομικά μέσα –με έναν έξυπνο ελιγμό, κατά το περιοδικό Spiegel (16.9.2004)–, το ζεύγος παρέκαμψε τον έλεγχο νομιμότητας της υιοθεσίας.

Ζήτημα νομιμοποίησης είναι βέβαια και η απομάκρυνση ενός παιδιού από την οικογένειά του, που στην περίπτωση των Ρομά αποτελεί μια διαδεδομένη πρακτική των επίσημων θεσμών σε χώρες της Ευρώπης για πολλές δεκαετίες, χωρίς ωστόσο να αποτελεί είδηση στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων. Σύμφωνα με ενδεικτικά στοιχεία της E.R.R.C. (Οκτώβριος 2013), στη Ρουμανία το 28% των παιδιών που βρίσκονται υπό θεσμική μέριμνα είναι Ρομά και στη Σλοβενία το 82%, παρότι οι Ρομά και στις δύο χώρες συνιστούν το 9% του συνολικού πληθυσμού. Σύμφωνα με την ίδια πηγή, οι λόγοι απομάκρυνσης των παιδιών από τις οικογένειές τους είναι ουσιαστικά η φτώχεια και η ανεργία.

 

Αντι-τσιγγανισμός εν καιρώ προστασίας των Ρομά

Η διάδοση του εικονικού κινδύνου που θέλει τους Ρομά συνήθεις υπόπτους για την απαγωγή και το εμπόριο παιδιών αντλεί από το διαχρονικό αντι-τσιγγανικό στερεότυπο το οποίο ανατροφοδοτείται από το επίκαιρο φαινόμενο της εμπορευματοποίησης των παιδιών. Αυτό που καθιστά τους Ρομά συνήθεις υπόπτους και προσφιλείς αποδιοπομπαίους τράγους είναι η ερμηνεία της φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού ως έλλειψης πολιτισμού, και της παραβατικότητας ως κοινωνικής παρέκκλισης η οποία υποτίθεται ότι χαρακτηρίζει τη φύση των Τσιγγάνων. Αν αυτές οι «ιδιότητες» που τους καταλογίζονται αντλούνται από διαχρονικά ρατσιστικά, αντι-τσιγγανικά, στερεότυπα, η ανατροφοδότησή τους φέρει το στίγμα της εποχής μας: μαζί με τις επιχειρήσεις απελάσεων Ρομά από τη Γαλλία του Σαρκοζί (2010), δείχνουν ότι ουσιαστικά έχουν καταλυθεί στην πράξη ακόμα και τα προσχήματα αντιρατσισμού που συντηρούνταν στον χώρο του πολιτικά ορθού, τον οποίο έχει οριοθετήσει η πληθώρα των προγραμμάτων ένταξης των Ρομά τις τελευταίες δύο δεκαετίες. Διαρρηγνύοντας τον χώρο αυτό, ξεπροβάλλει το διαχρονικό ρατσιστικό στερεότυπο των μαύρων Τσιγγάνων που κλέβουν παιδιά, παραβιάζουν την έννομη τάξη, παρεκκλίνουν από τους κυρίαρχους κανόνες του πολιτισμού. Τα σχετικά δημοσιεύματα στον τύπο είναι αποκαλυπτικά για την ενεργοποίηση μιας αλυσίδας στερεοτύπων που αφορούν τη σχέση των Ρομά με τους επίσημους θεσμούς, με τους κανόνες υγιεινής, με τον θεσμό της οικογένειας κ.λπ. Δεν έχει λείψει και η αναφορά στον τύπο ότι οι εξετάσεις D.N.A. απέδειξαν όχι τη βιολογική σχέση της μικρής Μαρίας με την οικογένεια των Ρομά αλλά ότι το παιδί δεν είναι Τσιγγανάκι – σαν να υπήρχε «τσιγγάνικο D.N.A.». Ωστόσο το γεγονός ότι οι εξετάσεις γενετικού δείγματος σε ζευγάρι Ρομά από τη Βουλγαρία έδειξαν ότι η Μαρία είναι ξανθιά μεν, εντούτοις γόνος Ρομά, αυτό δεν εμπόδισε τους θεσμικούς φορείς να την απομακρύνουν από την οικογένεια που τη μεγάλωσε.

Το διαχρονικό στερεότυπο των «ανεπίδεκτων (εκ)πολιτισμού Τσιγγάνων» ανατροφοδοτείται καθώς η πολύχρονη δράση των «προγραμμάτων για την ένταξη των Ρομά» έχει αποδειχθεί μάλλον αποτυχημένη, παρότι κερδοφόρα ως ethno-business. Σε κοινή τους έκθεση η U.N.E.S.C.O. και η Μ.Κ.Ο. Συμβούλιο της Ευρώπης (το 2007) αναφέρουν ότι περίπου το 50% των παιδιών Ρομά στην Ευρώπη εξακολουθεί να μην ολοκληρώνει την πρωτοβάθμια εκπαίδευση. Λίγα χρόνια αργότερα, μια έκθεση της U.N.I.C.E.F. (2011) σχετικά με τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες συμπεραίνει ότι αυτή η δυσμενής κατάσταση στην εκπαίδευση των Ρομά συμβαδίζει με τη συνολική επιδείνωση της θέσης τους στις χώρες αυτές και με τον μακροχρόνιο αποκλεισμό τους (U.N.I.C.E.F., 2011: 15). Όμως οι διαπιστώσεις αυτές ελάχιστα βλέπουν το φως της δημοσιότητας και ακόμα λιγότερο έχουν αποτελέσει αφορμή για τον αναστοχασμό των λεγόμενων προγραμμάτων ένταξης. Αντίθετα, τα στερεότυπα έχουν αποδειχτεί μια εύκολη πηγή προσχημάτων όταν ο φαύλος κύκλος του αποκλεισμού διαιωνίζεται. Όμως τι θα κάναμε χωρίς βαρβάρους;

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 07 (11.2013)