ελευθερία και έκφραση

 

Σάρα Θηλυκού

 

Ο όρος ελευθερία της έκφρασης μου ακούγεται ως πλεονασμός. Η έκφραση είτε είναι ελεύθερη είτε δεν υφίσταται. Ο σκηνοθέτης Ανατόλι Βασίλιεφ ο οποίος αποδοκιμάστηκε έντονα πριν από μερικά χρόνια στην Επίδαυρο για την παγκοσμιοποιημένη, όπως χαρακτηρίστηκε, Μήδειά του, είχε δηλώσει πως για να υπάρξει η τέχνη πρέπει να βεβηλώνει το ιερό, αλλιώς η τέχνη θα πεθάνει. Πώς όμως μπορούμε να βεβηλώνουμε το ιερό χωρίς να γινόμαστε ανίεροι οι ίδιοι; Η εικονοκλαστική διάθεση από μόνη της δεν αποτελεί πανάκεια. Πολλές φορές φανερώνει απλώς την ανεπάρκειά μας. Άλλες την έλλειψη αγωγής. Πιο συχνά οδηγεί σε έναν ξερό φορμαλισμό – και αναφέρομαι στην τελευταία ταινία του Ταραντίνο The Hateful Eight που είδα πρόσφατα. Ιερή αγανάκτηση...

Ο Πλάτων πίστευε πως η τέχνη είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να την αφήνουμε στα χέρια των καλλιτεχνών. Η σύνθεση των έργων τέχνης πρέπει να τίθεται υπό την επίβλεψη του νομοθέτη. Οι κανόνες δεν πρέπει να παραβιάζονται, η καινοτομία τιμωρείται. Ο ποιητής πρέπει να υποβάλλει τα έργα του σε λογοκριτές και να παίρνει έγκριση από αυτούς. Ο Αριστοτέλης είπε «όχι» στην ηθική λογοκρισία. Μας λέει, μάλλον, πως η μόνη λογοκρισία που χρειάζεται είναι η αισθητική λογοκρισία. Αν ένα έργο τέχνης διαθέτει αισθητική αρτιότητα, τότε αυτή συμπίπτει με την ηθικότητα. Τι είναι, άραγε, πιο εύκολο; Nα διατυπώσουμε μία ηθική ή μία αισθητική κρίση; Να χαρακτηρίσουμε κάτι ως «καλό» και «ηθικό» ή ως «όμορφο» και «καλαίσθητο»; Όπως συνηθίζω να κάνω με όλα τα ζητήματα που με ξεπερνούν, έθεσα το θέμα στην κρίση των σοφών μαθητών μου της Γ΄ Λυκείου σε debate. Είπαν, μεταξύ άλλων, πως η αισθητική αξιολόγηση είναι πιο εύκολη ενώ η ηθική πιο βαθιά. Πως μπορούμε να πούμε αν ένα έργο τέχνης έχει ηθικά στοιχεία αλλά μέχρις εκεί, όχι να το κρίνουμε ηθικά. Πως ειδικά η ποίηση πρέπει να συνδυάζει και τα δύο, ηθική και αισθητική. Και πως μέσα από την ελευθερία της έκφρασής μας δεν πρέπει να προσβάλλουμε τους άλλους. Και προσθέτω: η ελευθερία της έκφρασης δεν μπορεί να αποτελεί άλλοθι για να λοιδορεί η Δύση τα ιερά και όσια της Ανατολής. Σπεύδω να σημειώσω επίσης πως στη φαινομενολογία του Ίνγκαρντεν το ιερό είναι μια αισθητική αξιολογική ποιότητα μαζί με το υπέροχο, το άσχημο, το τραγικό. Ας αφήσουμε λοιπόν την ηθική κατά μέρος: Έχει γούστο να διακωμωδoύμε στοιχεία της κουλτούρας κάποιου ο οποίος έρχεται να μας σκοτώσει για αυτόν ακριβώς τον λόγο; Κάποια πράγματα νομίζω πως αξιώνουν μια αμοιβαιότητα. Πως θέλουν και την ανάλογη ανατροφοδότηση. Μήπως καλύτερα να ασχολούμαστε μόνο με τον Πάπα, λ.χ., που έχει τουλάχιστον περισσότερο χιούμορ;

Είναι σίγουρα ευκολότερο να σκιαγραφήσουμε την Ανατολή ως ανελεύθερη από το να διαπιστώσουμε την εμμονική πολλές φορές σχέση μας στη Δύση με την ελευθερία, την έκφραση ή τα ανθρώπινα δικαιώματα. Κατά τον 10ο αιώνα η αντιπαράθεση ανάμεσα στο σουννιτικό Ισλάμ και τον Σουφισμό κορυφώνεται. Ο al-Hallaj καταδικάζεται σε σταύρωση για τη φράση του «είμαι η αλήθεια» που εξέφραζε μία συναίσθηση της ταυτότητάς του με τον Θεό, παροδική μάλλον. Ύστερα από την καταδίκη αυτή οι Σούφι γίνονται πιο προσεκτικοί στις διατυπώσεις τους. Η ορολογία που χρησιμοποιούν είναι ερωτική καθώς ζητούν το λειώσιμό τους μέσα στη θεία αγάπη. Με τον al-Ghazali, κατά τον 11ο αιώνα, το χάσμα ανάμεσα στην παραδοσιακή ορθόδοξη διδασκαλία –που καταδικάζει την καινοτομία– και τη μουσουλμανική μυστική ποίηση φαίνεται να γεφυρώνεται. Με τον Jalal-al-Din-Rumi o σουφισμός φτάνει στο απόγειό του, κατά τον 13ο αιώνα. Σήμερα, και ενώ το σουφικό ενδιαφέρον αναζωπυρώνεται διεθνώς, η αρχαία καχυποψία απέναντι στην τέχνη επιζεί στο αυστηρό δόγμα των Ουαχαμπιτών της Σαουδικής Αραβίας, όπου βρίσκεται φυλακισμένος ο, καταδικασμένος σε θάνατο επί αποστασία, βλασφημία και αθεΐα, ποιητής Άσραφ Φαγιάντ. Τα ζητήματα αυτά ανέλυσε ο Olivier Roy, σε σχέση πάντα με τη μουσουλμανική παρουσία στη Γαλλία, στο βιβλίο του Το παγκοσμιοποιημένο Ισλάμ από το 2005 ακόμη. Βρισκόμουν τότε στο Παρίσι παρακολουθώντας ένα θρησκειολογικό σεμινάριο στο Institute Catholique. Θυμάμαι πόσο είχαμε εξάρει τη σημασία της μυστικής εμπειρίας και ποίησης στη διαθρησκειακή προσέγγιση.

Ο πραγματικός στόχος όλων των φονταμενταλιστών δεν είναι οι άλλες θρησκείες, αλλά η εκκοσμίκευση μέσα στους κόλπους της δικής τους. Για τους Μουσουλμάνους φανατικούς βέβαια στο βάθος υπάρχει και η αποικιοκρατία. Και ακόμη πιο πίσω οι σταυροφορίες. Οι Χριστιανοί μπορούμε να προσθέσουμε τον Index Librorum Prohibitorum της Καθολικής Εκκλησίας. Ή, τη σοβιετική λογοκρισία. Ο Eqbal Ahmad, μείζον θεωρητικό κείμενο του οποίου, το Religion in Politics, βρίσκεται αναρτημένο στο site του Διεθνούς Φεστιβάλ Λογοτεχνίας του Βερολίνου που ξεκίνησε τη διεθνή εκστρατεία για τη σωτηρία του Φαγιάντ, μας λέει πως οι φονταμενταλιστές σήμερα υποβιβάζουν τα σύνθετα θρησκευτικά συστήματα στην εκδοχή ενός μοντέρνου φασισμού καθώς στενεύουν τη θεολογική οπτική για να εξυπηρετήσουν πολιτικές σκοπιμότητες, την εξουσία και όχι την ψυχή ή τα βάσανα και τις προσδοκίες των ανθρώπων και φέρνει ως παράδειγμα την έννοια του jihad που περιορίστηκε σε ιερό πόλεμο, πράγμα που αρχικά μπορεί να χρησίμευσε για την άμυνα και το μεγάλωμα της κοινότητας, αλλά μπορεί να έχει πολλαπλές ερμηνείες όπως της κοινωνικής προσφοράς, του ανθρωπιστικού έργου, της διανοητικής προσπάθειας, του αγώνα για ηθική και πνευματική τελειότητα και όχι δηλαδή της τρομοκρατίας, του σεκταρισμού και της δολοφονίας αθώων ανθρώπων. Με τον Edward Said και το Literature and Literalism στο ίδιο site ξαναγυρνάμε στην καρδιά του αρχικού μας προβληματισμού σχετικά με την ελευθερία της έκφρασης. Ο Said μας λέει πως οι ποιητές και οι καλλιτέχνες αντιμετωπίζονταν πάντα με καχυποψία, καθώς θέλουν να δώσουν εικόνες της πραγματικότητας όχι όμως σε σχέση με μια συγκεκριμένη αλήθεια και χωρίς να δεσμεύονται οι ίδιοι από μια συγκεκριμένη ηθική συμπεριφορά. Ο Said προτείνει τον αριστοτελικό ορισμό της λογοτεχνίας ως μίμησης, δηλαδή όχι ως κυριολεξίας, όχι ως συστήματος ηθικής. Για τον Said συνιστά διανοητική βαρβαρότητα να αντιμετωπίζουμε τη λογοτεχνία ως θρησκευτικό ή ηθικό κήρυγμα. Η ερμηνεία ενός κειμένου μπορεί να έχει πολλαπλές όψεις και δεν θεωρείται ποτέ ολοκληρωμένη καθώς παραμένει πάντοτε ανοιχτή σε διαφορετικές αναγνώσεις. Ακόμη, συνιστά τον δημόσιο διάλογο για τα ζητήματα της ελευθερίας της έκφρασης. Νομίζω πως, υπερασπιζόμενοι τον Φαγιάντ, βρισκόμαστε κοντά στη σκέψη του Said.

Και μια ανάμνηση από την εποχή που ήμουν φοιτήτρια στη Θεολογική Σχολή Θεσσαλονίκης: oι Μουσουλμάνοι με τα χαλάκια τους που έρχονταν να προσευχηθούν κάθε Παρασκευή σε αίθουσα που τους παραχωρούσε η σχολή ειδικά για αυτόν τον σκοπό. Σήμερα, παρά τις αντιδράσεις και χάρη στον πρόεδρό της Χρυσόστομο Σταμούλη, η σχολή πέτυχε την έγκριση του προγράμματος ισλαμικών σπουδών από το νέο έτος. Θυμάμαι ακόμη δυο στίχους της ιρανής ποιήτριας Φορούχ τότε που μάθαινα περσικά. Η Φορούχ δεν έζησε σε ισλαμικό καθεστώς καθώς γεννήθηκε το 1935 και πέθανε το 1967. Η ποίησή της ωστόσο είχε επικριθεί από τη συντηρητική ιρανική κοινωνία της εποχής ως φεμινιστική. Αν ρουζχά ράφταντ/ αν ρουζχάγιε χουμπ. Εκείνες οι μέρες έφυγαν/ εκείνες οι ωραίες μέρες. Εύχομαι για τον Φαγιάντ, και για όλους μας άλλωστε, τις καλύτερες.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 33 (1.2016)