η τέχνη της αληθοφάνειας

 

Για το Δέντρο του Ιούδα του Μιχάλη Μακρόπουλου

Σωκράτης Καμπουρόπουλος

Επεξεργασμένη μορφή της παρουσίασης του βιβλίου
που έγινε στο βιβλιοπωλείο Booktalks, στο Π. Φάληρο, στις 9.5.2015.

 

Ένα ευδιάκριτο ρεύμα στην ιστορία της τέχνης υπήρξε διαχρονικά η τέχνη να λες ιστορίες˙ τέχνη αρχαιότατη, που συγγενεύει με δημιουργούς από τον Όμηρο, τον Σοφοκλή και τον Απουλήιο έως τον Θερβάντες, τον Ν. Χώθορν, τον Χ. Μέλβιλ, τον Ε. Α. Πόε, τον Ρ. Λ. Στήβενσον, τον Χ. Τζ. Γουέλς, τον Χένρυ Τζέιμς (στο Στρίψιμο της Βίδας), τον Α. Παπαδιαμάντη, τον Χ. Λ. Μπόρχες, τον Χ. Ρούλφο˙ και τον Στίβεν Κινγκ˙ τέχνη που συγγενεύει με ορισμένες μορφές αφηγηματικού κινηματογράφου αλλά θα έπρεπε να θεωρείται ως ριζικά διαφορετική σε σύγκριση με αυτήν του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Μ. Προυστ, της Κυρίας Ντάλογουεϊ της Β. Γουλφ ή του Ενάντια στη μέρα του Τ. Πύντσον. «Θεωρώ ότι καμία άλλη εποχή δεν κατέχει μυθιστορήματα τόσο αξιοθαύμαστης πλοκής όπως το Στρίψιμο της Βίδας [του Henry James], τη Δίκη [του Kafka], τον Ταξιδιώτη πάνω στη γη [του Julien Green] ή αυτό που κατάφερε στο Μπουένος Άιρες ο Adolfo Bioy Casares», έγραφε στον πρόλογο της Εφεύρεσης του Μορέλ ο H. L. Borges το 1940. «Η αγάπη της αλήθειας θα μπορούσε να τον έχει οδηγήσει να συμπεριλάβει και τα δικά του διηγήματα Τα κυκλικά ερείπια ή Η βιβλιοθήκη της Βαβέλ», συμπληρώνει στη μελέτη του για το Στρίψιμο της Βίδας ο Maurice Blanchot, σημειώνοντας ότι το θέμα [«το θέμα είναι το παν», έγραφε στα σημειωματάριά του ο H. James] γίνεται πρωταγωνιστής μιας τέχνης που δεν αποκρυπτογραφεί, αλλά που αποτελεί η ίδια σύμβολο αυτού που δεν μπορεί να αποκρυπτογραφηθεί. 

Στις πιο επεξεργασμένες απολήξεις αυτής της παράδοσης, όπως λ.χ. στην περίπτωση της δεξιοτεχνικής νουβέλας Το δέντρο του Ιούδα (Κίχλη, 2014) του γεννημένου το 1965 Μιχάλη Μακρόπουλου, εξυφαίνεται ένα λεπτό πέπλο της πραγματικότητας. Συνέβησαν πράγματι όσα διαβάζουμε ή είναι προϊόντα μυθοπλασίας; (Πιο σημαντικό: υπάρχουν πτυχές της πραγματικότητας που να είναι αμφίσημες ανάμεσα σ’ αυτά τα δύο, ακόμη και στην αληθινή ζωή;) Τα συστατικά στοιχεία της αφήγησης είναι όλα γήινα και χειροπιαστά: το τοπίο (το Δελβινάκι Πωγωνίου με την ενδοχώρα του˙ τ’ Αλώνια του Κρίπουνα, ο Άι Δημήτρης, το μονοπάτι για τα Παρδαλά)˙ τα πρόσωπα (ο Λιάκος, μέτοικος από την Αθήνα της κρίσης˙ο Κωτσομεντής, ο Τακημέτσιος, ο Γιαννογκάσης, ο Νασιομέτσιος)˙η γη˙ τα βουνά˙ τα δέντρα (κουτσουπιές, δρύες, πλατάνια)˙ τα νερά˙ η ομιλούμενη γλώσσα (ιδίως αυτή). Συνθήκη είναι ο ρεαλισμός, έως εκεί που να αρχίζει να παρουσιάζει ρωγμές η παντοδυναμία του. 

Στο σημείο αυτό είναι ίσως χρήσιμο να αναφερθούμε, διακειμενικά, στο λόγο ενός έργου που ανήκει στην ίδιο «υπερβατολογική» ροή αφήγησης: της ταινίας Μπαλαμός του Σταύρου Τορνέ (1982). Γράφει ο Τορνές, εκθέτοντας τις αφετηρίες της ταινίας του:

«Ήθελα να αγοράσω ένα άλογο, που θα με πήγαινε σε τόπους όπου ο άνθρωπος δύσκολα μπορεί να φτάσει.

Ήρθα σ’ επαφή με τον κόσμο των τσαμπάσηδων και δεν αγόρασα άλογο.

Άρχισα την ταινία, έχοντας ζωντανή την επιθυμία για τ’ άλογο. Ο τσαμπάσης Κυριάκος είναι αυτός που με οδήγησε σε τόπους που η μηχανή λήψης δε φτάνει εύκολα. 

Γεννήθηκε το πρόσωπο Μπαλαμός, όπως δηλώνει τ’ όνομά του, άνθρωπος που εκστασιάζεται, πάντα σε ταξίδι. […]

Προχωρώντας έτσι, ο χρόνος παύει να είναι όριο.

[…]

Ο Μπαλαμός είναι ταινία».

 

Δυο χρόνια αργότερα, ο Τορνές γυρίζει την Καρκαλού (1984). Γι’ αυτό το φιλμ γράφει:

«Ένα φιλμ πάνω στο θάνατο;

Κι αυτό, αλλά κι ένα φιλμ πάνω στη δημιουργικότητα, παιγμένη σαν τελευταίο χαρτί. Μια φορά παίρνοντας φόρμα η δημιουργικότητα πεθαίνει, όχι γιατί δεν έχει τίποτ’ άλλο να πει, αλλά εντελώς ξαφνικά, έτσι, σαν έκπληξη, ίσως όπως ο ίδιος ο Θάνατος. 

Ναι, το χαρτί Καρκαλού μπλοφάρει.

Αλλά με την αληθοφάνεια ανακτάει την τρέλα και τον ιδεαλισμό».

 

Είναι αξιοθαύμαστο με πόση ακρίβεια μιλούν τα παραπάνω για τη νουβέλα του Μιχάλη Μακρόπουλου. Αλλοιώνοντας τη φράση του Τορνέ, «Το δέντρο του Ιούδα μπλοφάρει. Αλλά με την αληθοφάνεια ανακτά την τρέλα και τον ιδεαλισμό».

Εδώ όμως τελειώνουν οι αναλογίες με τον κινηματογράφο. Ο Τορνές με μια μηχανή 16mm πηγαίνει στη Θεσσαλία για να γυρίσει ένα τηλεοπτικό ντοκιμαντέρ για τα άλογα. Οι εικόνες που βλέπει εκεί τον κάνουν να γυρίσει μια ταινία φιξιόν, χρησιμοποιώντας στοιχεία του ντοκιμαντέρ. Για τη φωτογραφική και την κινηματογραφική μηχανή η αποτύπωση της πραγματικότητας είναι απροϋπόθετη. Στη λογοτεχνία, όμως, «όλα κυοφορούνται μέσα στη γλώσσα». Ως άλλος Κρόνος, ο συγγραφέας είναι ανάγκη να επινοεί και να τίκτει από το κεφάλι του. 

Στο ρόλο αυτόν, η μεγαλύτερη αρετή του Μιχάλη Μακρόπουλου είναι αυτό που θα ονομάζαμε «συγγραφική συνείδηση» (έννοια που δεν έχει καμία σχέση με την ηθική˙ το Δέντρο του Ιούδα διαπραγματεύεται, έτσι κι άλλως, αλλεπάλληλα ηθικά ζητήματα). Αυτό που θέλω να πω είναι: μόλις συλλάβει τους χαρακτήρες του, ο Μ.Μ. τους αφήνει να γράψουν αυτοί το μυθιστόρημα, με τη δέουσα πυκνότητα και ακρίβεια, χωρίς τίποτα περιττό. 

Ανατρέχοντας στην εξομολόγηση ενός άλλου συγγραφέα που εμφανίστηκε με μια συλλογή διηγημάτων σχεδόν ταυτόχρονα με το βιβλίο του Μ.Μ. (Δημοσθένης Παπαμάρκος, Γκιακ, συνέντευξη στη Lifo της 2.4.2015):

«Κάνεις μια προετοιμασία στο μυαλό σου ποιος είναι ο ήρωας, πώς θα αντιδρούσε στο Χ ή στο Ψ, ακόμη κι αν το Χ και το Ψ δεν χωρέσουν στο έργο. Όταν ολοκληρωνόταν αυτή η διαδικασία, όταν ήξερα δηλαδή ποιος είναι ο χαρακτήρας και τι θα γίνει πάνω κάτω στο διήγημα, καθόμουν και έγραφα με απόσταση. Απλώς, γνώριζα ότι ανά πάσα στιγμή, αν παρεκκλίνω κατά τη διάρκεια της γραφής και προκύψει κάτι που δεν είχα σχεδιάσει, ήξερα να το χειριστώ, γιατί ήξερα τον ήρωα». Η «γνώση των ηρώων του» υπαγορεύει στον Μιχάλη Μακρόπουλο μια παρτιτούρα που την εκτελεί με απόλυτη ακρίβεια και προσήλωση, σαν κομμάτι κλασικής μουσικής.

 

Έχουμε ήδη διαγράψει τα θετικά χαρακτηριστικά του εγχειρήματος του Μ.Μ. Τι άλλο λείπει; Το μετείκασμα. Σε ποια κατάσταση αφήνει τον αποδέκτη της η ανάγνωση του βιβλίου;

Ο βασικός χαρακτήρας του μυθιστορήματος, Ηλίας, μέτοικος εξ’ ανάγκης στα βουνά του Πωγωνίου, μετά από ένα ελάχιστο, τόσο δα, ξεγλίστρημα προς τη μεταφυσική, αντιμετωπίζει ένα σοβαρό λογικό και ηθικό δίλημμα. Η γρήγορη και δραστική απόφαση που παίρνει είναι εις βάρος του, ανατρέποντας τα δεδομένα και ξαφνιάζοντας τον αναγνώστη. Και η νουβέλα τελειώνει, ξαφνικά όπως άρχισε, «ίσως όπως ο ίδιος ο θάνατος» (Σ. Τορνές).

Όταν έκλεισα Το δέντρο του Ιούδα, η πρώτη μου αντίδραση ήταν η λύπη που τελείωσε. Η δεύτερη και ισχυρότερη ήταν η διαχείριση του «σοκ» της έκβασης της ιστορίας, του αναγνωστικού τραύματος του μη αίσιου τέλους (εντατικές υποσυνείδητες διεργασίες επανάληψης). Σε τρίτο χρόνο, προέκυψε το μεγαλύτερο όφελος από την ανάγνωσή του: τα γεγονότα της αφήγησης πήραν θέση μέσα μου σαν να τα είχα βιώσει, αποκτώντας το ίδιο βάρος με τα άμεσα εμπειρικά δεδομένα της δικής μου συνείδησης.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 27 (07.2015)