#5 – αφύλακτες αναμνήσεις

 

Ο ΑΦΡΟΣ ΤΩΝ ΕΙΚΟΝΟΓΡΑΦΗΜΕΝΩΝ ΗΜΕΡΩΝ

 

Ηρακλής Παπαϊωάννου

 

Στα 175 χρόνια ζωής της η φωτογραφία αγαπήθηκε παθιασμένα αλλά έγινε και αντικείμενο σφοδρής κριτικής. Αυτό που δεν αμφισβητήθηκε ποτέ στη μακρά πορεία της στα νεωτερικά ήθη ήταν ο ρόλος της ως φύλακα αναμνήσεων, ως εικόνας δηλαδή που στερεώνει φευγαλέα καθρεφτίσματα της ανθρώπινης ύπαρξης. Πράγματι, ιστορικά η πιο ανεξάντλητη δεξαμενή φωτογραφιών υπήρξε αυτή του πορτρέτου. Το ομαδικό στημένο πορτρέτο, ιδεογραμματική αναπαράσταση της οικογένειας ή διακριτών κοινωνικών ομάδων, διαδέχθηκε η ροή αναρίθμητων στιγμιότυπων που σώρευαν πλέον με περίσσια ευκολία και ελαφρότητα ξύσματα αναμνήσεων από την καθημερινή ζωή. Οι εικόνες αυτές συνιστούσαν περιορισμένη δικαίωση της ύπαρξης καλλιεργώντας μια ψευδαισθητική επαφή με την αθανασία. Με κοινό παρονομαστή το μετωπικό βλέμμα στον φακό που αξίωνε σιωπηλά και διακριτικά την προσοχή, συγκροτούσαν μικρά ή μεγαλύτερα σύνολα, έστηναν ταπεινά ή πολυτελή λευκώματα, αποσπασματικές αφηγήσεις με πυρήνα κυρίως τη μικρή αλλά συμπαγή κάποτε συλλογικότητα της οικογένειας. Οι αφηγήσεις συμπεριλάμβαναν τη σπονδυλική στήλη των επίσημων γεγονότων, τα παιδικά απορημένα βλέμματα, αμηχανίες και εντάσεις, αυτούς που διέγραψαν τροχιές διάττοντος αστέρα στο οικείο στερέωμα, ξεχασμένες εκδρομές και γλέντια. Όλα παρουσιασμένα σε συσκευασία υψηλής πυκνότητας που παρότι εμφάνιζε συχνά μικρό βαθμό πρωτοτυπίας, σύστηνε ένα είδος ιδιωτικής κοσμικής βίβλου από την οποία απαλείφονταν τεχνηέντως πάθη και ασχήμιες.

Τι γίνονται όμως αυτές οι φωτογραφίες, με την ερασιτεχνική τους θεατρικότητα και τον λανθάνοντα ναρκισσισμό, όταν φύγουν από τη ζωή αυτοί που τις διάλεξαν, τις διατήρησαν, τις ενορχήστρωσαν, τις κοίταξαν με αγάπη; Τι γίνονται αυτές οι αφηγήσεις που αποτελούν συχνά μακροχρόνια συντηρητική αγωγή κατά της μοναξιάς; Η πρώτη τους δυσκολία είναι να επιβιώσουν από τις τρικλοποδιές και τους κινδύνους που επιφυλάσσει η ευάλωτη φύση του χαρτιού. Η δεύτερη είναι να συνηθίσουν μια καινούρια ζωή στο απόλυτο σκοτάδι, σε μια παρατεταμένη αμνησία, καθώς δεν προσφεύγουν πλέον σ’ αυτές, περιστασιακά έστω, βλέμματα διψασμένα για νοσταλγία: κλείνονται σε μπαούλα, κούτες που εξορίζονται σε πατάρια. Στο πέρασμα του χρόνου, όταν το σκοτεινό τους λημέρι αλλάξει ιδιοκτήτη ξεκινά συχνά μια άλλη φάση: οδηγούνται σε ένα παλαιοπωλείο μαζί με άλλα λάφυρα, έπιπλα συνήθως. Εκεί οι χάρτινες αναμνήσεις χάνουν το νήμα που τις συνέδεε με την αυτοβιογραφία όσων χώρεσαν σ’ αυτές, στοιβάζονται μαζί με άλλες στο μεγάλο λαϊκό παζάρι της μνήμης όπου διατίθενται ομαδικά προς πώληση. Ορισμένες αγοράζονται από φιλέρευνους περαστικούς ή συλλέκτες που εντρυφούν σε αδιευκρίνιστες εμμονές και συντάσσουν άλλες σπονδυλωτές ιστορίες: κάποιος ερευνά την ιστορία ενός τόπου, κάποιος άλλος συλλέγει στοιχεία για ενδυμασίες εποχής, ένας τρίτος εξάπτεται θέτοντας ρητορικά ερωτήματα για τις παγωμένες (σε εικόνες) διαδρομές των βλεμμάτων, για τις κρυφές λαχτάρες και την τύχη όσων εικονίστηκαν.

Την εποχή της απόλυτης δυνητικότητας και της μετα-οικογένειας οι εικονογραφημένες αναμνήσεις έχουν γίνει πιο πολύπλοκες· έχουν αποκτήσει εναλλακτικά τη ζωηρότητα της κίνησης και του μοντάζ· καλλωπίζονται ψηφιακά· δεν διαθέτουν αναγκαστικά υλικό υπόστρωμα. Την εποχή της μετα-φωτογραφίας οι αναμνήσεις είναι πια αφύλακτες: καθότι ηλεκτρονικές πλέον διασπείρονται μέσα από εφαρμογές στην υπερλεωφόρο του διαδικτύου πριν προλάβουν να αποκτήσουν σάρκα, κρίσιμη μάζα. Στην ταραγμένη και ρευστή αυτή εποχή φαντάζουν πλέον πιο απαραίτητες ως ανάγκη υπαρξιακής επιβεβαίωσης σε έναν θολό ενεστώτα χρόνο παρά ως ψηφίδες που θεμελιώνουν και κληροδοτούν στο μέλλον μια επιλεγμένη εκδοχή της προσωπικής ιστορίας.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 05 (09.2013)