το 1%

 

Κωστής Καρπόζηλος

 

«Οικονομική κρίση είναι ένα μεγάλο παλούκι που έχουν οι καπνέμποροι στον κώλο τους, και θέλουν να το βγάλουν από τον δικό τους κώλο και να το βάλουν στον δικό σας. Θέλετε;» Σύμφωνα με τον Χρόνη Μίσσιο, το ερώτημα αυτό αρκούσε για να ξεκινήσει στη μεσοπολεμική Καβάλα μία απο τις μεγάλες εκείνες απεργίες που έμειναν στην ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος. Σχεδόν έναν αιώνα μετά, η αμεσότητα του κομμουνιστή συνδικαλιστή φαντάζει αναντίστοιχη με την πολυπλοκότητα της σύγχρονης καπιταλιστικής κρίσης και υπογραμμίζει τις μεγάλες μεταβολές στη διάρθρωση και στην οργάνωση του κόσμου της μισθωτής εργασίας. Παρ’ όλα αυτά ο πυρήνας της ερώτησης παραμένει ενοχλητικά δυσεπίλυτος: ποιος θα επωμιστεί τα βάρη της ύφεσης; 

Η απάντηση θα καθορίσει νομίζω την επιτυχία ή την αποτυχία του πειράματος της κυβέρνησης της Αριστεράς που εμπνέει ταυτόχρονα προσδοκίες, ενθουσιασμό και σκεπτικισμό. Η οικονομική κρίση δεν έθιξε όλους και όλες με τον ίδιο τρόπο και στον ίδιο βαθμό. Αντίθετα, συνετέλεσε στο άνοιγμα της ψαλίδας μεταξύ πλουσίων και φτωχών. Φαινόμενα κοινωνικής περιθωριοποίησης που είχαν απωθηθεί απο τη συλλογική μνήμη επανήλθαν υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα τα όρια της επίπλαστης ευημερίας της προ του 2008 εποχής. Η φτωχοποίηση τμημάτων της εργατικής τάξης –η οποία δεν ταυτίζεται με τους κλυδωνισμούς των πολύ πιο ορατών στη δημόσια συζήτηση μεσαίων στρωμάτων– συμπυκνώνει το αποτέλεσμα διαδοχικών παραγωγικών αναδιαρθρώσεων, της σύγχρονης κατάρρευσης του κράτους πρόνοιας και των ταξικών προτεραιοτήτων στις πολιτικές της λιτότητας. 

Για τη σύγχρονη Αριστερά, την Αριστερά του 21ου αιώνα, το κεντρικό στοίχημα είναι κατά πόσο μπορεί να αντιστρέψει το πρόσημο της ανισότητας που έχει σφραγίσει τον μετα-κεϋνσιανό κόσμο. Τη στιγμή που «το βάθεμα της εισοδηματικής ανισότητας» συνιστά τον πρώτο πυλώνα συζήτησης στο προσεχές Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός η Αριστερά καλείται να μετασχηματίσει τη διαπίστωση σε πολιτική πράξη. Και εδώ έχει να αναμετρηθεί με τρία προβλήματα: την ιστορική ήττα του παγκόσμιου επαναστατικού κινήματος του 20ού αιώνα που καθηλώνει την πολιτική φαντασία στα όρια της διαχείρισης του καπιταλισμού· το αδύνατο της επιστροφής στο πρόσφατο παρελθόν εκεί που η φαινομενική καταναλωτική ισότητα είχε συγκαλύψει τις κοινωνικές αντιθέσεις· την πρόσφατη αποτυχία των μεταρρυθμιστικών πολιτικών για τον μετριασμό της ανισότητας όπως εκφράστηκε στις μεγάλες προσδοκίες που γέννησε η καμπάνια της «Ελπίδας» και του Μπαράκ Ομπάμα το 2008 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στο έδαφος αυτών των δυσκολιών, η αποφασιστική αναμέτρηση με τις πολιτικές της λιτότητας και η απαίτηση να πληρώσουν πρώτα για την κρίση οι σύγχρονοι καπνέμποροι προϋποθέτει κοινωνικές συμμαχίες και δυναμικές. Φοβάμαι οτι αυτές δεν αφορούν καταρχήν τους παραδοσιακούς ψηφοφόρους της Αριστεράς ή τα μεσαία στρώματα που αγκομαχούν μεν, αλλά έχουν ακόμα αρκετά να χάσουν και έτσι είναι επιφυλακτικά στις προοπτικές μιας γενικευμένης αναταραχής. Ο κρίσιμος κρίκος έγκειται στη συστράτευση, στην πρωτοβουλία και στην είσοδο στο πολιτικό προσκήνιο των σύγχρονων αόρατων πολιτών, είτε έχουν είτε δεν έχουν την ιδιότητα του πολίτη: της αντιπολιτικής νέας εργατικής βάρδιας που εναλλάσσει τη δουλειά στην αποθήκη των Jumbo με την κάρτα ανεργίας και των μεταναστών πρώτης και δεύτερης γενιάς που έχουν βιώσει τις πολλαπλές διαστάσεις, πλανητικές και εθνικές, της κοινωνικής ανισότητας και παραμένουν αποκλεισμένοι απο την ελληνική πολιτική ζωή. Μια τέτοια προοπτική –που απαιτεί ταυτόχρονα θεσμικές παρεμβάσεις και κινηματικές πρωτοβουλίες– θα εξασφαλίσει στην Αριστερά του 21ου αιώνα την κοινωνική αναζωογόνηση για να μπορεί να είναι επικίνδυνη για το 1%, άρα και αποτελεσματική.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 21 (01.2015)