επαναστάτης-νοικοκύρης-συνωμότης

 

Ο Μακρυγιάννης του Νίκου Θεοτοκά:
μια ανανεωτική ματιά στο Εικοσιένα
– μια παρέμβαση στη διαχείριση της δημόσιας ιστορίας

 

Παναγιώτης Γ. Στάθης

 

Η κυβερνητική επίθεση στην Ε.Ρ.Τ., πέρα από τους προφανείς στόχους (απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και αποδυνάμωση εργασιακών δικαιωμάτων, αποτελεσματικότερο έλεγχο της Ε.Ρ.Τ., εξυπηρέτηση συμφερόντων ιδιωτικών καναλιών, επιβολή της Νέας Δημοκρατίας στους κυβερνητικούς εταίρους, εθισμό της κοινωνίας στη βίαιη επιβολή αντιδημοκρατικών πολιτικών), συνιστά επίσης μια βίαιη παρέμβαση στον πολιτισμό και συνακόλουθα στη δημόσια ιστορία, ο έλεγχος της οποίας μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά την ανάγνωση της συγχρονίας. Με το κλείσιμο της Ε.Ρ.Τ. καταργείται το μοναδικό ιστορικό αρχείο της Ε.Ρ.Τ. (συνέχεια της κατάργησης του Εθνικού Οπτικοακουστικού Αρχείου) και μπαίνει τέρμα στην παραγωγή σημαντικών εκπομπών ιστορίας. Όπως άλλωστε δήλωσε ο κοινοβουλευτικός εκπρόσωπος της Νέας Δημοκρατίας Μάκης Βορίδης, η Ε.Ρ.Τ. έκλεισε επειδή δεν ήταν ιδεολογικά αρεστή στη Νέα Δημοκρατία: «όποτε έχει υπάρξει ιστορικό ντοκιμαντέρ το οποίο αναφέρεται στην περίοδο ’45-’49 είναι copy-paste οι απόψεις του Δημοκρατικού Στρατού», είπε στην εκπομπή «Κοινωνία ώρα Mega» (18.6.2013).

Οι διαμάχες στη δημόσια ιστορία έχουν λάβει άγρια μορφή τα τελευταία χρόνια. Επιχειρείται, συχνά με βίαιο τρόπο, η επιβολή συντηρητικών, εθνικιστικών ή και ακροδεξιών, και πάντως αντιεπιστημονικών/αντιακαδημαϊκών, αναγνώσεων του ιστορικού παρελθόντος. Ποινικοποιούνται στην πράξη οι διαφορετικές απόψεις από την κυρίαρχη: λ.χ., αντιρρήσεις για το εάν η γενοκτονία είναι ο ορθός όρος για τις σφαγές και την εκδίωξη των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία ή η αμφισβήτηση του χορού του Ζαλόγγου αντιμετωπίζονται ως εθνοπροδοτικές και απαιτείται δημόσια δήλωση μετανοίας και ορθών ιστορικών φρονημάτων. Και όλα τούτα χωρίς καν να ζητείται η γνώμη των ειδικών ακαδημαϊκών ιστορικών.

Η Επανάσταση του 1821 αποτέλεσε και αποτελεί κατεξοχήν αντικείμενο έντονων διενέξεων της δημόσιας ιστορίας και κεντρικό διακύβευμα στη διαχείριση της ιστορικής μνήμης. Το πρόσφατο βιβλίο του Νίκου Θεοτοκά Ο βίος του στρατηγού Μακρυγιάννη. Απομνημόνευμα και ιστορία (Βιβλιόραμα, Αθήνα 2012) αποπειράται να ξαναδιαβάσει με σύγχρονες οπτικές ένα σύμβολο της Επανάστασης του 1821, τον Μακρυγιάννη. Ένα βιβλίο που συνδυάζει την αυστηρή επιστημονικότητα με τη στρωτή και ρέουσα αφήγηση. Από αυτή την άποψη το βιβλίο του Θεοτοκά μπορεί να βρει αναγνώστες και στο ευρύτερο κοινό και να αποτελέσει μια σημαντική παρέμβαση στη δημόσια ιστορία.

 

Διπλή βιογραφία που ξεκλειδώνει την κοινωνία του Εικοσιένα

Το Εικοσιένα, κομβικό σημείο συγκρότησης του ελληνικού έθνους-κράτους, ιστοριογραφικά στάθηκε τυχερό και άτυχο ταυτόχρονα. Η σημασία του για την ελληνική ιστορία επέβαλε τη συγγραφή πλήθους μαρτυριών και μελετών και τη διάσωση και έκδοση πλήθους αρχειακού υλικού. Η ίδια κομβική σημασία όμως φόρτισε τις προσεγγίσεις της επανάστασης με τεράστιο ιδεολογικό βάρος τόσο για την εθνική όσο και για την αριστερή ιστοριογραφία. Ωστόσο, στις δύο πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες, τα κύρια ιστοριογραφικά ενδιαφέροντα μετατοπίστηκαν είτε προς εγγύτερες ιστορικές περιόδους που επέτρεπαν αμεσότερες συνδέσεις με τη σύγχρονη ελληνική κοινωνία, είτε προς τη λιγότερο διερευνημένη προεπαναστατική περίοδο. Έτσι το Εικοσιένα δεν ευνοήθηκε από τη γοργή ανανέωση της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας. Στις δύο τελευταίες δεκαετίες το κλίμα αυτό άλλαξε. Ένας από τους σημαντικότερους πρωτουργούς της αλλαγής στάθηκε η ομάδα του Παντείου με προεξάρχοντες τον Νίκο Θεοτοκά και τον Νίκο Κοταρίδη. Η ομάδα αυτή, έχοντας ένα ισχυρό υπόστρωμα κοινωνιολογικής θεωρίας και με κύρια αφετηρία τις προσεγγίσεις του Σπύρου Ασδραχά, ανανέωσε τις σπουδές για την Επανάσταση του 1821 και διαμόρφωσε, εν πολλοίς, ένα ενιαίο, θεωρητικά, μεθοδολογικά και ερμηνευτικά, πλαίσιο ανάγνωσης της επανάστασης.

Το βιβλίο του Θεοτοκά για τον Μακρυγιάννη αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα έργα αυτής της ομάδας. Ως μελέτη εντάσσεται καταρχήν στην ιστορική βιογραφία, ένα είδος που έχει κακοπάθει πολύ. Η βιογραφία όμως που μας προσφέρει ο Θεοτοκάς διαφέρει από τις περισσότερες βιογραφίες αγωνιστών: δεν την ενδιαφέρουν οι μεγάλοι άνδρες, η ξεχωριστή περίπτωση. Αντίθετα, ο βίος του Μακρυγιάννη συνιστά ένα παράδειγμα για να προσεγγίσουμε τους ανθρώπους της εποχής, τους πολλούς, όχι τους ξεχωριστούς, και μέσω αυτών την κοινωνία τους. Επιτρέπει να ανιχνεύσουμε, μέσα από την αναλυτική εξέταση μιας περίπτωσης, πώς οι άνθρωποι διαμορφώθηκαν και λειτούργησαν στο πλαίσιο του κοινωνικοοικονομικού περιβάλλοντος, των διαθέσιμων πολιτικών ιδεολογιών, των κοινωνικών πρακτικών και της κουλτούρας της εποχής τους αλλά και πώς τα συνδιαμόρφωσαν όλα αυτά με τη δράση τους και την εκούσια ή ακούσια εμπλοκή τους στις αντιπαραθέσεις του καιρού τους. Μια τέτοια βιογραφία προσφέρει συχνά ουσιαστικότερη και βαθύτερη γνώση από πολλές συνολικές ιστορίες της επανάστασης.

Η μελέτη του Θεοτοκά είναι ουσιαστικά διπλή βιογραφία: βιογραφία του Μακρυγιάννη αλλά και βιογραφία του απομνημονεύματός του. Διότι παράλληλα με τη βιογράφηση του αγωνιστή ο Θεοτοκάς αφηγείται την πορεία γέννησης και εξέλιξης του συγκεκριμένου απομνημονεύματος, τα κίνητρα και τις επιδιώξεις της γραφής, τη σχέση του απομνημονεύματος με το δεύτερο χειρόγραφο του αγωνιστή, τα Οράματα και θάματα. Ο συγγραφέας αναδεικνύει ότι το τελευταίο δεν είναι έργο ενός παρανοϊκού ανθρώπου αλλά είναι συνθεμένο από το ίδιο υλικό που έχει συντεθεί και το απομνημόνευμα, υπακούοντας απλώς σε διαφορετικές αφηγηματικές επιλογές του συγγραφέα: σχηματικά το απομνημόνευμα αφορά κυρίως τον δημόσιο βίο του αγωνιστή, ενώ τα Οράματα και θάματα επικεντρώνονται περισσότερο στην ιδιωτική και οικογενειακή ζωή του και εκφράζουν πιο ελεύθερα τις θρησκευτικές εμπειρίες και τις προνοιακές ερμηνείες του Μακρυγιάννη. Ο Θεοτοκάς αποκαλύπτει, επίσης, εμμέσως πώς συμπλέκονται οι διαφορετικοί χρόνοι γραφής με τις αλλαγές στην οπτική του Μακρυγιάννη απέναντι στα ιστορούμενα στο απομνημόνευμα και εξηγεί έτσι αυτά που από πρώτη ματιά μοιάζουν αντιφάσεις του κειμένου του Μακρυγιάννη. Διότι ο Μακρυγιάννης ξεκίνησε να γράφει το 1829 και σταμάτησε το 1852 και στο διάστημα αυτό πολλά άλλαξαν τόσο στην προσωπική ζωή όσο και στο ιστορικό περιβάλλον που ζούσε ο αγωνιστής. Για παράδειγμα, τα πολεμικά τραύματα στο κεφάλι από τον καιρό της επανάστασης φαίνεται ότι σχετίζονται με τις, αυξανόμενες στο πέρασμα του χρόνου, οραματικές και εκστατικές εμπειρίες του Μακρυγιάννη και τη βαθμιαία διαστελλόμενη θρησκευτικότητά του, που οδηγούν τον αγωνιστή σε τονισμό της θείας πρόνοιας ως ερμηνευτικής οδού της ιστορίας. Κοντολογίς, ο ερευνητής βιογραφεί και το απομνημόνευμα.

Ο Θεοτοκάς χρησιμοποίησε το απομνημόνευμα ως βασικό αφηγηματικό καμβά. Τούτο δεν συνιστά αφηγηματικό τερτίπι, αλλά υπακούει στα ερευνητικά ζητούμενα της μελέτης. Διότι ο μελετητής δεν προσπαθεί απλώς να διηγηθεί τα γεγονότα της ζωής του αγωνιστή, αλλά διερευνά ισοδύναμα πώς βίωσε ο Μακρυγιάννης τα γεγονότα στα οποία ενεπλάκη, ποιες ήταν οι νοητικές του ορίζουσες και πώς αυτές καθόρισαν τη στάση και τη δράση του ως αγωνιστή και πολιτικού, πώς ο ίδιος ο Μακρυγιάννης ερμηνεύει, δικαιολογεί και νομιμοποιεί τις πράξεις του, τι μένει στο απομνημόνευμα από τη λογική των πραγμάτων την ώρα που γίνονταν και τι ανασημασιολογείται ή αποσιωπάται καθώς διαμεσολαβείται από τις εμπειρίες των χρόνων που πέρασαν. Από αυτή την άποψη η δουλειά του Θεοτοκά συνιστά ένα μοντέλο προσπέλασης των απομνημονευμάτων υποδειγματικό στην πραγμάτωσή του.

Εάν όμως το απομνημόνευμα αποτελεί τον καθοδηγητικό ιστό της ύφανσης, η πλέξη είναι εντυπωσιακά πλούσια. Ο Θεοτοκάς χρησιμοποιεί πλήθος τεκμηρίων και μια ογκώδη βιβλιογραφία για να ελέγξει και να ερμηνεύσει όσα λέει ο Μακρυγιάννης και να συμπληρώσει τα κενά. Έχει υπομονετικά διασταυρώσει και συνδυάσει τις σχετικές πληροφορίες. Έχει εξαιρετική εποπτεία του διάσπαρτου αρχειακού υλικού και της τεράστιας βιβλιογραφίας, ακόμη και δυσεύρετων δημοσιευμάτων όπως π.χ. τοπικών και ιδιωτικών εκδόσεων και ανέκδοτων διατριβών. Έχει επίσης μια στέρεη θεωρητική υποδομή που αποτελεί το υπόστρωμα της δουλειάς του. Συνδυάζει έννοιες και θεωρητικά και ερμηνευτικά σχήματα από διαφορετικά επιστημονικά πεδία: την ιστορία και την κοινωνιολογία αλλά και την ανθρωπολογία ή την ιατρική. Για παράδειγμα, χρησιμοποιεί τις θέσεις του εθνολόγου και φιλολόγου Βλαντίμιρ Προπ για τη μορφολογία του παραμυθιού για να διαβάσει ορισμένους αφηγηματικούς κώδικες του απομνημονεύματος, την ανθρωπολογική έννοια της ανδροπρέπειας για να ερμηνεύσει συμπεριφορές του νεαρού Μακρυγιάννη, πορίσματα της ιατρικής για να συνδέσει τις ονειρικές και εκστατικές εμπειρίες του στρατηγού με τα τραύματα που υπέστη στον Αγώνα.

 

Ο Μακρυγιάννης στο μεταίχμιο μεταξύ παραδοσιακού και νεωτερικού κόσμου

Ο συγγραφέας χρησιμοποιεί ως κύριες αναλυτικές κατηγορίες το αντιθετικό ζεύγος παράδοση-νεωτερικότητα που προέρχεται από την κοινωνιολογία. Πρόκειται για ένα λειτουργικό σχήμα καθώς άλλωστε η Επανάσταση του 1821 συνιστά ακριβώς τον κυριότερο σταθμό σε αυτή τη μετάβαση από τον παραδοσιακό κόσμο στη νεωτερική κοινωνία. Αυτό που όμως έχει σημασία είναι ότι δεν αντιμετωπίζει στατικά τους δύο πόλους. Δεν θεωρεί δηλαδή τους παραδοσιακούς και τους νεωτερικούς αγωνιστές ως δύο αντίπαλες κοινωνικοπολιτισμικές συσσωματώσεις που δεν επικοινωνούν μεταξύ τους. Όπως επισημαίνει ο Θεοτοκάς, σήμερα ξέρουμε ότι η νεωτερική εθνική αστική κοινωνία επικράτησε. Στους καιρούς της επανάστασης όμως οι εξελίξεις δεν ήταν δεδομένες: οι άνθρωποι προσπαθούσαν να διαχειριστούν τις καινούριες προκλήσεις που έθετε η πρωτόγνωρη εμπειρία της επανάστασης με τα νοητικά εργαλεία που διέθεταν, προσπαθούσαν να προσαρμόσουν τη δράση τους αλλά και τη σκέψη τους εκτιμώντας κάθε φορά τα ατομικά και συλλογικά συμφέροντά τους. Η διαδικασία αυτή δεν ήταν ούτε ευθύγραμμη ούτε απαλλαγμένη από αντιφάσεις. Οι άνθρωποι μπήκαν στην επανάσταση με πολλαπλά διαφορετικά κίνητρα και στοχεύσεις. Καθώς όμως η ίδια η επανάσταση, με τη δική της δυναμική, άλλαζε τις παραδοσιακές και οικείες ισορροπίες, οι άνθρωποι αντιστέκονταν, προσαρμόζονταν και διεκδικούσαν με όποιον θεωρούσαν αποτελεσματικότερο τρόπο. Οι προσαρμογές όμως στις νέες επαναστατικές πραγματικότητες υπονόμευαν και διαρρήγνυαν τον παραδοσιακό κόσμο και εγκαθιστούσαν νέες αρχές νομιμότητας με τις οποίες οι άνθρωποι αναγκάζονταν να συνταχθούν. Η επικράτηση της νεωτερικής εθνικής κοινωνίας δεν συνέβη μόνο με την εξόντωση του παραδοσιακού κόσμου, αλλά κυρίως με τη βαθμιαία ενσωμάτωσή του μέσα από ποικίλους μηχανισμούς.

Όπως αναλύει ο Θεοτοκάς, ο Μακρυγιάννης αποτελεί μια τέτοια περίπτωση προσαρμογής. Μετά από δύσκολα παιδικά χρόνια, ο Μακρυγιάννης εγκαταστάθηκε στην Άρτα όπου ασχολήθηκε με εμποροτοκογλυφικές δραστηριότητες. Στα αρτινά περιβάλλοντα των εμπόρων και των προεστών έφταναν, έστω και έντονα διαμεσολαβημένες, οι νέες χειραφετικές ιδέες από την Ευρώπη δημιουργώντας ευνοϊκές προϋποθέσεις για τη δικτύωση της Φιλικής Εταιρείας. Ο Μακρυγιάννης μυείται στη Φιλική Εταιρεία και, όταν ξεσπά η επανάσταση, με το κομπόδεμα που έχει μαζέψει, μισθώνει μια μικρή ομάδα πολεμιστών και γίνεται μικροκαπετάνιος. Στους εμφυλίους συντάχθηκε τελικά με τη μερίδα Κουντουριώτη-Κωλέτη-Μαυροκορδάτου που επιδίωκε ισχυρή κεντρική διοίκηση και σύγχρονους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αλλά διέθετε και την οικονομική δύναμη για να μισθώσει μεγάλο αριθμό πολεμιστών και να δώσει στρατιωτικούς βαθμούς. Η επαφή με τα προωθημένα περιβάλλοντα της Άρτας και της Αθήνας επιτρέπει στον Μακρυγιάννη να εγκολπωθεί ευκολότερα τον νεωτερικό λόγο της εκσυγχρονιστικής επαναστατικής μερίδας συγκριτικά με άλλους οπλαρχηγούς. Στην οπτική του Μακρυγιάννη, η ισχυρή Διοίκηση μπορεί να εγγυηθεί την αποτελεσματική διαχείριση του πολέμου για το συλλογικό εθνικό καλό, αλλά και να φροντίσει, με την τήρηση των νόμων, την αποκατάσταση των αγωνιστών. Έτσι ο Μακρυγιάννης γίνεται άθελά του φορέας εκείνης της πολιτικής πρακτικής που καταστρέφει τον παραδοσιακό κόσμο του καπετάνιου Μακρυγιάννη.

Το μετεπαναστατικό εθνικό κράτος με τους σύγχρονους θεσμούς και τον τακτικό στρατό οδηγεί στο περιθώριο τους παραδοσιακούς οπλαρχηγούς. Ορισμένοι θα αντιδράσουν στρεφόμενοι στην ατομική ανταρσία. Ο Μακρυγιάννης, αξιοσέβαστος πλέον στρατιωτικός και πολιτικός, με αξιοσημείωτη περιουσία στην πρωτεύουσα, δεν ρισκάρει μια τέτοια κίνηση. Συμμετέχει βεβαίως σε μυστικές συνωμοτικές εταιρείες και πρωταγωνιστεί στο κίνημα της 3ης Σεπτέμβρη. Ωστόσο δεν στοχεύει στη διεύρυνση των φιλελεύθερων θεσμών, επιδιώκει αφενός την εκδίωξη των ετεροχθόνων που καταλαμβάνουν τις θέσεις που δικαιούνται οι αγωνιστές και αφετέρου την υποστήριξη του ορθόδοξου δόγματος που απειλείται από τη διάρρηξη των σχέσεων της ελλαδικής Εκκλησίας με το Πατριαρχείο και από το γεγονός ότι δεν είχε καθοριστεί ρητά το θρήσκευμα του διαδόχου.

Σε όλη του τη ζωή ο Μακρυγιάννης κινήθηκε στο μεταίχμιο μεταξύ παραδοσιακού και νεωτερικού κόσμου. Η υιοθέτηση του νεωτερικού λεξιλογίου παρέμεινε επιφανειακή. Ουσιαστικά πάντα θα επιχειρεί να υποστηρίξει τα δίκια του, τα δίκια δηλαδή των παραδοσιακών ενόπλων, κινούμενος αναγκαστικά στο πλαίσιο που επιβάλλουν οι νεωτερικοί εθνικοί θεσμοί, για την κατίσχυση των οποίων ο ίδιος πολέμησε σκληρά. Άλλα σκόπευε με τη δράση του και άλλα έγιναν. Αυτή ήταν η αντίφαση που έζησαν οι παραδοσιακοί αγωνιστές της επανάστασης: πολέμησαν για να διευρύνουν την τοπική τους εξουσία αλλά αυτός ο πόλεμος τους οδήγησε στην απώλεια αυτής της εξουσίας. Ο μόνος τους δρόμος ήταν να επικαλούνται τους νόμους, που γι’ αυτούς σήμαινε την αποκατάσταση των αγωνιστών. Η επίκληση των νόμων όμως τους καθιστούσε ασυνείδητα και άθελά τους πολιτικά υποκείμενα της νεωτερικότητας. 

 

Οι όροι της κοινωνικής μεταβολής και το δίδαγμα της ελληνικής επανάστασης

Θα μπορούσε όμως, νομίζω, να υποστηριχθεί ότι η μακρυγιαννική οπτική της πατρίδας δεν αποτελεί απλώς ώσμωση παραδοσιακών και νεωτερικών στοιχείων, αλλά συνιστά μια άλλη εκδοχή νεωτερικότητας ή έναν άλλο δρόμο προς αυτήν. Χώρες, άλλωστε, όπως η Σερβία ή η Αίγυπτος που προήλθαν επίσης από το οθωμανικό χωνευτήρι, ακολούθησαν διαφορετικές και πιο αργές διαδρομές, συγκροτώντας εν πολλοίς κοινωνίες όχι απλώς με διαφορετικούς βαθμούς ένταξης στη νεωτερικότητα, αλλά με έμφαση σε διαφορετικά στοιχεία και πλευρές της στο άνυσμα του χρόνου. Από αυτή την άποψη η νεωτερικότητα δεν είναι μία και ενιαία που υπακούει στο αυστηρά προσδιορισμένο αντιπροσωπευτικό φιλελεύθερο μοντέλο, αλλά σε κάθε περίπτωση συνιστά την εκάστοτε συνισταμένη διαφορετικών εκδοχών που εκφράζουν διαφορετικά, αν και όχι κατ’ ανάγκην αντίπαλα, πολιτικά προγράμματα και κοινωνικά συμφέροντα.

Στην πλούσια αυτή μελέτη θα βοηθούσε μια ενότητα αφιερωμένη στα οικονομικά του Μακρυγιάννη, η οποία θα συγκέντρωνε τα πολλαπλά σχετικά στοιχεία που προσφέρει ο συγγραφέας σε διάφορα σημεία του βιβλίου. Η μελέτη είναι χτισμένη στον άξονα της μετάβασης από την παραδοσιακή κουλτούρα στη νεωτερική. Στη δεδομένη δομή αποδυναμώνεται η διάσταση των οικονομικών παραμέτρων αυτής της μετάβασης, κυρίως επειδή η αποσπασματική έκθεση των οικονομικών στοιχείων δεν αναδεικνύει τις συνέχειες ή τις ασυνέχειες των οικονομικών στρατηγικών του Μακρυγιάννη που υποβαστάζουν ή υπονομεύουν τη μετάβαση. Η αποτίμηση των οικονομικών πρακτικών και στρατηγικών του Μακρυγιάννη σε μια ξεχωριστή ενότητα θα μπορούσε να υποδείξει σαφέστερα σε ποιο βαθμό οι πολιτικές επιλογές του Μακρυγιάννη συνδέονταν με οικονομικά κίνητρα και στόχους. Θα μπορούσε επίσης να δείξει σαφέστερα πλευρές της οικονομίας του πολέμου και οικονομικές στρατηγικές των πρωταγωνιστών της που εκβάλλουν στην κοινωνική διαμόρφωση της μετεπαναστατικής Ελλάδας.

Κάθε ιστορικό βιβλίο είναι πριν απ’ όλα μάρτυρας της εποχής που γράφτηκε. Σήμερα που οι μεγάλες επαναστατικές αλλαγές μοιάζει να δυσκολεύονται να βρουν τόπο ακόμη και στα οράματα των πολιτικών υποκειμένων, ο Θεοτοκάς ενδιαφέρεται να διερευνήσει τους όρους κοινωνικής μεταβολής και τους δρόμους που άνθρωποι και κοινωνικά σύνολα, οι οποίοι δεν ήταν καταρχήν προσανατολισμένοι στην επαναστατική αλλαγή, την πλαισίωσαν, την οικειοποιήθηκαν και την προώθησαν, προσπαθώντας να την αναδιαμορφώσουν στα δικά τους μέτρα και ανάγκες, ανάλογα και με τα όρια δεκτικότητάς τους στις αλλαγές. Όρια δεκτικότητας που εξαρτώνται τόσο από την κουλτούρα και τα οικονομικοκοινωνικά συμφέροντά τους, όσο και τη δυνατότητα ή την ικανότητα του νέου συνασπισμού εξουσίας να τους ενσωματώσει. Η μεγάλη συνεισφορά του βιβλίου του Θεοτοκά είναι ότι υπονομεύει τα σκληρά ερμηνευτικά σχήματα της επανάστασης δείχνοντας πώς το παλιό διαπλέκεται με το καινούριο, μια συμπλοκή που οδηγεί σε επαναπροσδιορισμούς και σε νέες συνθέσεις. Από αυτή την άποψη, η μελέτη του Θεοτοκά έχει ευρύτερη θεωρητική αξία και περιθώρια εφαρμογής και σε άλλες συγκυρίες πυκνών μετασχηματισμών.

 

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 03 (07.2013)