η πρόκληση της δημοκρατίας στην καθημερινή κουλτούρα

 

Το πρόγραμμα πολιτισμού του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Κριτική και αντιπροτάσεις

 

Μυρσίνη Ζορμπά

 

Μικρό ιστορικό για την Αριστερά και τον πολιτισμό

Η ελληνική Αριστερά βίωνε και συζητούσε ανέκαθεν τα ζητήματα της κουλτούρας σε επίπεδο αντίστασης και ταυτοτικής διεκδίκησης, όπου τα κατάφερνε με επάρκεια αφομοιώνοντας το λαϊκό. Αντίθετα, όταν δοκίμαζε να διατυπώσει τους όρους μιας πολιτιστικής πολιτικής, παλινδρομούσε ανάμεσα στην υπαρξιακή αγωνία της αξιακής βελτίωσης του ατόμου, στις προσδοκίες για έναν καλύτερο κόσμο και την κρατικιστική λογική του προϋπάρχοντος μοντέλου διανθισμένη με συντεχνιακά αιτήματα. Όσο η Ευρώπη ήταν διαιρεμένη, και υπήρχε η αναφορά στον υπαρκτό σοσιαλισμό, κάτι τέτοιο μπορούσε να δικαιολογηθεί, μολονότι το ανανεωτικό ρεύμα της προοδευτικής δυτικής διανόησης έδειχνε τον δρόμο της εξόδου ήδη από το 1956. Στην επόμενη δεκαετία και, ιδιαίτερα μετά το 1968, έγινε κατανοητό ότι η κουλτούρα δεν μπορούσε να αναχθεί ούτε στην οικονομία ως εποικοδόμημά της, ούτε στην ιδεολογία ως λάιτ εκδοχή της, ούτε στην ανθρωπολογική μεταποίηση των ατόμων, ούτε σε κρατική υποχρέωση. Άρχισε να εμπεδώνεται η αντίληψη ότι η κουλτούρα υφαίνεται μέσα στην καθημερινή ζωή, στις πολιτισμικές πρακτικές της κοινωνίας, που είναι γεμάτες συγκρούσεις και αναμετρήσεις συμβολικής ισχύος και κύρους, διαθέτει τη δική της οικονομία νοημάτων, στάσεων, νοοτροπιών και συμπεριφορών. Είναι, με μια λέξη, παραγωγός και όχι παράγωγο. Για να κάνει κάποιος πολιτική, πρέπει να το κατανοήσει αυτό καλά. Συνεπώς, οποιαδήποτε πολιτική διαχείριση, ρυθμιστική ή παρεμβατική, οφείλει να παίρνει σοβαρά υπόψη της το ζωντανό σώμα του πολιτισμού, τις ανάγκες, τις εσωτερικές διεργασίες και συγκρούσεις, τον πυρετό του, τα δεσμά που τον καθηλώνουν και τα στοιχεία που τον αναζωογονούν, τις σχέσεις και τις διασυνδέσεις του, προκειμένου να προτείνει ένα νέο πολιτικό σχέδιο.

Από τον Μαγιακόφσκι και τον Λουνατσάρσκι ώς τον Ζντάνοφ και από την Τέχνη για τον λαό, τη θεωρία της αντανάκλασης, την προλετκούλτ, τη στρατευμένη τέχνη, ώς τα καθ’ ημάς –πολιτικό τραγούδι, Θεοδωράκης, Νεολαία Λαμπράκη, γραφεία Διαφώτισης, Επιθεώρηση Τέχνης– χύθηκε πολύ μελάνι, λογοκρισία και αρκετά δάκρυα. Με το μαράζι επιπλέον ενός μόνιμου πολιτισμικού πεσιμισμού να καίει τα σωθικά, το αποτέλεσμα ήταν μερικές ευτυχισμένες συγκυρίες και πολλή θολή αντίληψη και απαισιοδοξία για το επισφαλές διακύβευμα: Ποια πολιτική για τον πολιτισμό;

Στη Μεταπολίτευση, με την εκδοτική άνθηση και τη βιοποικιλότητα των ιδεών και των εκφράσεων που κυριάρχησε, φάνηκε να κερδίζει έδαφος η γκραμσιανή προσέγγιση, που αναγνώριζε στις λεγόμενες υποδεέστερες τάξεις τη δυνατότητά τους να αντιστέκονται αλλά και να αυτονομούνται απέναντι στην κυρίαρχη κουλτούρα, διεκδικώντας την «ηγεμονία». Ήταν μια σημαντική αλλαγή προσανατολισμού για πολλούς λόγους. Κατάφερνε να απαγκιστρώσει τον προβληματισμό από το μανιχαϊκό σχήμα βάση-εποικοδόμημα, να συγκροτήσει μια κοινωνικοπολιτισμική προσέγγιση, διεύρυνε το πεδίο του ενδιαφέροντος από τις τέχνες αποκλειστικά στις συμπεριφορές και την καθημερινή ζωή, εξέταζε κάτω από νέο φως τον ρόλο των διανοουμένων, απέφευγε την ιεραρχική διαφωτιστική οπτική και πρόσφερε το έδαφος για να αναπτυχθεί ένα προοδευτικό πεδίο πολιτισμικής ανάλυσης, που σε άλλες χώρες της Ευρώπης κατέλαβε τις ακαδημαϊκές έδρες των Πολιτισμικών Σπουδών.

Ο Γκράμσι αγαπήθηκε και συζητήθηκε πολύ στην Ελλάδα, επηρέασε πολιτικά ένα μεγάλο αριστερό ρεύμα σκέψης, αλλά το ελληνικό πανεπιστήμιο δεν ενσωμάτωσε εγκαίρως τις Πολιτισμικές Σπουδές, ενώ ενδιαφέρθηκε καθυστερημένα για την πιο εργαλειακή «Πολιτιστική Διαχείριση». Όταν στις αρχές του ’80 ήρθε η στιγμή να διατυπωθεί μια προοδευτική πολιτιστική πολιτική, επικράτησαν οι ιδεολογικές αντιλήψεις της εθνολαϊκής παράδοσης που διέθετε το ΠΑ.ΣΟ.Κ. Τα κείμενα των κλαδικών, τα κομματικά φυλλάδια, οι ομιλίες του Ανδρέα Παπανδρέου και, αργότερα, η πολιτική της Μελίνας στο Υπουργείο Πολιτισμού είναι πολύ χαρακτηριστικά του κλίματος, των στοχεύσεων, της πορείας και της κατάληξης αυτών των αντιλήψεων. Ο βασικός στόχος αυτού του εγχειρήματος ήταν «πώς θα έρθει ο λαός κοντά στην Κουλτούρα».

Αξίζει να δει κανείς τις εννοιολογήσεις, τις πολιτικές στοχεύσεις, την εφήμερη και την ανθεκτική πλευρά αυτού του εγχειρήματος, ακόμη και το πώς λοιδορήθηκε – θυμηθείτε τα περί Μπρεχτ και κουλτουριάρηδων. Ήταν μια απόπειρα πολιτιστικού εκδημοκρατισμού που άφησε ευδιάκριτα τα ίχνη της. Αλλά λίγο το αρχαίο αξεπέραστο μεγαλείο, λίγο οι εθνικές μεγάλες ιδέες κι από κοντά ένας αριστερός αριστοκρατισμός, δεν επέτρεψαν να γίνει κατανοητή η σημασία της δημοκρατίας στο πολιτισμικό πεδίο. Διακρίσεις και ανισότητες παρέμειναν αδιατάρακτες, μολονότι η κουλτούρα άρχιζε να καταλαμβάνει ολοένα και πιο κεντρική θέση στον τρόπο ζωής και στις νέες συνθήκες. Έτσι, παραμείναμε στάσιμοι στο πλαίσιο ενός εκδημοκρατισμού που δεν υποστηριζόταν πια στη δεκαετία του ’90 τόσο από την κρατική παρέμβαση όσο από την πρόκληση και τη ραγδαία διάδοση των τεχνολογιών.

  

Τα νέα δεδομένα χρειάζονται νέες επεξεργασίες 

Με αυτά τα δεδομένα και με μεγάλες κρίσιμες αντιθέσεις να λαμβάνουν χώρα, το πρόγραμμα πολιτισμού του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. μιλάει δυστυχώς τη γλώσσα του παρελθόντος, με αφοριστικά αξιώματα για τον κακό πολιτισμικό ιμπεριαλισμό, αλλά δεν καταφέρνει να πιάσει το νόημα της εποχής. Το πρόγραμμα αντί να χτυπάει την καρδιά του προβλήματος, που είναι οι δημοκρατικές διαστάσεις του πολιτισμού μέσα στο νέο περιβάλλον ριζικής αναδιάταξης των δρώντων, καταγγέλλει το «παγκοσμιοποιημένο στιλ ζωής» αδυνατώντας να ανιχνεύσει ένα νέο παράδειγμα. Παραμένουν στη σκιά όλες οι πολιτικές που θα το καθιστούσαν αριστερό με τη σύγχρονη έννοια, στην κατεύθυνση του πλουραλισμού της πληροφόρησης, της αναδιανομής των πολιτισμικών πόρων, του επαναπροσδιορισμού εντέλει του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας.

Παρά ταύτα, είναι κρίσιμο να υπάρξει παραγωγικός διάλογος γύρω από την πολιτική του πολιτισμού, τη στιγμή που το παλιό κρατικιστικό μοντέλο έχει καταρρεύσει, εγκαταλείποντας τον στρατηγικό σχεδιασμό του πολιτιστικού παρόντος της χώρας χωρίς καμία πολιτική εγγύηση. Είναι κρίσιμο να υπάρξει διάλογος που θα αντιλαμβάνεται τι αλλάζει στον ρόλο του κράτους και τι στο ίδιο το σώμα της πολιτισμικής ζωής εξαιτίας της κρίσης, στο πεδίο των νοοτροπιών, των στάσεων, των ταυτοτήτων, της συμβίωσης. Χρειαζόμαστε έναν διάλογο που θα αντιλαμβάνεται πώς παράγονται οι πολιτισμικές απαντήσεις στην κρίση μέσα από μήτρες συλλογικές ή ατομικιστικές, αλληλεγγύης ή ακραίου ανταγωνισμού, ακόμη εξεγερσιακές ή ναζιστικές. Χρειάζεται να δούμε πώς τα εργαστήρια της κρίσης παράγουν νέες ταυτότητες. Μας χρειάζεται η πυκνή περιγραφή (thick description) και η αποκωδικοποίηση του ψηφιακού κόσμου. Να προσέξουμε χωρίς προκάτ ιδέες τις αναδυόμενες κουλτούρες, τους φόβους και τις προσδοκίες μιας κοινωνίας σε πανικό αβεβαιότητας. Εντέλει, ένας διάλογος που στην πορεία θα είναι σε θέση να αλλάξει τον τρόπο που γίνεται αντιληπτή η ίδια η έννοια της κουλτούρας και της πολιτικής της διαχείρισης.

  

Ο καταγγελτικός λόγος συσκοτίζει 

Αυτός ο διάλογος, ωστόσο, δεν βρίσκει έδαφος να αναπτυχθεί στη σκιά ενός καταγγελτικού λόγου που αφορίζει «τη διεθνοποιημένη μαζική εμπορική κουλτούρα που παράγεται στα μητροπολιτικά καπιταλιστικά κέντρα» και που αντιμετωπίζει την Ελλάδα σαν μια χώρα «με πλούσια αλλά ανεκμετάλλευτη σύγχρονη πολιτιστική δημιουργία και πολιτιστική κληρονομιά» ή σαν «εξαρτημένη και περιθωριακή μέσα στον διεθνή καταμερισμό παραγωγής πολιτισμού» ή που θεωρεί ότι «έχει υποβαθμιστεί η γηγενής πολιτιστική παραγωγή υπό το βάρος των εισαγωγών, ενώ η συρρικνωμένη εντόπια παραγωγή τείνει να μιμείται συνεχώς τα κριτήρια των εμπορικά επιτυχημένων συνταγών».

Μπορεί να υποστηρίξει κανείς σοβαρά ότι ζούμε σε μια χώρα που έχει εξοβελιστεί από το διεθνές δίκτυο διακίνησης πολιτισμικών προϊόντων; Που δεν συμμετέχει στο ευρωπαϊκό και διεθνές πολιτισμικό περιβάλλον; Που έχει ομογενοποιημένο «γούστο», αποσπώντας κάθε πνευματική ικμάδα από τον πολίτη και μετατρέποντάς τον σε αδρανή οργανισμό, ανίκανο και ανήμπορο να αντισταθεί; Αλλά εάν η Αριστερά θεωρεί τους πολίτες αδρανείς, ανίκανους και ανήμπορους, τότε ποιοι θα την ψηφίσουν για να κυβερνήσει, με ποιους και για ποιους διατυπώνει το πολιτιστικό της πρόγραμμα;

Το πρόγραμμα πολιτισμού του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. επαναφέρει τώρα το θέμα της πολιτικοποίησης της κουλτούρας, μέσα από τις ερμηνευτικές γραμμές του «πολιτιστικού ιμπεριαλισμού», του «νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού» και της «εξαρτημένης και περιθωριακής θέσης της χώρας μας, μέσα στον διεθνή καταμερισμό παραγωγής πολιτισμού». Είναι μια γραμμή σκέψης που προκάλεσε και ξάφνιασε, καθώς έχει από καιρό παραμεριστεί από πιο παραγωγικές προσεγγίσεις πολιτισμικής ανάλυσης, λιγότερο ιδεολογικές και αναγωγικές και περισσότερο εδραιωμένες στο πολιτισμικό πεδίο. Ένα πεδίο που ο προβληματισμός του ανανεώθηκε μέσα στο γενικότερο πλαίσιο της παγκοσμιοποίησης, της πολυπολιτισμικότητας, της διαφορετικότητας και, εντέλει, της κρίσης στη χώρα μας. Είναι αξιοσημείωτο ότι η κρίση δεν κατάφερε να μπλοκάρει, να περιορίσει ή να αδρανοποιήσει την πολιτισμική έκφραση. Αντίθετα, μπορεί να υποστηρίξει κανείς ότι πάνω στην κρίση ταυτότητας, που για πολλούς λόγους και με πολλές μεθόδους βρήκε έδαφος να καλλιεργηθεί, υπήρξε ισχυρή ενεργοποίηση που άνοιξε έναν έντονο διάλογο. Ο διάλογος αυτός περιλαμβάνει προσεγγίσεις που προέρχονται από την ακαδημαϊκή κοινότητα, την κρατική πολιτική, τους θεσμικούς φορείς, από τον κόσμο της διαχείρισης, των μεγάλων ιδρυμάτων, των μουσείων, του εθελοντισμού, και διασταυρώνεται με τα σχέδια για μεγάλα έργα, με τις τεχνολογίες, τις τέχνες, τις πολιτιστικές πρακτικές των νέων, τον τουρισμό και την πολιτιστική βιομηχανία.

 

Η αλλαγή παραδείγματος

Στη σημερινή συγκυρία, με τις βαθιές ριζικές ανατροπές που συντελούνται στο σώμα του κράτους και της κοινωνίας, ζούμε τις οδύνες της αλλαγής παραδείγματος στο πολιτισμικό πεδίο. Γι’ αυτόν τον λόγο, ο δημόσιος διάλογος θα πρέπει να στοχεύσει ριζοσπαστικά στον επαναπροσδιορισμό του πολιτισμικού κεφαλαίου της χώρας, της σύστασης και των συναρμογών του. Ο επαναπροσδιορισμός θα επιτρέψει να αναδειχθούν οι τρόποι αναδιοργάνωσης των πόρων και αναδιάρθρωσης των δομών, η ανασυγκρότηση της πολιτισμικής ιθαγένειας, οι πολιτικές, η στρατηγική και οι μέθοδοι της κρατικής παρέμβασης.

Οι νέες τεχνολογίες ανέτρεψαν το μοντέλο που γνωρίζαμε, προσφέροντας φθηνή και εύκολη πρόσβαση σε πολιτιστικά προϊόντα και υπηρεσίες. Έφεραν στο προσκήνιο νέες πολιτιστικές πρακτικές, ενίσχυσαν τη δυνατότητα επικοινωνίας. Όλα αυτά προκάλεσαν μεγάλες προσδοκίες σχετικά με τη διεύρυνση των δημοκρατικών λειτουργιών, αν και προέρχονταν από τη γιγάντωση ιδιωτικών εταιρειών με πολλά ερωτηματικά ως προς το πλαίσιο κανόνων και τις εγγυήσεις ελέγχου.

Αλλά γιατί τόσο ενδιαφέρον για τον πολιτισμό σε μια τέτοια εποχή; Καθώς το πεδίο πυκνώνει και τη διαχείρισή του διεκδικούν αποφασιστικά και επιθετικά πολλοί δρώντες, ο διάλογος ανοίγει πλατιά μέτωπα στο κενό που αφήνει η απόσυρση του κράτους, ενώ συντηρείται και υποστηρίζεται συχνά από μεγάλους ιδιωτικούς προϋπολογισμούς, χορηγίες, επικοινωνιακές στρατηγικές, πολιτικές τεχνικές μαζικής χειραγώγησης, μεγαλεπήβολους επενδυτικούς σχεδιασμούς που, όχι σπάνια, έχουν τη ματιά και το χέρι στραμμένα στο Ε.Σ.Π.Α. Μέσα από αυτόν τον διάλογο δεν καθορίζονται μόνο οι γραμμές παραγωγής και αναπαραγωγής προϊόντων και υπηρεσιών πολιτισμού και ποιος θα προσελκύσει το κοινό, αλλά καταλαμβάνονται στρατηγικές θέσεις, σημαντικές στη διαμόρφωση της ταυτότητας της χώρας και της νεότερης γενιάς. Εδώ βρίσκεται το εργαστήρι της μελλοντικής εικόνας της χώρας και της ανθρωπογεωγραφίας της.

Η αλλαγή παραδείγματος έχει ήδη προχωρήσει γύρω μας, στην παραγωγή και τη διανομή της κουλτούρας, στη συμβολική οικονομία των νοημάτων, στις πολιτιστικές πρακτικές, στις ανισότητες και τις διακρίσεις, στα κάθε είδους έκτασης και έντασης δίκτυα, στον ψηφιακό κόσμο που αναπτύσσεται ραγδαία. Αν δεν υπάρξει ένα συντεταγμένο σχέδιο πολιτικής πρωτοβουλίας, οι αλλαγές που θα πραγματοποιηθούν κινδυνεύουν να γίνουν ερήμην των πιο ευάλωτων ομάδων, ερήμην του δημοσίου συμφέροντος, ερήμην της κοινωνικής αλληλεγγύης που κρατάει μια κοινωνία πολιτισμικά ζωντανή. Εάν ως ενσυνείδητοι πολίτες πρεσβεύουμε την πολιτική ισοτιμία και την ενεργό συμμετοχή, θα πρέπει και να αντιλαμβανόμαστε καλά ότι χωρίς την πολιτισμική ενδοχώρα της η δημοκρατία είναι ρηχή και ανίσχυρη να σταθεί αντιμέτωπη στις επιθέσεις της βίας και του αυταρχισμού.

 

Πολιτισμική δημοκρατία. Το κρίσιμο διακύβευμα

Το πρόταγμα της πολιτισμικής δημοκρατίας αποτελεί ένα πολιτικό διακύβευμα που αφορά εξίσου τόσο το πεδίο της κουλτούρας όσο και της πολιτικής. Αφορά τόσο την πολιτική κουλτούρα της καθημερινής ζωής όσο και την καθημερινή κουλτούρα της πολιτικής. Εάν η πολιτική ατζέντα δεν μπει στη δοκιμασία των αιτημάτων της πολιτισμικής ατζέντας, εάν δεν μπορεί να δώσει ικανοποιητικές απαντήσεις στους αποκλεισμένους, τους περιθωριοποιημένους, τους στιγματισμένους, τότε περιορίζεται ασφυκτικά το βάθος της δημοκρατίας και χάνει την κοινωνική της αποτελεσματικότητα. Η παραγνώριση της πολιτισμικής διάστασης της δημοκρατίας, που βιώνουμε με την όλο και φτωχότερη δημόσια εκπαίδευση, το έλλειμμα πληροφόρησης των Μ.Μ.Ε., τον περιορισμό του κράτους πρόνοιας που παράγει περιθωριοποίηση, την ανεργία, την αβεβαιότητα και τις άδικες κατανομές των δημοσίων δαπανών, οδηγεί στον κίνδυνο της πιο σκοτεινής και απεχθούς κοινωνικής μηχανικής που επιβάλλεται πάνω σε μια κοινωνία σε κρίση. Η δημοκρατία στην καθημερινή μας κουλτούρα, δηλαδή εκεί όπου συγκροτείται η ταυτότητα του δημοκρατικού πολίτη, είναι η καλύτερη γραμμή άμυνας της δημοκρατίας απέναντι στους εχθρούς της κάτω από τις σημερινές συνθήκες. Μια τέτοια πολιτισμική πολιτική οφείλει να επινοήσει η Αριστερά εάν θέλει να αλλάξει τη σημερινή κρίσιμη και μοιραία πραγματικότητα. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 18 (10.2014)