αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί

 

Γιατί έχει σημασία να σκεφτόμαστε τον φασισμό ιστορικά;

 

Ποθητή Χαντζαρούλα

 

Η μνήμη του Ολοκαυτώματος στοιχειώνει τον κόσμο των ζωντανών, ακόμα περισσότερο των επιζώντων, εξαιτίας και της αναβίωσης του φασισμού στην Ευρώπη. Η ιστορική προσέγγιση του φασισμού έχει σημασία, επειδή είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε και να αναγνωρίζουμε την ιδεολογία, την κουλτούρα και τις στρατηγικές εδραίωσης του φασισμού σε μαζικό φαινόμενο. Αυτή η γνώση δεν μας επιτρέπει πλέον να εκπλησσόμαστε ούτε να θεωρούμε τις εκδηλώσεις του φασισμού ως ανώδυνες. Όχι μόνο επειδή σε αυτή την «αντι-ιδεολογική ιδεολογία» στρατεύτηκαν οι πολίτες με ενθουσιασμό για τον «κοινό σκοπό».1 Αλλά και επειδή η μεταπολεμική Ευρώπη συγκάλυψε ενοχλητικές μνήμες και εμφανίστηκε ως θύμα του ναζισμού. Οι εμπλεκόμενες χώρες απέκτησαν μερίδιο από τη νέα συλλογική ταυτότητα του νικητή απέναντι σε έναν εχθρό που ενσάρκωνε το απόλυτο κακό.2 Αυτοί οι ευρωπαϊκοί μύθοι μιας Ευρώπης θύματος του ναζισμού, όπως εύστοχα παρατηρεί ο Mark Mazower, διαλαλούσαν τον αναπότρεπτο θρίαμβο της ελευθερίας.3

Θα αναφερθώ σε τέσσερα ζητήματα που αφορούν την ερμηνεία του φασιστικού φαινομένου από τη σύγχρονη ιστορική και κοινωνιολογική έρευνα και μπορούν να φωτίσουν τη φασιστική ιδεολογία σήμερα.

 

Οι ρίζες του φασισμού στη νεωτερικότητα

Ποιες ήταν οι ρίζες του φασισμού και κατά πόσο ο φασισμός αποτελεί παραφωνία στην ευρωπαϊκή φιλελεύθερη παράδοση; Ο φασισμός αποτελεί ευρωπαϊκή κληρονομιά. Ιδιαίτερα ο εθνικοσοσιαλισμός εντάσσεται στο κύριο ρεύμα όχι μόνο της γερμανικής αλλά και της ευρωπαϊκής ιστορίας. Επιπλέον ο φασισμός αντιμετωπίζεται ως η πλέον ευρωκεντρική ιδεολογία. Ήταν ένα πιστεύω ταυτόχρονα αντιαμερικανικό και αντιμπολσεβικικό.4

Ιστορικοί αλλά και κοινωνιολόγοι, όπως ο Zygmunt Bauman και ο Paul Gilroy αναλύουν τον φασισμό εντός του πλαισίου της νεωτερικότητας. Εννοούν με τη νεωτερικότητα την αλληλοδιείσδυση καπιταλισμού, δημοκρατίας και εκβιομηχάνισης. Θεωρούν την έννοια της νεωτερικότητας χρήσιμη πρώτον επειδή δεν περιορίζει τη συζήτηση για τον φασισμό στη Γερμανία, επειδή βγάζει τη συζήτηση από τον γερμανικό δρόμο. Δεν αντιπροσωπεύει δηλαδή μόνη της η Γερμανία την ανήθικη συμπεριφορά του αφανιστικού αντισημιτισμού. Δεύτερον, επειδή εισάγει μια σειρά φιλοσοφικά και ιστορικά προβλήματα στα οποία εντάσσεται το θεμελιώδες ζήτημα της σχέσης μεταξύ φυλετικού εθνικισμού, διακυβέρνησης και ορθολογισμού.

Η κατηγοριοποίηση με βάση ουσιοκρατικές ταξινομήσεις σύμφωνα με τις οποίες διαχωρίζονται ομάδες ανθρώπων με βάση τον πολιτισμό τους ή τη φύση τους είναι μια στρατηγική αποκλεισμού. Αυτή η στρατηγική υπήρξε εξαιρετικά σημαντική για τη νεωτερική εποχή. Η επιστημονική διαχείριση που ενσωματώθηκε στη γραφειοκρατική οργάνωση –η ικανότητα συντονισμού των πράξεων μεγάλου αριθμού ανθρώπων και της παραγωγής αποτελεσμάτων ανεξάρτητα από την ιδιοσυγκρασία, τις πεποιθήσεις και τα συναισθήματα των ατομικών δραστών– αποτελεί ένα δεύτερο χαρακτηριστικό της νεωτερικής εποχής. Αυτά τα δύο στοιχεία έκαναν δυνατή, σύμφωνα με τον Bauman, τη γενοκτονία και την εκτέλεσή της με τέτοια αποτελεσματικότητα και σε τέτοια κλίμακα, ώστε να τοποθετείται το Ολοκαύτωμα σε διακριτή θέση σε σχέση με τις προηγούμενες περιπτώσεις μαζικής δολοφονίας. Το τρίτο στοιχείο είναι η διάσταση της ασφάλειας, όπου η γενοκτονία εμφανίζεται ως αποκατάσταση της τάξης. Τα κράτη εμφανίζονται αποφασιστικά, δραστήρια και χρήσιμα και μπορούν να αντλήσουν εκλογική υποστήριξη προβάλλοντας την περιφρούρηση τόσο της σωματικής ασφάλειας όσο και της ασφάλειας που επεκτείνεται πέρα από το σώμα (ατομική ιδιοκτησία, σπίτι, δρόμος, γειτονιά, περιβάλλον). Ένα μεγάλο τμήμα της αγωνίας για τον νόμο και την τάξη εστιάζει στις μορφές του ταξιδιώτη, μετανάστη, αυτού που περιφέρεται ύποπτα, αυτού που παρενοχλεί.5 Οι μαρτυρίες των επιζησάντων του ναυαγίου στο Φαρμακονήσι επιβεβαιώνουν με τον πιο τραγικό τρόπο τις κρατικές πολιτικές που, στο όνομα της ασφάλειας και με στόχο την αλίευση ψήφων από την Ακροδεξιά, αντιμετωπίζουν τους/τις πρόσφυγες ως ζωές που δεν αξίζουν να ζουν.

Ο Gilroy αναζητά τις φιλοσοφικές ρίζες της ναζιστικής γενοκτονίας στις θεωρίες της κοινότητας, της ηθικής και της αμοιβαιότητας. Η φυλή, η θρησκεία, το χρώμα ή η εθνικότητα αφαιρούσαν την πρόσβαση στην οικουμενική ανθρώπινη ταυτότητα. Η ιδέα της ανθρωπότητας μονοπωλούνταν από την Ευρώπη: μπορούσε να υπάρχει μόνο στις οριοθετημένες εδαφικές μονάδες όπου η αυθεντική και αληθινή κουλτούρα θα ρίζωνε κάτω από το χωρίς συναίσθημα μάτι της ευγονικής κυβέρνησης.6 Στη ναζιστική Γερμανία το στρατόπεδο συγκέντρωσης αποτέλεσε το εργαστήριο στο οποίο επαναπροσδιορίστηκε το ποιος λογίζεται ως ανθρώπινο ον. Η ουσία του Ολοκαυτώματος έγκειται, όπως δείχνει η Hannah Arendt, στην προσπάθεια να αφαιρεθεί η ανθρώπινη ιδιότητα και να καταστήσει ομάδες ανθρώπων περιττές.7

Ο λόγος για τη φυλή, η «φυλετικολογία», αποτελεί για τον Gilroy ένα διακριτό καθεστώς αλήθειας της νεωτερικότητας. Οι αποικιακές κοινωνίες και διαμάχες παρείχαν το πλαίσιο στο οποίο αναδύθηκαν τα στρατόπεδα συγκέντρωσης ως νέες μορφές πολιτικής διοίκησης, διαχείρισης του πληθυσμού, πολέμου και καταναγκαστικής εργασίας. Η «φυλή» ήρθε στο προσκήνιο όχι ως απλό ζήτημα τυπολογίας αλλά ως αρμόζον αντικείμενο της φιλοσοφίας.8

Η επαναστατική ρητορική του ναζισμού συγκάλυπτε επίσης μεγάλες ιδεολογικές και θεσμικές συνέχειες με το παρελθόν. Η οικοδόμηση ενός φυλετικού-εθνικιστικού συστήματος κοινωνικής ευημερίας ωθούσε στα άκρα τάσεις ορατές γενικότερα στην ευρωπαϊκή σκέψη.9

Ο Eric Hobsbawm ελαχιστοποιεί τη σημασία του φασισμού, καθώς επικεντρώνεται στον αγώνα ανάμεσα στον κομμουνισμό και τον καπιταλισμό. Σύμφωνα με τον Mazower, «Η πολιτική δεν μπορεί να θεωρηθεί επιφαινόμενο της οικονομίας: πρέπει να παίρνουμε στα σοβαρά τις διαφορές στις αξίες και στις ιδεολογίες και όχι να τις θεωρούμε απλώς τεχνάσματα στην υπηρεσία ταξικών συμφερόντων. Με άλλα λόγια ο φασισμός δεν ήταν απλώς άλλη μια μορφή καπιταλισμού».10

Όπως έχει δείξει ο Mazower, η ναζιστική Νέα Τάξη βασιζόταν στην ουτοπία μιας δυναμικής, φυλετικά αποκαθαρμένης γερμανικής αυτοκρατορίας, που απαιτούσε έναν πόλεμο για να υλοποιηθεί. Η ουτοπία αυτή αποκάλυψε την καταστροφική δυναμική του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Η ναζιστική αυτοκρατορία ήταν κομμάτι του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού, με τη διαφορά ότι μετέφερε στην καρδιά της Ευρώπης το μοντέλο της βρετανικής αυτοκρατορίας, αντιμετωπίζοντας τους Ευρωπαίους σαν να ήταν Αφρικανοί. Η οικοδόμηση των φασιστικών αυτοκρατοριών σήμανε το αποκορύφωμα της διαδικασίας της ευρωπαϊκής ιμπεριαλιστικής επέκτασης που είχε αρχίσει το 1870. Ο Μουσολίνι και ο Χίτλερ αποδέχτηκαν τις βασικές γεωπολιτικές αρχές του ιμπεριαλισμού του 19ου αιώνα. Ο ναζιστικός ιμπεριαλισμός ζητούσε την επανεισαγωγή της δουλείας στην Ευρώπη και την ακύρωση όλων των εθνικών βλέψεων πέρα από τις γερμανικές.11

 

Ο φυλετικός εθνικισμός

Οι ρίζες του φυλετικού εθνικισμού του Χίτλερ βρίσκονταν στον αντισλαβικό και αντισημιτικό παγγερμανικό εθνικισμό της ύστερης Αυτοκρατορίας των Αψβούργων. Όμως το ιμπεριαλιστικό όραμα του Χίτλερ διαφοροποιούνταν καθώς συνελάμβανε την πολιτική ως φυλετική πάλη. Στόχος ήταν η προστασία της Volksgemeinschaft (της εθνολαϊκής κοινότητας) μέσω της δημιουργίας μιας υγιούς φυλετικής κοινότητας. Η ναζιστική δικαιοσύνη βασίστηκε στο Führerprinzip – σύμφωνα με αυτή την αρχή η δικαιοσύνη έπρεπε να αντανακλά τη βούληση του Χίτλερ, να λειτουργεί ως εργαλείο για τη δημιουργία μιας υγιούς φυλετικής κοινότητας. Ο νόμος έπαυε να προστατεύει τα δικαιώματα των Εβραίων και των τσιγγάνων αλλά και των «εκφυλισμένων» κατηγοριών των Αρίων: των ακοινωνικών, των ομοφυλοφίλων, των σωματικά και διανοητικά υστερούντων και άλλων.

Η εμφάνιση του γερμανικού φυλετικού κράτους πρόνοιας το 1935 με τους νόμους της Νυρεμβέργης και το πέρασμα το 1939 στους μαζικούς φόνους με την εκτέλεση με αέρια τροφίμων σε άσυλα και κλινικές αποτέλεσε το αποκορύφωμα πολύ διαδεδομένων τάσεων της ευρωπαϊκής κοινωνικής σκέψης. Οι έννοιες της φυλετικής ιεραρχίας οργάνωναν την αποικιοκρατική διακυβέρνηση και οι περισσότεροι Ευρωπαίοι θεωρούσαν ότι οι αντιλήψεις φυλετικής ανωτερότητας έπρεπε να λαμβάνονται υπόψη στη χάραξη της αποικιοκρατικής πολιτικής. «Ο αποκλεισμός ολόκληρων ομάδων από τα ευεργετήματα που απολάμβανε η “εθνική κοινότητα”, ο ορισμός αυτής της κοινότητας με βάση τη φυλετική βιολογία, η προσφυγή στην αστυνομική καταστολή και η ιατρική βία φώτισαν όλες τις αμφισημίες που χαρακτήριζαν την ευρωπαϊκή σκέψη σε σχέση με τη φυλή». Όμως σε λίγες χώρες απέκτησε ο βιολογικός φυλετισμός τόσο κεντρική σημασία για τον ορισμό του έθνους όσο στη μεσοπολεμική Γερμανία.12

 

Το Ολοκαύτωμα ως πολιτισμικό ζήτημα

Η προσέγγιση αυτή αποτελεί προσπάθεια να γεφυρώσει το χάσμα στις ιστορικές προσεγγίσεις που προσπαθούσαν να ερμηνεύσουν το Ολοκαύτωμα είτε με βάση την πρόθεση των ναζί να εξολοθρεύσουν τους Εβραίους είτε με βάση τη δομή. Η πρώτη προσέγγιση έδινε έμφαση στην ιδεολογία και η δεύτερη στον πόλεμο. Ο πόλεμος, σύμφωνα με τον Alon Confino, μπορεί να είναι το πλαίσιο αλλά όχι η ερμηνεία. Η βαρβαρότητα του πολέμου ως εξήγηση είναι ένα κυκλικό επιχείρημα, σύμφωνα με το οποίο η βαρβαρότητα που προκλήθηκε από τις συνθήκες στο ανατολικό μέτωπο αντιμετωπίζεται ως το πλαίσιο της εξόντωσης, αλλά οι δολοφονίες εξηγούνται μέσω της ίδιας αυτής βαρβαρότητας.13

Πριν από τον πόλεμο, ένας ευρύς κύκλος επαγγελματιών φανταζόταν μια Γερμανία χωρίς Εβραίους. Το πλαίσιο του πολέμου δεν μπορεί να εξηγήσει την κουλτούρα που τον παρήγαγε. Οι ερμηνείες που επικεντρώνονταν στην ιδεολογία προσπαθούσαν να συλλάβουν αυτό το στοιχείο. Ο όρος ιδεολογία αναφέρεται στις ναζιστικές φυλετικοπολιτικές ιδέες που αναπτύχθηκαν από επαγγελματίες και διοικητικές ομάδες, όπως επιστήμονες, ψυχίατροι, δημογράφοι. Υποστηρίχτηκαν από διανοούμενους στις τέχνες, στο πανεπιστήμιο και στους λογοτεχνικούς κύκλους. Νομιμοποιήθηκαν και εκλεπτύνθηκαν σε ερευνητικά ιδρύματα και πανεπιστήμια. Υποστηρίχτηκαν από τη γερμανική γραφειοκρατία και τεχνολογία.

Ο Confino επιχειρεί να αναδείξει τη σημασία της κουλτούρας. Το ερώτημα δεν είναι γιατί συνέβη η γενοκτονία αλλά τι ήταν αυτό που την έκανε δυνατή. Ποιο πολιτισμικό πλαίσιο επέτρεψε τη δημιουργία ενός κόσμου στον οποίο η γενοκτονία κατέστη δυνατή, αποδεκτή και είχε νόημα; Το Ολοκαύτωμα προσεγγίζεται ως πολιτισμικό πρόβλημα. Το ζήτημα δεν είναι μόνο να κατανοήσουμε και να περιγράψουμε τι συνέβη, δηλαδή να περιγράψουμε τη διαδικασία της εξόντωσης, την ιδεολογική κυριαρχία και το πλαίσιο του πολέμου αλλά να κατανοήσουμε τι θεωρούσαν οι ναζί ότι συνέβαινε, δηλαδή την αποκαλυπτική, χιλιαστική μάχη εναντίον του «Εβραίου» «ως ενσάρκωσης του κακού».14 Το Ολοκαύτωμα ανάγεται σε ζήτημα πολιτισμού, επειδή οι ναζί δημιούργησαν έναν κόσμο κοινωνικών αναπαραστάσεων και κοινωνικών πρακτικών στον οποίο τα πιστεύω τους είχαν νόημα. Πρέπει να δούμε τον φασισμό όχι μόνο από την πλευρά της εκλογικευμένης στρατιωτικής δομής αλλά και τα σκοτεινά, μυστικιστικά και άλογα χαρακτηριστικά του.15 Ο Ιταλός ιστορικός Gentile κάνει λόγο για την «ιεροποίηση» της πολιτικής, την ένωση της πολιτικής με το ιερό, δημιουργώντας μια πολιτική λατρεία που βασιζόταν στην ιεροποίηση του φασιστικού κράτους, στον μύθο του αρχηγού και σε τελετουργίες που υμνούσαν την «ιερή ιστορία» του έθνους.

Ο Saul Friedländer και ο Confino αναλύουν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της εθνικοσοσιαλιστικής αντιεβραϊκής πορείας, τα οποία πήγαζαν από τη χιτλερική εκδοχή του αντισημιτισμού, από την πολιτική και θεσμική εργαλειοποίηση του αντισημιτισμού από μέρους του ναζιστικού καθεστώτος. Ο Friedländer αναλύει την ιδιαίτερη εκδοχή του χιτλερικού αντισημιτισμού, τον οποίο ορίζει ως «λυτρωτικό αντισημιτισμό». Ο Χίτλερ αντιλαμβανόταν την αποστολή του ως ένα είδος σταυροφορίας που θα του επέτρεπε να σώσει τον κόσμο αφανίζοντας τους Εβραίους. Οι Εβραίοι αποτελούσαν μια θανάσιμη και ενεργή απειλή για όλα τα έθνη, την άρια φυλή και τον γερμανικό λαό. Χωρίς μια νικηφόρα λυτρωτική πάλη, ο «Εβραίος», ο οποίος καθοδηγούσε τις κύριες ιδεολογικές μάστιγες του 19ου και του 20ού αιώνα –μπολσεβικισμό, πλουτοκρατία, δημοκρατία, διεθνισμό, ειρηνιστικό κίνημα–, θα επικρατούσε σε όλο τον κόσμο.3

 

Η αισθητικοποίηση της πολιτικής ως στρατηγική κυβερνητικότητας του φασισμού

Ο Paul Gilroy αποκαλεί αισθητικοποίηση της πολιτικής τη χρήση οπτικών και ακουστικών μέσων επικοινωνίας μέσω των οποίων διαχεόταν και εμπεδωνόταν η πολιτική προπαγάνδα. Για τον Gilroy, η αισθητικοποίηση της πολιτικής ήταν ιδιαίτερα σημαντική για τη δημιουργία δεσμών και αποτελεσμάτων που προκαλούνταν από τα οπτικά σύμβολα και τα εμβλήματα ενός λογότυπου αλληλεγγύης, που τοποθετούνταν στο σώμα ή το συνόδευαν. Η δύναμή τους βρισκόταν στο γεγονός ότι ήταν μη γλωσσικά.17

Η επανάσταση στις οπτικές τεχνολογίες και στην οπτική κουλτούρα, στην οποία η συμβολή της Leni Riefenstahl ήταν αποφασιστική, άλλαξε για πάντα την αντίληψη της αλληλεγγύης και της συγχρονισμένης συλλογικής ζωής των εθνικών, εθνοτικών και φυλετικοποιημένων κοινωνιών, όπως ακριβώς οι σύντροφοί της, ο Χίτλερ, ο Σπέερ και ο Γκαίμπελς είχαν οραματιστεί.18 Το οπλισμένο και στρατιωτικοποιημένο πολιτικό υποκείμενο όχι μόνο γνώρισε τον εαυτό του στον κινηματογράφο αλλά βίωσε τον εκστατικό, συλλογικό, υπερεθνικιστικό εαυτό του σαν να ήταν ταινία. Η Riefenstahl έκανε τον προσανατολισμό της εθνικής κοινότητας στον πόλεμο να φαίνεται όχι μόνο επιθυμητός αλλά και αναπόφευκτος. Η αρσενικοποίηση της δημόσιας σφαίρας, το ιδεώδες της αδελφότητας και το στρατιωτικό στιλ καταδεικνύουν τη σχέση με πρότυπα ανδρικής επιθυμίας.

Η μετατόπιση από τον λόγο στην εικόνα, από τη λεκτική στην οπτική αναπαράσταση ως μέσο διαμόρφωσης κοινής συνείδησης, έδωσε νέα δυναμική στην επικοινωνιακή και πολιτισμική επανάσταση του ναζισμού. Σύμβολα, όπως η σβάστικα, αποτέλεσαν σημάδι αναγνώρισης, έγιναν αποδεκτά ως σήμα κατατεθέν της φυσικής και πολιτισμικής ιεραρχίας της φυλής και τροφοδότησαν νέες μορφές αλληλεγγύης και σύνδεσης. Η σύγχρονη διαφήμιση έδωσε στο ναζιστικό κόμμα την ακατανίκητη δύναμη της εξάπλωσης, το πορτρέτο του Χίτλερ στις καρτ ποστάλ και στην κινηματογραφική οθόνη άλλαζε διαρκώς κλίμακα και αποτέλεσε αδιάσπαστο στοιχείο του υπεράνθρωπου αρχηγού. Η λατρεία του ηγέτη διαδιδόταν και μέσα από τις καθημερινές μορφές της σύγχρονης ζωής, την εξάπλωση του ραδιοφώνου, την επέκταση της εγγραμματοσύνης και της σχολικής εκπαίδευσης και με την εν γένει στρατιωτικοποίηση της κοινοτικής ζωής.

Καμία προσέγγιση του φασισμού δεν μπορεί να θεωρείται ολοκληρωμένη αν δεν συμπεριλαμβάνει την οπτική των θυμάτων και αν δεν επικεντρωθεί στο πώς τα θύματα αντιμετώπισαν την ιδεολογία του φασισμού και τις συνέπειές του, πώς ερμηνεύουν την εμπειρία τους και πώς αντιλαμβάνονται τη μνήμη του Ολοκαυτώματος ως καθήκον. Το βιβλίο του Primo Levi Αυτοί που βούλιαξαν και αυτοί που σώθηκαν είναι εμποτισμένο στη μνήμη και ταυτόχρονα με το βλέμμα στραμμένο στο μέλλον. Καθώς το εύρος και ο χαρακτήρας της ναζιστικής γενοκτονίας παραμένουν χωρίς προηγούμενο, ο Levi μας προειδοποιεί ότι αυτό που συνέβη μπορεί να ξανασυμβεί:

Με την εξουσία συμβιβαζόμαστε, πρόθυμα ή όχι, ξεχνώντας ότι στο γκέτο βρισκόμαστε όλοι, ότι το γκέτο είναι περιφραγμένο και έξω από το συρματόπλεγμα στέκονται οι άρχοντες του θανάτου και πολύ κοντά περιμένει το τρένο.19

Όπως παρατηρεί ο Gilroy, δεν πρόκειται για κάποια παρανοϊκή σκέψη ούτε χάνει τη σημασία της αν τα τρένα δεν γεμίζουν τώρα δίπλα μας στις γειτονιές μας. Ο φασισμός δεν είναι διαρκώς στα πρόθυρα του να αναλάβει τρομοκρατική κυβερνητική εξουσία. Ο Levi θέλει να πει ότι η συμπεριφορά μας πρέπει να καθορίζεται όχι μόνο από τη γνώση του φρικτού παρελθόντος αλλά και από τη γνώση ότι αυτές οι δυνατότητες είναι πολύ πιο κοντά μας από όσο φανταζόμαστε. Δεν υπάρχουν πλέον αποδεκτές δικαιολογίες για την αποτυχία να εξοικειωθούμε με τη θεσμοποιημένη ζωή των στρατοπέδων.20

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)