όνειρα ενός παιδιού στο μυθιστόρημα «Στου Χατζηφράγκου» του Κοσμά Πολίτη

 

Πρόσληψη μιας ένθετης διήγησης από μυθιστορηματικά πρόσωπα.
Ονειρική πραγματικότητα του Αρίστου1

 

Παρασκευή Καλλιγά Γερασίμου

στη μνήμη του συζύγου μου Κώστα

 

Στο τρίτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος του Κοσμά Πολίτη Στου Χατζηφράγκου,2 με αφορμή την εμφάνιση του ουράνιου τόξου, ένα μαγιάτικο απόγευμα του 1902, μια γυναίκα του λαού παρεμβαίνει στα σχετικά σχόλια αγοριών της ομώνυμης γειτονιάς της Σμύρνης και τους αφηγείται μια λαϊκή μυθική εξήγηση του ουράνιου τόξου και ένα παραμύθι.3 Έτσι, η εκφώνηση αυτή της κυρα-Ντουντούς στο παιδικό ακροατήριο εντίθεται, εγκιβωτίζεται μέσα στην κύρια ιστορία του μυθιστορήματος. Έχουμε δηλαδή το φαινόμενο μιας εσωτερικής αφήγησης ή υποδιήγησης ή αφήγησης δευτέρου βαθμού.4 Εδώ θα μελετήσουμε την αποκωδικοποίησή της από τους μυθιστορηματικούς της αποδέκτες, δηλαδή τους εσωτερικούς ακροατές της κυρα-Ντουντούς, παρακολουθώντας τους διαφόρους τρόπους επαναφοράς της στο κείμενο, μέσα από λόγια και αντιδράσεις τους, κυρίως όμως μέσα από τα όνειρά τους.

Μια συνηθισμένη τακτική του Κοσμά Πολίτη σε μυθιστορήματα ή και διηγήματά του, πριν καλά καλά αρχίσει να ξετυλίγεται η ιστορία, είναι να παρουσιάζει μυθιστορηματικούς ήρωες να ονειρεύονται,5 όπως τον Αποστόλου (Λεμονοδάσος), τον Καλάνη (Εκάτη), τον Γκολφίνο («Ελεονόρα»), τον Παρασκευά (Eroϊca), τον Σάββα (Γυρί), τον Γιαννάκη («Κορομηλιά»), όνειρα συνήθως που προβάλλουν και προλέγουν τη δική τους μυθιστορηματική κατάσταση και εξέλιξη. Το όνειρο ενός μυθιστορηματικού ήρωα, αφηγημένο από τον ίδιο ή από τον αφηγητή, συνιστά μια δεύτερη μυθοπλασία μέσα σ’ αυτήν του κειμένου που το περιβάλλει, άρα αποτελεί επίσης μιαν εσωτερική αφήγηση.

Συνήθως οι ήρωες του Κοσμά Πολίτη ονειρεύονται στην αρχή του μυθιστορήματος, της νουβέλας ή του διηγήματος, και τα όνειρά τους αυτά προοικονομούν την εξέλιξη της πλοκής. Η εξέταση εδώ ονείρων ηρώων ωστόσο ξεκινά από το έβδομο κεφάλαιο, παρακάμπτοντας προσωρινά την αναφορά στο όνειρο που ο δεκαοκτάχρονος Παντελής βλέπει στο πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, επειδή η πλοκή του μυθιστορήματος Στου Χατζηφράγκου ουσιαστικά ξεκινά από το προαναφερθέν κεφάλαιο, αφού στα προηγούμενα έξι, όταν δεν ανακαλείται το παρελθόν, από τον αφηγητή ή τα πρόσωπα, η παροντική δράση είναι περιορισμένη στην παρουσίαση των συνηθειών, δράσεων που επαναλαμβάνονται, του τότε δηλαδή καθημερινού τρόπου ζωής. Θα αποδείξουμε ότι τα όνειρα του εντεκάχρονου ακροατή της κυρα-Ντουντούς, του Αρίστου, διαλέγονται με τη διπλή υποδιήγησή της.

Με τη συνοπτική ονομασία ονειρική πραγματικότητα του Αρίστου, θα εξετασθεί το ξυπνόνειρό του στο έβδομο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, στη συνέχεια το ενύπνιο όνειρό του, το σχετικό με το μοιραίο «εύρημα» των δύο παιδιών στην παραλία του Μερσινλί, την πνιγμένη κοπέλα, στο όγδοο κεφάλαιο, και τέλος το επιθανάτιο όραμά του, στο δέκατο κεφάλαιο του μυθιστορήματος.

 

1. Πρώτο όνειρο του Αρίστου στο (ΣΧ)

Ο Αρίστος, βαδίζοντας με το φίλο του Σταυράκη, από το Νταραγάτσι προς τη λίμνη Χαλκαμπουνάρ, κοινό τόπο λουτρού της μυθικής Άρτεμης και της παραμυθένιας Μαριάνθης, σύμφωνα με τη διήγηση της κυρα-Ντουντούς,6 βιώνει ένα ξυπνόνειρο. Καθώς η συζήτηση των δύο φίλων έχει στραφεί σε εμπειρίες γύρω από τον θάνατο, στιγμιαία ο Αρίστος δραπετεύει από την πραγματικότητα, μπαίνοντας συνειδητά σε έναν οικείο του κόσμο, αυτόν του ονείρου και των παραμυθιών.7

Η περιγραφή της Ανθούλας μέσα στη Φύση, ως προστάτιδας πουλιών, θυμίζει απεικονίσεις της Άρτεμης της αρχαϊκής εποχής, που παραπέμπουν στο πρόσωπο της μεγάλης ασιατικής ή κρητικής μητριαρχικής θεότητας, γνωστής ως «βασίλισσας των άγριων θηρίων», «πότνιας θηρών»,8 άρα παραπέμπει στη λαϊκή μυθική εξήγηση του ουράνιου τόξου, την πρώτη υποδιήγηση της κυρα-Ντουντούς. Η ετυμολογική συγγένεια του ονόματος Μαριάνθη με το –μορφολογικά και φωνητικά παραλλαγμένο– Ανθούλα, καθώς και άμεσες αναφορές στην εμβόλιμη στο (ΣΧ) διπλή διήγηση, όπως «ο κόσμος της κυρα-Ντουντούς, το νερόφιδο της λίμνης, η Άρτεμη κατέβαινε γδυτή να κάνει το λουτρό της»,9 ανακαλούν, εκτός από την πρώτη, και τη δεύτερη υποδιήγηση, δηλαδή το παραμύθι της λαϊκής αφηγήτριας, των οποίων ο Αρίστος υπήρξε ακροατής.

Με την παραπάνω «φαντασία» του ο Αρίστος εισάγει ένα νέο πλέγμα συσχετίσεων ανάμεσα στα λεγόμενα της κυρα-Ντουντούς και σε δικές του παραστάσεις, παρεμβαίνοντας διορθωτικά στη μοίρα που εγκλωβίζει τη Μαριάνθη, δηλαδή επιχειρώντας να άρει την αδικία της χαραμισμένης ζωής της, δημιουργώντας μια δική του παραλλαγή, με ευχάριστο τέλος, ως εξής: Επινοώντας μια τρίτη μεταμόρφωσή της [από κουκουβάγια] σε νεραϊδοκοπέλα, την Ανθούλα, επαναφέρει την ηρωίδα από τον ουρανό στη γη.

Εδώ το πολύτιμο αντικείμενο που έχασε ενώ βρισκόταν μέσα στο νερό, τα ρούχα της –μετωνυμία του κοινωνικού της προσώπου–, με το νερόφιδο να τα κρατά εκβιαστικά, ώστε να αποκτήσει και την ίδια, της προσφέρονται ως έπαθλο.10 Η φροντίδα των πουλιών για μια θριαμβευτική εμφάνιση της Ανθούλας στον χορό του παλατικού, για το φουστάνι και τα κοσμήματά της, μοιάζει με μια τελετουργική αποκατάσταση της κατατρεγμένης παραμυθικής ηρωίδας, με το πέρασμά της από τη Φύση στην κοινωνία, από το έτερον στο ταυτόν. Έτσι, κατά τον Αρίστο, η δοκιμασμένη από τον πόνο Μαριάνθη, μετά την καταβύθιση στη λίμνη και την ανάληψή της, μαζί με τα παιδιά της, στον ουρανό με τη μορφή πουλιών, οικοδομεί μια νέα ταυτότητα, την Ανθούλα. Χαρακτηριστικό στοιχείο πλοκής, που διαφοροποιεί την ηρωίδα της φαντασίας του Αρίστου από αυτήν του παραμυθιού, η οποία δεν είχε καταφέρει να υπερασπιστεί τον εαυτό της αποτελεσματικά απέναντι στο φίδι, είναι ότι εδώ η σύμμαχος των πουλιών ξεγέλασε τον κατσαδόρο, έδωσε δηλαδή έναν αγώνα και πέτυχε να αποτρέψει τη θανάσιμη απειλή των πλασμάτων που αγαπά, αντιμετωπίζοντας άοπλη, με ευστροφία, ωριμότητα, θάρρος και ψυχραιμία, τον οπλισμένο κυνηγό.11

Μέσα από το όραμα της Ανθούλας, ο Αρίστος, διασκευάζοντας την εκφώνηση της κυρα-Ντουντούς, παρεμβαίνει στη μοίρα της παραμυθικής Μαριάνθης για να την αναβαθμίσει ποιοτικά, διορθώνοντας την αρχή των συμφορών της, το σημείο της απώλειας. Από τον κόσμο της υποχρεωτικής μοναξιάς και της κοινωνικής αποξένωσης, με αποκατεστημένη την ανθρώπινη μορφή της και καταξιωμένη ηθικά με την αγάπη, επιστρέφει θριαμβευτικά στη γη και επανεντάσσεται στον οικείο της κόσμο των ανθρώπων, ολοκληρώνοντας τον κύκλο της αυτοσυνειδησίας της.

Η εξιδανίκευση της γυναικείας αυτής μορφής από τον Αρίστο στο (ΣΧ), τελεί υπό το πνεύμα ανάλογων περιγραφών προηγούμενων έργων του Κοσμά Πολίτη.12 Η εικόνα της Ανθούλας του Αρίστου στη φύση, παραπέμπει επίσης σε περιγραφές της Βίργκως στο Λεμονοδάσος,13 στην πρώτη εντύπωση του Καλάνη από την Έρση «η Ρουθ στον αγρό του Βοόζ, ψηλότερη από τα στάχυα, τα μαύρα μάτια της, ίδια ελιά ωριμασμένη, να λάμπουνε πλυμένα με ροδόσταμο»,14 στην περιγραφή της Μόνικας στην Eroϊca μέσα σ’ έναν φυτικό διάκοσμο.15

Εκτός από τις εσω-διακειμενικές παραπομπές στον Κοσμά Πολίτη, η Ανθούλα του Αρίστου, ανακαλεί επίσης και ένα εξωτερικό διακείμενο· συγκεκριμένα την παραμυθική πορεία γνωστών ηρωίδων, των οποίων το καλό τέλος αίρει την αρχική τους δυστυχία, όπως η Χιονάτη, η Σταχτοπούτα κ.λπ. Τέτοιου είδους συναιρέσεις, παρεμβάσεις και μεταπλάσεις στη δομή και στο περιεχόμενο μύθων, παραμυθιών, λογοτεχνικών διακειμένων από τους μυθιστορηματικούς ήρωες ή και τους αφηγητές του Κοσμά Πολίτη, ώστε έτσι να αναδειχθεί εκ των υστέρων η συνάφειά τους με την πλοκή, είναι συνηθισμένη τακτική του Κοσμά Πολίτη.16 Παρακολουθώντας ο αναγνώστης τον τρόπο που η αφήγηση της κυρα-Ντουντούς σχετικά με την Άρτεμη, και τη Μαριάνθη ιδιαίτερα, παραλλάσσεται προς μια ευτυχή κατάληξη, συμφυρμένη μέσα στο παιδικό μυαλό με άλλα παραμύθια, στο κλίμα της προσδοκίας του θαύματος, της μαγικής λύσης, προετοιμάζεται και για τη διεργασία εξιδανίκευσης από τον Αρίστο της νεκρής κοπέλας που θα ανακαλύψουν τα δύο αγόρια να επιπλέει στην παραλία Μερσινλί.

 

2. Δεύτερο όνειρο

Ο Αρίστος βιώνει το ξυπνόνειρο αποκατάστασης της Μαριάνθης-Ανθούλας, που προηγουμένως εξετάσαμε, στη διάρκεια της πεζοπορίας του, μαζί με τον φίλο του Σταυράκη, προς το Μερσινλί. Οι συνέπειες αυτής της εκδρομής θα είναι για τα δύο παιδιά μοιραίες, αφού η στιγμή που αντικρίζουν το πτώμα μιας πνιγμένης κοπέλας, αποβαίνει γι’ αυτούς αποκαλυπτική της ωμής γνώσης της ζωής, και με τις δυο έλξεις της ταυτόχρονα, την ερωτική και τη θανάσιμη. Η ανάμνηση της κοπέλας του γιαλού «θα κατακλύζει τις επόμενες μέρες τη μνήμη και θα κινητοποιεί τις φαντασιώσεις τους».17 Είναι χαρακτηριστικές οι δυσκολίες προσαρμογής του μικρότερου από τα δύο παιδιά, του Αρίστου, στον απτό κόσμο των γεγονότων. Έτσι η μορφή της νεκρής κοπέλας που εισέβαλε στη ζωή των δύο παιδιών, προβάλλεται στη φαντασία και στον ύπνο του τελευταίου, ως κοιμωμένη στο ύπαιθρο:

«Η κοπέλα του γιαλού δεν έβγαινε από το νου τους. Ο Αρίστος την είδε και στον ύπνο του. Είδε, δηλαδή, μια κοπέλα με κόκκινο φουστάνι να κοιμάται ξαπλωμένη στον ίσκιο μιας συκαμιάς, ολόγυρα μια λίμνη ήλιος, το πρόσωπό της κρυμμένο κάτω από μια πράσινη μπόλια. Μα σίγουρα είταν εκείνη, γιατί κράταγε στα χέρια της μιαν αχιβάδα».18

Αυτό το όνειρο του Αρίστου συνδυάζει:

1) Στοιχεία που εναρμονίζονται με το θαλασσινό περιβάλλον όπου τα δύο αγόρια συνάντησαν την κοπέλα να επιπλέει και με την πραγματική κατάσταση της: η αχιβάδα που κρατά και το ότι κοιμάται ξαπλωμένη19 (η υπογράμμιση δική μου).

2) Στοιχεία που αποκλίνουν από την πραγματική κατάσταση της πνιγμένης κοπέλας και αποτελούν μεταβολές ή προσθήκες του ίδιου του Αρίστου, όπως:

α) Η πνιγμένη απομακρύνεται από το γιαλό του Μερσινλί, τον χώρο της πραγματικής συνάντησης του παιδιού μαζί της. Όπως επισημαίνει ο Ζ. Λιμπίς, «η θάλασσα αποτελεί βασικά τον τόπο της επικίνδυνης περιπέτειας και, συσχετιστικά, τον τόπο της ερωτικής περιπέτειας», «αρχή της ζωής», αλλά και «περιβάλλον θανάτου», τόπο όπου όλες οι εντάσεις και οι διαφορές εκμηδενίζονται, «το αρχέτυπο της καθόδου και της επιστροφής στις πρωταρχικές πηγές».20 Διακρίνουμε, μέσα στη μετατόπιση αυτή, την προσπάθεια του παιδιού να αποσπάσει την κόρη του γιαλού από το επικίνδυνο και ευμετάβλητο υγρό στοιχείο που, αν και μαγευτικό, αποβαίνει ασφυξιογόνο για τους ανθρώπους, τη διάθεσή του να υπερβεί το χάσμα των δύο διαφορετικών τους κόσμων, του γήινου και του θαλάσσιου.

Συνδέοντάς την ο Αρίστος με το δένδρο, δηλαδή το χώμα και την ευφορία του, την επαναπροβάλλει σε μια πιο συντηρητική, χοϊκή, οικεία και παραδεδεγμένη θηλυκή εκδοχή, ως γυναίκα-γη, αναπόσπαστο μέλος του ιερού κύκλου γη-βλάστηση-ζώα-άνθρωπος.21

β) Η περίφραση μια λίμνη ήλιος μεταφέρει πιο νωρίς τη χρονική στιγμή της συνάντησης στο Μερσινλί των δύο παιδιών με την κοπέλα του γιαλού.22 Παράλληλα όμως η λέξη λίμνη, ως κυριολεξία, συνδέεται με τη σχετική σκηνογραφία της πρώτης διήγησης της κυρα-Ντουντούς.23 Ως μεταφορικό σχήμα, το ολόγυρα μια λίμνη ήλιος υποδηλώνει δυνατή ηλιοφάνεια και όπως δικαιολογεί στο παραμύθι την πρωτοβουλία της Μαριάνθης για το μοιραίο της κολύμπι στη λίμνη Χαλκαμπουνάρ, αντίστοιχα εδώ εξηγεί και την αναζήτηση λίγης δροσιάς από την ονειρική κοπέλα του παιδιού, στον ίσκιο μιας συκαμιάς.24

Η τοποθέτηση της κοπέλας του γιαλού στο όνειρο του Αρίστου σε στεριανή σκηνογραφία αναλογεί με το προηγούμενο ξυπνόνειρό του, το σχετικό με την Ανθούλα-Μαριάνθη,25 καθώς επίσης την απομακρύνει από το επικίνδυνο νερό, αρχή της δυστυχίας της παραμυθένιας ηρωίδας Μαριάνθης της κυρα-Ντουντούς. Ο ασφαλής, φωτεινός χώρος της στεριάς και το δένδρο με τον ίσκιο του ορίζουν το περιβάλλον που ο Αρίστος ονειρεύεται για τις δικές του ιδανικές κοπέλες.

Η όλη εικόνα του δεύτερου ονείρου του παιδιού διαλέγεται επίσης διακειμενικά με στίχους από το γνωστό ποίημα του Ελύτη, τη «Μαρίνα των Βράχων».26 Άλλωστε δεν είναι η πρώτη φορά που ο Κοσμάς Πολίτης παραπέμπει στο παραπάνω ποίημα του Ελύτη. Σύμφωνα με τον Γ. Ξούρια, η «Μαρίνα» του Ελύτη «περνά σε πεζό λόγο στην Εκάτη».27

Η αντιστοιχία του περιβάλλοντος της «Μαρίνας», στο ομώνυμο ποίημα του Ελύτη, με τις εικόνες του ονείρου του Αρίστου είναι φανερή. Για παράδειγμα, αντιστοιχούν ο χώρος (ύπαιθρος) και ο χρόνος (καλοκαίρι) των τεκταινομένων, η παρουσία του φωτός, του νερού, ο ανθρώπινος δεσμός με τη φύση, που υποβάλλεται από το πράσινο χρώμα, η έντονη συναισθηματική έξαρση του υποκειμένου που ονειρεύεται (Αρίστου) και του ποιητικού εκφωνητή της «Μαρίνας», το φανταχτερό κόκκινο φόρεμα και των δύο ηρωίδων.28

Η έλλειψη στο (ΣΧ) μιας προσωπικής ιστορίας της κοπέλας του γιαλού (πνιγμένης), αναλογεί με το αφηγηματικό κενό της θαλασσινής περιπλάνησης της Μαρίνας, ενώ η δοκιμασία που προκαλεί η εκτίμηση των πράξεων της ηρωίδας του ποιήματος του Ελύτη και οι συνέπειές τους –σύμφωνα με το ποίημα, στέρηση της κίνησης και της έκφρασης–29 αναλογούν με τις μεταμορφώσεις της Μαριάνθης του παραμυθιού, και ευρύτερα με την επιχείρηση εξερεύνησης, αναμέτρησης δυνάμεων και περιπέτειας αυτογνωσίας ηρώων, τόσο των εγκιβωτισμένων στο τρίτο κεφάλαιο του (ΣΧ) ιστοριών της κυρα-Ντουντούς, όσο και της πλοκής του μυθιστορήματος (Αρίστου-Σταυράκη), που τις εγκιβωτίζει.

Αντίθετα όμως με την κατακόρυφη κίνηση της «Μαρίνας» στο ομώνυμο ποίημα του Ελύτη,30 αλλά και της κυρα-Άρτεμης και της Μαριάνθης, στην εμβόλιμη αφήγηση της κυρα-Ντουντούς,31 στο εδώ εξεταζόμενο όνειρο του Αρίστου, η φορά της κοιμωμένης32 είναι οριζόντια, αποτελώντας παραλλαγμένη εικόνα της ανώνυμης πνιγμένης που αντίκρισαν τα δυο παιδιά στο Μερσινλί.33

γ) Μια άλλη επισήμανση, σχετικά με το μακάβριο «εύρημα» των δύο παιδιών, είναι ότι η πνιγμένη κοπέλα ήταν γυμνή, και αυτό ο Αρίστος στην πραγματικότητα το αναγνωρίζει, όπως φαίνεται και από σχετικό διάλογο με τον φίλο του τον Σταυράκη.34

Η επιμονή του Αρίστου να ντύσει, και στα δύο όνειρά του, που παραθέσαμε πιο πάνω, και την Ανθούλα και την κοιμωμένη, με πολύτιμα φορέματα, ταιριάζει με τη συντηρητική του ανατροφή και τις παιδικές του αναστολές, ενώ αποτελεί και ένδειξη της εξιδανικευτικής τάσης του απέναντι στη γυναίκα. Εδώ μοιάζει να ακολουθεί το σκεπτικό ότι το ένδυμα είναι σημείο κοινωνικής προσαρμογής. Ντυμένες η Ανθούλα-Μαριάνθη και η κοπέλα του γιαλού επιστρέφουν εκεί όπου ανήκουν, στη γη, στον κόσμο των ανθρώπων, ενταγμένες δηλαδή ξανά στην κοινωνία και στη ζωή. Μπορούμε να αντιπαραβάλουμε την παραπάνω παρέμβαση στο όνειρο –κείμενο– του Αρίστου, με τις προθέσεις και τις πράξεις της οικογένειας, που θυμίζουν την άρθρωση του λόγου: ονομασία, ένδυση, ένταξη των μελών σ’ ένα σύνολο.

δ) Το κόκκινο χρώμα του φορέματος της ονειρικής κοπέλας συμβολίζει την ερωτική έλξη που αυτή ασκεί στον Αρίστο, ενώ το πράσινο του δένδρου και του μαντιλιού, σε συνδυασμό και με την παρουσία του ήλιου, που στη νεοελληνική παράδοση συνδέεται με τη ζεστασιά, τη ζωή, την ευφορία, παραλληλίζεται με την ανάλογη έξαρση της βλάστησης που περιβάλλει την κοιμωμένη.

ε) Το ενδυματολογικό στοιχείο μπόλια συμπλήρωνε προφανώς μια γυναικεία εμφάνιση στη Σμύρνη του 1902, ως απαραίτητο εξάρτημα τόσο της ελληνικής παραδοσιακής φορεσιάς, όσο και της ανατολίτικης αμφίεσης. Θα μπορούσαμε, προστρέχοντας σε διακείμενο ρομαντικών γυναικείων παραστάσεων όπως της DonnaVelata, Φεγγαροντυμένης του Διονυσίου Σολωμού,35 να αποδώσουμε και αυτή την κάλυψη του προσώπου της ονειρικής κοπέλας του Αρίστου, στην τάση εξιδανίκευσής της, που ήδη επισημάναμε από την πλευρά του παιδικού ήρωα.

Το ότι στο όνειρο το πρόσωπό της σκεπάζεται, μπορεί να θεωρηθεί ως σύμβολο της ανωνυμίας της πνιγμένης, αν το όνομα είναι συνεκδοχή του προσώπου. Τη σχετική άγνοια εξάλλου του Αρίστου τονίζει και ο στιγμιαίος δισταγμός του για την ταυτότητά της.36 Έτσι όμως, με την κάλυψή της μέσω του μαντιλιού, η κοπέλα στο όνειρο του Αρίστου δεν συμμετέχει στην ευδαιμονική πληρότητα του ήλιου, αντίθετα τον αποφεύγει, προτιμώντας τον ίσκιο, δηλαδή το σκοτάδι: κοιμάται ξαπλωμένη στον ίσκιο. Οι υπαινιγμοί του θανάτου είναι εδώ φανεροί και ενισχύονται με την ερμηνεία ενός ακόμη σήματος. Είναι γνωστή η λαϊκή συνήθεια της κάλυψης του προσώπου του νεκρού με ένα μαντίλι τη νύχτα, για να μην αλλοιωθούν τα χαρακτηριστικά του από τη θερμότητα της λαμπάδας ή του καντηλιού.

Από τα παραπάνω καθίσταται φανερό ότι η κοπέλα στο όνειρο εκπέμπει ερωτικά και παράλληλα θανάσιμα σήματα. Προκύπτει δηλαδή ότι ο Αρίστος υποσυνείδητα αναγνωρίζει ή υποψιάζεται τη νεκρική κατάστασή της, παρά την απώθηση της ιδέας του θανάτου της και παρά τη σχετική διαφωνία με τον φίλο του Σταυράκη.37

Παράλληλα με το εξωτερικό διακείμενο, το δεύτερο όνειρο του Αρίστου στο (ΣΧ) μπορεί να συνεξεταστεί εδώ με ανάλογες εικόνες και από άλλα έργα του ίδιου συγγραφέα. Ένα όνειρο που βλέπει ο ήρωας Αποστόλου στο Λεμονοδάσος, θεωρούμε διαλέγεται διακειμενικά με το εδώ εξεταζόμενο όνειρο του Αρίστου στο (ΣΧ).38 Παρατηρούμε ότι και ο ενήλικας ήρωας Παύλος Αποστόλου μοιάζει φανερά επηρεασμένος από τα παραμύθια, που προκαλούν στην παιδική συνείδηση την αναμονή του θαύματος, ως λύση από τα μάγια,39 εξίσου με τον Αρίστο του (ΣΧ). Εδώ βέβαια προσδίδονται ερωτικές συνδηλώσεις στο «ξύπνημα» της κόρης, που απουσιάζουν από το όνειρο του εντεκάχρονου ήρωα.

Σε μιαν ανάλογη με την ονειρική κοπέλα του Αρίστου στο (ΣΧ) σκηνογραφία και θεματική μπορούμε να κατατάξουμε και την παρουσίαση της αδελφής της Μόνικας ξαπλωμένης, όπως την αντικρίζει ο Παρασκευάς, στο περίπτερο του μυστικού περιβολιού στην Eroϊca.40 Μια περσική μικρογραφία, περιγραφόμενη στην Εκάτη,41 καθώς και μια εικόνα της Λιάνας όπως τη φαντάζεται ο Φίλιππος στο Γυρί,42 καθιστά φανερό τον διάλογο του (ΣΧ) με τα κείμενα αυτά, δηλαδή με το εσωτερικό διακείμενο του Κοσμά Πολίτη.

Η φαντασιακή διεργασία του Αρίστου, αμφισβήτησης και αλλαγής των δεδομένων της ιστορίας της κυρα-Ντουντούς, σύμφωνα με τη δική του επιθυμία, που είδαμε προηγουμένως ν’ αναπτύσσεται στο σχετικό με τη Μαριάνθη-Ανθούλα ξυπνόνειρό του, επεκτείνεται επομένως και στο ενύπνιό του, το σχετικό με την πνιγμένη της παραλίας. Όπως η Ανθούλα του πρώτου ονείρου είναι μια σωσίας, ένα αντίγραφο (double) της παραμυθένιας Μαριάνθης, μια φαντασιακή προέκταση του Αρίστου, παρόμοια και η κοπέλα του δεύτερου ονείρου του είναι προϊόν της συνειδητής άρνησής του να παραδεχθεί το γεγονός ότι η κοπέλα που βρήκαν μαζί με τον Σταυράκη να επιπλέει στην παραλία του Μερσινλί, είναι νεκρή. Αρνούμενος ο εντεκάχρονος ήρωας να το δεχθεί, απομακρύνεται από την πραγματικότητα. Για να συντηρήσει την έμμονη ιδέα του καταφεύγει στον κόσμο της φαντασίας και απομονώνεται.43

 

3. Τρίτο όνειρο

Παρακολουθήσαμε τη μεταμόρφωση της Μαριάνθης σε Ανθούλα και σε κοπέλα του γιαλού, αντίστοιχα στα δύο όνειρα του Αρίστου στο (ΣΧ), ακροατή της κυρα-Ντουντούς, λάτρη των παραμυθιών και ονειροπόλου. Με το τρίτο όνειρο του Αρίστου ο αναγνώστης βρίσκεται μπροστά σ’ ένα κορυφαίο για την πλοκή του μυθιστορήματος (ΣΧ) γεγονός, που δεν είναι όνειρο ή παραμύθι: το βίαιο βύθισμα του εντεκάχρονου ήρωα από τον φίλο του Σταυράκη στη θάλασσα του Μερσινλί.

Η σύγχυση του Αρίστου σχετικά με την ταυτότητα της κοπέλας του γιαλού, η σύμφυρσή της με νεράιδες των παραμυθιών και η επιμονή του παιδικού ήρωα να την αναζητά στον βυθό της θάλασσας, γίνεται αιτία συγκρούσεων με τον φίλο του, με ακραίες συνέπειες για τη ζωή του την ίδια. Κολυμπώντας για δεύτερη φορά στο Μερσινλί, ο Αρίστος παρερμηνεύει κάποια σημάδια, τα οποία εκλαμβάνει ως ίχνη της παρουσίας της.44 Το τρίτο όραμα του Αρίστου στον βυθό, την ώρα που πνίγεται, προσπαθώντας να μπει, όπως νόμιζε, στη σπηλιά της νεράιδας του γιαλού, καταγράφει, ως εσωτερικός μονόλογος, τη μεταιχμιακή στιγμή ανάμεσα στη ζωή και τον θάνατο, τη μεθόριο του περάσματος του παιδικού ήρωα στην ανυπαρξία:

«Μια κόκκινη αχλύ σκέπασε τα μάτια του… Στο σπίτι θα νομίζουνε πως πέθανα… δεν ξέρουνε πως η κοπέλα του γιαλού με τύλιξε μες στ’ ασημένιο δίχτυ και με τραβάει στα παλάτια της… μια σπηλιά γαλάζια… μια φούχτα θάλασσα μ’ ένα κοχλίδι τριανταφυλλί καταμεσής… δεν ξέρετε όσα ξέρω… ένα λιβάδι ανοιχτοπράσινες αλειχήνες, θα σας τα πω άλλη φορά… μια γλύκα ανείπωτη πλάι στην αμασχάλη, εκεί που αρχινάει το… θα σας τα πω άλλη φορά… σα θα μεγαλώσω… με τραβάει… μες στ’ ασημένια δίχτυα της…»45

Το ζωηρό κόκκινο και πράσινο χρώμα που είδαμε να κυριαρχούν στο δεύτερο όνειρο του Αρίστου αρχίζουν εδώ, παράλληλα με το ψυχομάχημα του παιδικού ήρωα, να αποχρωματίζονται.46 Η απώλεια του κόκκινου αποτυπώνεται στο τριανταφυλλί κοχλίδι, ενώ το πράσινο (της συκομουριάς και του μαντιλιού της κόρης) ξεβάφει σταδιακά σε μια σπηλιά γαλάζια, σε ασημένιο δίχτυγένια τσούχτρας σύμφωνα με τον Σταυράκη47, και σ’ ένα λιβάδι ανοιχτοπράσινες αλειχήνες. Το λιβάδι [από] ανοιχτοπράσινες αλειχήνες παραπέμπει σε ανάλογο διακείμενο αρχαιοελληνικών παραστάσεων του Κάτω Κόσμου, λιβάδια από ασφοδείλους. Επίσης παραπέμπει στις μολόχες – σύμβολο θανάτου, τόσο με βάση το εσωτερικό διακείμενο του Κοσμά Πολίτη, όσο και σχετικό με υπαινιγμούς του ίδιου του συγγραφέα ως ιστορικού προσώπου, Πάρι Ταβελούδη, σύμφωνα με αυτοβιογραφικές μαρτυρίες.48

Μέσα από το παραπάνω όνειρο, ο πνιγμός του Αρίστου παρουσιάζεται στο κείμενο σα μια φαντασιακή και παιγνιώδης δραστηριότητα των δύο αγοριών, σα μια προέκταση των παραμυθιών στη ζωή τους, σα μια εξερεύνηση που φθάνει στα άκρα, όμως χωρίς αναστροφή και ευτυχισμένο τέλος, αντίθετα με τις μεταστάσεις της ηρωίδας του παραμυθιού της κυρα-Ντουντούς, του οποίου υπήρξαν ακροατές.

Το όνειρο του πνιγόμενου Αρίστου, στο δέκατο κεφάλαιο του (ΣΧ), αναλογεί με το όνειρο θαλάσσιας κατάδυσης ενός άλλου ονειροπόλου, του δεκαοκτάχρονου ήρωα Παντελή, στον μεσημεριανό του ύπνο, μετά τα επινίκια των Λεμβοδρομιών της Αναλήψεως, στο πρώτο κεφάλαιο του ίδιου μυθιστορήματος,49 θεματικά, στο ότι και τα δύο αφορούν εμπειρίες εξερεύνησης του θαλάσσιου βυθού, αντίστοιχες μεταξύ τους, μορφολογικά και εστιακά, καθώς εκφέρονται στο κείμενο ως εσωτερικός μονόλογος, και διακειμενικά, καθώς αποτελούν εξέλιξη ανάλογων «υποβρύχιων» περιγραφών στη «Μαρίνα»50 και στην «Κορομηλιά»,51 αρχής γενομένης από την Εκάτη.52 Μέσα από την επίμονη αυτή, διαδοχική επεξεργασία από τον συγγραφέα σχετικών εικόνων σε κείμενά του, αναδεικνύεται και το βάθος χρόνου που απασχολεί τον Κοσμά Πολίτη το θέμα της σχέσης των ηρώων του με το υδάτινο στοιχείο, ως αλληγορία του έρωτα και του θανάτου, ή του έρωτα που σκοτώνει.

Είδαμε πώς τα τρία όνειρα ενός παιδικού ήρωα του μυθιστορήματος (ΣΧ) του Κοσμά Πολίτη, του Αρίστου, διαλέγονται μεταξύ τους, με κείμενα του ίδιου ή άλλων συγγραφέων, κυρίως όμως πώς η κομβική για το μυθιστόρημα εκφώνηση μιας εσωτερικής αφηγήτριας στο τρίτο κεφάλαιο, όχι μόνον επαναλαμβάνεται, ενδοκειμενικά παραλλαγμένη, διασκευασμένη, αλλά συμπληρώνεται και εμπλουτίζεται, με παραπομπές σε ένα εσωτερικό ή σε ένα εξωτερικό διακείμενο. Αντλώντας ο Κοσμάς Πολίτης από το υλικό παραμυθιών, μύθων, από το λογοτεχνικό και το εικαστικό διακείμενο, αποκαλύπτει, εκτός από τις πηγές και το υλικό της έμπνευσής του, μια μακρόχρονη διεργασία μετατροπών και παρεμβάσεων, δηλαδή τους δρόμους γραφής που διένυσε σπουδάζοντας τις εμμονές του.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 11 (03.2014)