Κ. Π. Καβάφης – ποιητής «ελληνικός» και οικουμενικός

 

Γιάννης Δάλλας

 

Με τη σύντομη αυτή εισαγωγή θα επιχειρήσω να εξηγήσω την ελληνική και όπως πιστεύω διαμέσου αυτής την οικουμενική διάσταση και αξία του έργου του Καβάφη, βάσει της ποιητικής του. Η αξιοποίηση αυτού του κριτηρίου θα αποτελέσει και τον γνώμονα στην επισκόπηση του θέματος. Και αρχίζοντας, ας προσεγγίσομε το θέμα από την πρόσληψη και από τη θέση που κατέχει η ποίηση του στην ελληνική και την παγκόσμια σκηνή, στην εποχή μας.

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗΣ ΑΠΗΧΗΣΗ

Μία θέση που του είναι σήμερα απολύτως αναγνωρισμένη.

Ι. Είναι αναγνωρισμένη και η πρόσληψη του υποδείγματός του αφομοιωμένη από τους Έλληνες εμάς, με τη ρητή ή άρρητη από όλους μας παραδοχή πως ο Καβάφης είναι ο φυσικός και όχι ένας θετός πατέρας της νεότερης και μάλιστα της νεωτερικής λογοτεχνίας μας· όπως, λ.χ., υπήρξε κατ’ αναλογίαν για τη γαλλική λογοτεχνία ο Απολλιναίρ και διαφορετικά ο υιοθετημένος Έλιοτ για την αγγλική. Ένας ποιητής που άντλησε από τη δική μας ελληνιστική παράδοση την εικονοκλαστική ποιητική του και με την πεζολογία ενός στίχου ανισοσύλλαβου μας απάλλαξε από την ακαδημαϊκή εκφραστική μονοτονία με την παραδεδομένη στιχουργία και τη συντεχνιακή «παλαμική» της γλώσσα. Φυσικά υπήρξε ένας πατέρας πρωτοπόρος, που όμως μας προφύλασσε από τους πειραματισμούς αναφομοίωτων συρμών (τι χάρμα, επί του προκειμένου, εκείνη η «δωρεάν» συζήτησή του με τον Μαρινέττι!). Και έτσι ίδρυσε μια ποίηση πρωτότυπη, διόλου ευεπίφορη σε μαθητείες (σαν εκείνες της σολωμικής ή της ελιοτικής σχολής). Μια ποίηση ιδιόμορφη, που έκαιγε τους πλησιάζοντες το ύφος της (με εξαίρεση ελαχίστων περιπτώσεων: ας πούμε, προπολεμικά του Παπατσώνη και μεταπολεμικά του Κατσαρού). Έτσι εξηγείται η συχνή καταφυγή των αντιπάλων και των άσπονδων ακόμη φίλων του, Αλεξανδρινών και Αθηναίων, σε εύκολες και προκατειλημμένες παρωδίες.

ΙΙ. Η πρωτοτυπία του σταδιακά αναγνωρίστηκε και είναι επαρκώς καταγραμμένη για τους ξένους ομοτέχνους του, αν κρίνομε από την Ανθολογία των ξένων καβαφογενών ποιημάτων του «Κέντρου Ελληνικής Γλώσσας» (συνταγμένη με την επιμέλεια του Νάσου Βαγενά), που δείχνει την παγκόσμια απήχηση του έργου του Καβάφη, όχι στις λογοτεχνίες του μεγάλου μόνον αναγνωστικού κοινού –αγγλική, αμερικανική, γαλλική, γερμανική, ιταλική και ισπανόφωνη– αλλά και των πιο απομονωμένων και μικρών χωρών, λ.χ. από την Αλβανία ώς ακόμη την Ουρουγουάη. Είναι μια εντυπωσιακή συγκομιδή κειμένων ελασσόνων αλλά και μειζόνων ποιητών (λ.χ. από τον Σαρτόριους έως τον Μπρεχτ εν σχέσει προς τη γερμανόφωνη απήχηση) επηρεασμένων από το στίγμα της φωνής και από τα σχήματα της σκέψης του Καβάφη: κείμενα αφορμημένα από συγκεκριμένα μάλιστα ποιήματα και από τα εντός αυτών μοτίβα τους της συμβολιστικής κυρίως, αλλά σπανιότερα και της ρεαλιστικής ή ιδεολογικής του περιόδου (π.χ. «Η Πόλις», «Περιμένοντας τους Βαρβάρους», «Ας φρόντιζαν»). Δεν δείχνει βέβαια με τη συγκομιδή αυτή να αναδεικνύεται προς το παρόν ως maître, δημιουργός και αυτός σχολής σαν τους μεγάλους ποιητές του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού (Έλιοτ και Πάουντ). Ενώ μπορούσε να αναδειχθεί, αν κρίνομε και από ορισμένα δείγματα «απελεύθερης» θητείας στο παράδειγμά του (όπως, λ.χ., γίνεται με τα ρωμαϊκά ανάλογα του Γιόζεφ Μπρόντσκι).

Πάντως δείχνεται και με την Ανθολογία αυτήν ως ένας απ’ τους μείζονες της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας. Και ως ένας απ’ τους πρωτοπόρους, δίχως όμως να εδραιώνεται με την τεχνοτροπία του και να δημιουργεί, όπως είπαμε, σχολή. Ως ένας πρωτοπόρος, όπως τον κατέταξε παλαιότερα ο Μπάουρα και αργότερα ο Εντζενσμπέργκερ, ανάμεσα στους άλλους μείζονες του ευρωπαϊκού μοντερνισμού. Μιά πρωτοπορία, σημειώνομε εμείς, πρωτότυπη και άσχετη από τις δικές τους: δηλαδή παράλληλη, αλλά ανεξάρτητη, από τις λοιπές πρωτοπορίες.

Μιά πρωτοπορία ελληνικής κοπής.

 

Η ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΤΟΥ ΠΡΟΤΑΣΗ ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΟΙ ΠΗΓΕΣ ΤΗΣ

Αυτή είναι η διαφορά του από τους άλλους ποιητές της περιφέρειας, που είναι αναγκασμένοι για τη διαμόρφωση τους, και οι πλέον προικισμένοι, να χειραγωγούνται πρώτα από τους μεγάλους ποιητές και τις ποιητικές του κέντρου. Είναι η ειδοποιός διαφορά του από τους άλλους δυο μεγάλους της παράδοσής μας.

Και ο Κάλβος και ο Σολωμός, συγκεκριμένα, και οι δυο διαμορφώνονται μέσα από την έκδηλη θητεία τους στα ξένα ρεύματα. Και οι δύο επί πολύ, για να μην πω ισόβια, πειραματίζονται συνθέτοντας ο ένας τραγωδίες και ο άλλος λυρικά ποιήματα στη γλώσσα της θητείας τους. Ακόμη και στα ελληνικά τους κείμενα, όπου τελικά κατακυρώνεται η αξία τους, φαίνεται η συμβολή του ιταλικού νεοκλασικισμού και του αγγλικού συγχρόνως προρομαντισμού στην ποίηση του ενός, του ιταλικού ρομαντισμού και της γερμανικής φιλοσοφίας και αισθητικής στην ποίηση του άλλου. Και η αξία τους συνίσταται ακριβώς στο γεγονός ότι η μαθητεία τους αυτή αφομοιώθηκε και γόνιμα συντέλεσε στην πλήρη χειραφέτηση και καταξίωση του έργου τους στη μητρική τους γλώσσα.

Διαφορετική είναι η περίπτωση του Κ. Π. Καβάφη. Η ποίησή του και η ποιητική της, όπως είπαμε και μένει να αναλύσομε, είναι ελληνικής καταγωγής και ιδιοσυστασίας. Βέβαια ως ποιητής-πολίτης του καιρού του, από την απόσταση της ευρωπαϊκής του παροικίας, εξαρχής πληροφορείται και ενωτίζεται τα σύγχρονα κινήματα. Και εννοώ: του γαλλικού συμβολισμού (π.χ. γράφει, πρωιμότατα, το «Αλληλουχία κατά Βωδελαίρον», 1891), του αγγλικού ρομαντισμού (π.χ. μεταφράζει τη «Λάμια» του Κητς, το 1893) και προπάντων του αισθητισμού (π.χ. σχολιάζει τις απόψεις, περί των καλών τεχνών, του Ράσκιν, μεταξύ του 1893 και του 1896). Έτσι, από νωρίς διασταυρώνεται με θέματα και τεχνικές μεγάλων ποιητών, π.χ. του Τέννυσον («Ιθάκη», 1910, «Συμεών», 1917), και νωρίτερα, του Μπράουνινγκ «Για τον Βράουνινγκ» (1892, δραματικός μονόλογος).

Και όμως, σε καμιά περίπτωση δεν υποτάσσεται πιστά στα ευρωπαϊκά αυτά κινήματα και δεν ακολουθεί παθητικά τους εκπροσώπους τους. Και όταν τα εκμεταλλεύεται –ιδίως στην αρχή– ποιητικά, και τότε η προσωπική του διαφοροποίηση είναι έκδηλη. Λ.χ., ύστερα από τα πρωτόλεια της παρνασσιακής του μαθητείας (π.χ. «Ινδική εικών», «Πελασγική εικών», «Χαλδαϊκή εικών»), ποιήματα όπως «Τα Βήματα» ή «Του Μαγαζιού» και το «Ενώπιον του αγάλματος του Ενδυμίωνος», δεν είναι Ερεντιά ή και Λεκόλ ντε Λιλ, αλλά ούτε βέβαια και Γρυπάρης. Όπως, βέβαια, δεν είναι και Μπωντλαίρ ή Μαλλαρμέ (ως ποιητών των ολικών συμβόλων) τα αντίστοιχα ποιήματά του των πραγματικών (π.χ. «Τα Παράθυρα», «Τείχη», «Πολυέλαιος») και των ιστορικών συμβόλων («Θερμοπύλες», «Τρώες», «Η Σατραπεία»). Όλα αυτά τα ξένα ρεύματα και πρότυπα δεν είναι παρά η περιρρέουσα πνευματική ατμόσφαιρά του. Ενώ η πρωτοτυπία του πηγάζει και θεματικά απ’ την ιστορική παράδοση, όπως διαθλάται η σύγχρονη κοσμοπολιτική πραγματικότητα σε αυτήν, μέσα στη συνείδηση ενός ευρωπαΐζοντος στο στιλ του βίου και της καλλιέργειας του πάροικου.

Μέσα από τη διάθλαση αυτή αναδεικνύεται ο «ελληνικός Καβάφης». Όχι ο Έλλην, ούτε ο ελληνίζων, αλλά όπως ο ίδιος τόνισε, ο «ελληνικός». Διαμέσου του «ελληνικού» και ο οικουμενικός. Και οικουμενικός σημαίνει όχι ο εθνικός, αλλά ούτε και ο μυθοπλαστικός. Όχι ο εθνικός «ελληνισμός» του Παλαμά, που κάτω από την οιστρηλασία του γαλλοτραφούς ρομαντισμού του παροξύνθηκε και έσβησε με τη μεγάλη Ιδέα. Ούτε και ο μυθοποιημένος που με την επίνευση του αγγλοσαξονικού μοντερνισμού σκηνοθετούσε ύστερα από τη μικρασιατική καταστροφή και τη διασπορά δύο πολέμων ο Σεφέρης. Ενώ αντίθετα, ο καβαφικός «ελληνισμός» είναι η κληρονομιά ενός πολιτισμού απαραχάρακτα ιστορικού και ταυτοχρόνως εμβληματικού. Ο κλίβανος, απ’ όπου όπως σημειώνει:

 

βγήκαμ’ μες·

λληνικς καινούριος κόσμος, μέγας.

[...]

μτν ποικίλη δρσι τν στοχαστικν προσαρμογν.

Κατν Κοινν λληνικΛαλι

 

Είναι ένας κόσμος που ο Καβάφης τον βιώνει από το βάθος ώς την επιφάνειά του. Μένει και κυκλοφορεί στην αλεξανδρινή του πόλη και έτσι είναι σαν να συνεχίζει την παράδοσή της, που σημαίνει τη φαντασιώνεται και την ανασυνθέτει ως discours. Και επιβάλλει τέλος στη συνείδηση του αναγνώστη με τα θέματά του την εντύπωση μιας ανταπόκρισης προσώπου και Ιστορίας, παρελθόντος και παρόντος. Βλέπει τα «ερείπια της ζωής» του ένα με τα ερείπια της ιστορίας και την Pax Romana των θεμάτων του μέσα από την Pax Britanica των χρόνων του (κατά τον Τσίρκα). Με αυτή του την ελληνική περσόνα εξευρωπαϊσμένη προεκτείνεται και συναντά τη σύγχρονη οικουμένη. Και όπως τόνισα σε μια άλλη ενδοσκόπηση της γλώσσας του:

 

με τα αγγλογραικικά του να πτολεμαΐζει.

 

 

Η ΣΗΜΑΣΙΑ ΜΙΑΣ «ΙΣΤΟΡΙΚΗΣ ΠΟΙΗΤΙΚΗΣ»

Εκεί εδράζεται η οικουμενικότητα και έτσι αντιδιαστέλλεται από τις άλλες ευρωπαϊκές πρωτοπορίες η πρόταση πρωτοπορίας του Καβάφη. Προτείνει μια ιστορική ποιητική που ως μέθοδος αντίκειται της μυθικής μεθόδου των συγχρόνων του: από τον Πάουντ και τον Έλιοτ έως τον Σεφέρη.

Και γενικότερα, είναι μια οπτική ιστορική που προηγήθηκε από τις σχετικές αναφορές σε ρήξεις του πολιτισμού, στην εποχή μας· και, ακόμη μια ποιητική που μεθοδεύεται ευθέως με ιστορικά σημεία αναφοράς και σημαινόμενα. Πράγματι πριν από τα σύγχρονα κηρύγματα, π.χ. υπέρ της πλήρους ελευθεριότητας των σχέσεων και του πολυπολιτισμού (που αντίκειται στην ομογενοποίηση), ο ποιητής αυτός, εκτός απ’ την ταλάντωση του σώματος ανάμεσα στη στέρηση και στην επιθυμία, είχε μιλήσει έγκαιρα με καίρια επεισόδια για τις έννοιες του κράματος και του συγκρητισμού, των μεταιχμίων των πολιτισμών και των φενακισμών της εξουσίας. Και μίλησε γι’ αυτά με μια ιστορική ποιητική, που είναι η ποιητική των διαμέσων.

Σχετικές είναι και οι πηγές του, από τις οποίες εξαρτώνται οι δύο άξονες του ύφους του. Είναι η Αλεξάνδρεια και πίσω η Ελλάδα «του σκληρού ελληνισμού», αλλά και η Αντιόχεια και πίσω της η Ρώμη της πολιτικής και της παγκόσμιας κυριαρχίας. Είναι ο «ελληνικός» και ο «ασιανός» Καβάφης: ο αισθητής και ο σοφιστής. Είναι ο Καβάφης των επιγραμμάτων: ο ελεγειακός και εξομολογητικός, που μεταδίδει λυρική συγκίνηση· αλλά και ο Καβάφης των ρητορικών «διατριβών» και γυμνασμάτων: ο διανοούμενος με τη ρητορική πειθώ (όπως τη χαρακτηρίζει ο ίδιος στο κατά Περίδη «Αυτοεγκώμιο»). Από όπου απορρέει και η διπλή διάστασή του: η συμπαθητική (από το «συμπαθώ», αλλά και το «συμπάσχω») και η αποστασιοποιητική ταυτότητά του. Απορρέει ο δραματικός (κατά τον Σαρεγιάννη) αλλά και ο ειρωνικός (κατά την κρίση των νεότερων) Καβάφης.

Και τελειώνω ανακεφαλαιώνοντας: Με αυτά τα διακριτικά, βγαλμένα από την ελληνική παράδοση, κέρδισε απαράγραπτα την παγκόσμια αναγνώριση η ποίηση του Καβάφη. Με τα ελληνικά ως οικουμενικά στοιχεία της ιστορικής ποιητικής του, καταξιωμένα, ας σημειωθεί, σε δείγματα εντελέστερα από τα αρχαία πρότυπά τους (τα επιγράμματα και τα ρητορικά γυμνάσματα που αναφέραμε) και επίσης απ’ τις νέες τεχνικές (δραματικοί μονόλογοι και εγκιβωτισμός παραθεμάτων που υποδείξαμε). Έτσι «Ο Φληβάς ο Φοίνικας» (του Έλιοτ) και ιδιαίτερα «Ο Επίσκοπος παραγγέλλει τον τάφο του στην εκκλησία της Σάντε Πρασέντε» ή «Η κηδεία του Γραμματικού, κατά την υπόδειξη αντίστοιχα του Ed. Keeley και του Dav. Ricks» (του Μπράουνινγκ) και η μέθοδος κολάζ (που καθιέρωσε ο Πάουντ) δεν είναι παρά σύγχρονες υποδοχές των πρωτοτυπιών που «εκόμισε» από την Παλατινή Ανθολογία τις δύο πρώτες (το επίγραμμα ως είδος και ο δραματικός μονόλογος ως τεχνική) και από τη «Δεύτερη σοφιστική» την τρίτη τεχνική (εγκιβωτισμός του παραθέματος, «σοφιστικά», προς κρίσιν), στη νεότερη λογοτεχνία ο Καβάφης. Μια ακραία εκδοχή του δραματικού μονόλογου έχομε στο ποίημα «Φιλέλλην», όπου ο θεατρικός διάλογος εγκιβωτίζεται στη φωνή του ομιλούντος:

 

Τν χάραξι φρόντισε τεχνικνγίνει.

[…]

Κατώρα μμὲ ἀρχίζεις εφυολογίες,

τ«Ποοἱ Ἕλληνες;» κα«Ποτὰ Ἑλληνικ

πίσω π’ τν Ζάγρο δ, πτΦράατα πέρα».

Τόσοι κατόσοι βαρβαρότεροί μας λλοι

φοτγράφουν, θτγράψουμε κ’ μες.

 […]

στε νελλήνιστοι δν εμεθα, θαρρ.

 

Σχετικά με το «σοφιστικ» ως έννοιας είναι αρκετά υποδηλωτικός και ο στίχος του:

 

Τν τερπε σοφιστικὰ ἡ ἀντίφασις

 

Με αυτά, και με τη γλώσσα που τα κυβερνά και τα ρυθμίζει, γλώσσα απολύτως αντισυντεχνιακή και ως εκ τούτου αμετάδοτη από τους ξένους «λογοτεχνικούς» μεταφραστές (ενώ, αντίθετα, προσφέρεται σε αυτούς ο τόνος της και η ιδιόρρυθμη οπτική γωνία των θεμάτων και των νοημάτων της), γλώσσα που απορρέει μέσα απ’ την «Κοινν λληνικΛαλιά», πολυεπίπεδη και διαχρονική και συνδυάζει έτσι και τις δύο πηγές της, την πεζή της αγοράς και τη λογία των θεσμών και των σπουδαστηρίων· με αυτή τη γλώσσα που ενεργοποιεί εκτός από τη φαντασία και την κριτική διάνοιά μας, επιβάλλεται και η δική του εκδοχή ποιητικής, η πιο προσωπική και ευδιάκριτη ανάμεσα στις άλλες πρωτοπόρες του καιρού μας.

 

To Αφιέρωμα στον Γιάννη Δάλλα 
γίνεται με την επιμέλεια των Εκδόσεων ΝΕΦΕΛΗ

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 11 (03.2014)