η καβαφική κάμαρη, επισκέψιμη και γεμάτη μέλλον

 

Σχόλιο για το βιβλίο του Δημήτρη Παπανικολάου Σαν κ’ εμένα καμωμένοι.
Ο ομοφυλόφιλος Καβάφης και η ποιητική της σεξουαλικότητας
(Πατάκης, 2014)

Παυλίνα Μάρβιν

 

Το 2013, ως (και) έτος Καβάφη, κινήθηκε, λίγο-πολύ, όπως αρκετοί αναμέναμε: ανάμεσα στην αθεράπευτα επιπόλαιη υμνολογία και σε λιγότερο ή περισσότερο έμμεσες ρητορικές αποκαθήλωσης του αγαπημένου ποιητή, με πλήθος σχετικών δημοσιεύσεων και εκδηλώσεων, βιβλίων, εκπομπών, εκπαιδευτικών και άλλων προγραμμάτων. Μέσα στο εορταστικό χάος, χαρήκαμε και σημαντικές πλευρές του διαλόγου για τον Καβάφη, που ακόμη τώρα, στο τέλος σχεδόν του 2014, όχι μόνο δεν έχει διακοπεί, αλλά συνεχίζεται ενισχυμένος, σύνθετος και ίσως ουσιαστικότερος παρά ποτέ.

«Τον Καβάφη η σεξουαλικότητα δεν τον κάνει να θέλει να κρυφτεί. Τον κάνει να συνειδητοποιεί και να ιστορικοποιεί», γράφει ο Δημήτρης Παπανικολάου, κι εγώ λαμβάνω, καθυστερημένα, και εμμέσως πλην σαφώς, μια απάντηση. Απάντηση σε τι; Μα στα σχετικά ερωτήματα που μου έθετε ικανός αριθμός ανθρώπων το τελευταίο διάστημα, μέλη ομάδων στους κύκλους ανάγνωσης και μελέτης που συντόνιζα, σε διαφορετικούς χώρους, με θέμα την καβαφική ποίηση και ποιητική. Και τι είδους ερωτήματα μου έθεταν; Μα εκείνα ακριβώς που έθεταν (όσο μπορώ να θυμηθώ) και κάποια άλλα πρόσωπα, στο σχολείο μου, στη γειτονιά μου, στην επαρχία μου, είκοσι χρόνια νωρίτερα: Μήπως δεν είναι ομοφυλόφιλος ο Καβάφης; Μήπως τον έχουν παρεξηγήσει; Μήπως η φερόμενη ομοφυλοφιλία του είναι μια φήμη που μεταδόθηκε διά στόματος φθονερών ομοτέχνων του; Μήπως «η ενδεχόμενη συζήτηση για έναν GAY Καβάφη θα μπορούσε να υπονομεύσει το ποιητικό αποτέλεσμα;».

Το βιβλίο του Παπανικολάου, ένα βιβλίο διεθνών προδιαγραφών, δίνει απαντήσεις σε όλα τα άνωθεν –μα όχι μόνο– «διαχρονικά» ερωτήματα, και για να προλάβουμε τους προκατειλημμένους, τα ερωτήματα αυτά, αποτελούν από μόνα τους την απάντηση σε ένα άλλο ερώτημα, που δεν θέσαμε, αλλά, τρόπον τινά, έχει ήδη τεθεί: «Αρκεί κανείς να κοιτάξει τον Καβάφη που διδάσκουμε στα σχολεία, για να δει πόσο η συζήτηση αυτή δεν είναι καθόλου προφανής. Αλλά και πιο ειδικά, γιά σκεφτείτε, μας έχουν μάθει να φανταζόμαστε έναν Καβάφη γερασμένο, σιωπηλό, ηττημένο, χαμένο σε ένα μονήρες ερωτικό αναμάσημα του παρελθόντος», σημειώνει ο συγγραφέας του έργου, σε συνέντευξή του στην Αυγή (Δημήτρης Παπανικολάου, «Ποίηση, ομοφυλοφιλία, ομοφοβία και πολιτική», 21.9.2014), σχετικά με το κατά πόσο το βιβλίο του περιστρέφεται ή όχι γύρω από τα όρια του αυτονόητου. 

Ο Καβάφης που προτείνεται από τον Παπανικολάου, «διεκδικητικός, δυναμικός, σωματικά ενεργός, ερωτικά εναργής, κοινωνικά υποψιασμένος και με σαφές ηθικό πρόταγμα», διόλου δεν μοιάζει με την προσωποποίηση της παρακμής στην οποία πολλάκις διδαχτήκαμε να τον αναγνωρίζουμε. «Όσον κι αν η θεματική της καλλιτεχνικής δημιουργίας και η σχέση με τον αισθητισμό και την τέχνη της παρακμής είναι προφανής, η ερωτική έκφραση την υπερβαίνει τελικά, καθώς εξελίσσεται στην εκφορά μιας πολύ πιο συγκροτημένης, ρεαλιστικής, ερωτικής/σεξουαλικής ταυτότητας», επισημαίνει ο συγγραφέας, παραπέμποντάς μας στον Christopher Robinson, ο οποίος επιμένει, με τη σειρά του, ότι «η σεξουαλικότητα είναι μέρος της ευρύτερης παρουσίασης της ιστορικής εναλλαγής και της αστάθειας, και είναι σ’ αυτό το σημείο που τα ποιήματα του τα πιο “προσωπικά” και τα πιο “πολιτικά” ουσιαστικά συναντώνται». 

Ο Παπανικολάου έχει, βέβαια, φροντίσει να μας ορίσει νωρίτερα τη σεξουαλικότητα ως «τη σύνδεση της ερωτικής επιθυμίας με τους λόγους περί αυτής και την κοινωνική διαχείρισή τους», διαπλέκοντας, λοιπόν, ευθέως το ερωτικό με το κοινωνικό. Και είναι αλήθεια πως μέσα από τους ευφάνταστους τίτλους των κεφαλαίων του έργου του (Ο ομοφυλόφιλος ποιητής και η νεοελληνική αιδώς, Οι βιο-ιστορίες του Καβάφη, Οι καμωμένοι – και η αρχειακή τους ποιητική, κ.ά.) αναδύονται τα ιδιαίτερα αρώματα πολλών διαφορετικών κοινοτήτων της ίδιας (παγκόσμιας) κοινωνίας που ποικιλοτρόπως οικειοποιείται τον Καβάφη, με μια κοινότητα να μας τραβάει, ίσως, περισσότερο το ενδιαφέρον: «Αν έπρεπε να μεταφράσουμε τον όρο queer έτσι όπως χρησιμοποιείται σήμερα, θα καταλήγαμε σε μια περίφραση: σεξουαλικά αντικανονικός, πολιτικά ριζοσπαστικός, κοινωνικά έκκεντρος. Προτιμώ, για να συνεννοούμαστε, να τον κρατήσω αμετάφραστο. Κουήρ», εξηγεί ο Παπανικολάου, εισάγοντάς μας σ’ αυτήν την, ιδιαίτερα ανοιχτή σε ερμηνείες και μάλλον φιλόξενη κατηγορία ταυτότητας, η οποία ολοφάνερα αποκλίνει από υπερσυγκροτημένα και στατικά γκέι αφηγήματα. Αλλά και η Judith Butler λέει σχετικά, πως «για να μπορέσει ο όρος queer να γίνει ένα πεδίο συλλογικής αμφισβήτησης και αντίστασης, η αρχή μιας σειράς ιστορικών αναλύσεων και φαντασιακών προβολών προς το μέλλον, θα πρέπει να παραμείνει ένας όρος που δεν ανήκει απολύτως σε κανέναν, μια κατηγορία που δεν είναι οικόπεδο κανενός αλλά μόνο ξανα-χρησιμοποιείται, περιστρέφεται, διαστρέφεται από μια προηγούμενη χρήση, πάντα διατηρώντας μια πολιτική στόχευση που έχει την αίσθηση του επείγοντος και απλώνει διαρκώς τις αναφορές της». Και είναι βέβαια έκτακτες τούτες οι παρατηρήσεις, τόσο του Παπανικολάου όσο και της Butler, και ακόμη πιο εύστοχη η συνύπαρξή τους στο εν λόγω βιβλίο, το οποίο κατορθώνει εντέλει, και αναδεικνύει, στα μάτια μερικών εξ ημών, την καβαφική κάμαρη σε αυτό ακριβώς το αενάως, και με την αίσθηση του επείγοντος, επαναχρησιμοποιούμενο οικόπεδο, που δεν ανήκει σε κανέναν αλλά είναι ουσιαστικά τόσο χρήσιμο για όλους, που αποτελεί διαχρονικό πεδίο ιστορικών αναλύσεων και φαντασιακών προβολών προς το μέλλον.

«Η εκπλήρωσις της έκνομής των ηδονής / έγινεν. Απ’ το στρώμα σηκωθήκαν, / και βιαστικά ντύνονται χωρίς να μιλούν. / Βγαίνουνε χωριστά, κρυφά απ’ το σπίτι· και καθώς / βαδίζουνε κάπως ανήσυχα στον δρόμο, μοιάζει / σαν να υποψιάζονται που κάτι επάνω των προδίδει / σε τι είδους κλίνην έπεσαν προ ολίγου. / Πλην του τεχνίτου πώς εκέρδισε η ζωή. / Aύριο, μεθαύριο, ή με τα χρόνια θα γραφούν / οι στίχ’ οι δυνατοί που εδώ ήταν η αρχή των», γράφει ο Καβάφης στο αναγνωρισμένο ποίημά του «Η αρχή των», προσφέροντάς μας πρόσβαση στην κάμαρη της ηδονής, όπου φιλοξενείται ο έρωτας και η αφετηρία της ποίησης. Το είδος της κλίνης έχει, όπως βλέπουμε, σημασία: «να την επανεκτιμήσουμε χωρίς τις αγκυλώσεις, τις ενοχές ή τους εθνοφιλολογικούς προκαθορισμούς του παρελθόντος», μας προτρέπει ο συγγραφέας του δοκιμίου που εξετάζουμε. Και η επανεκτίμηση αυτή μάς γεμίζει ελπίδες. Αφενός, επειδή πραγματεύεται σύνθετα ανθρώπινα θέματα σε γλώσσα απλή και σύνθετη μαζί – τη βιωματική γλώσσα ενός επιστήμονα που δεν απευθύνεται σε κάποιο σινάφι, ή αποκλειστικά στους «σαν κ’ εμένα καμωμένους», μα σ’ εκείνους που καταλαβαίνουν ότι «οι φράσεις αυτές κάπου απευθύνονται και κάποιον περιμένουν να τις διαβάσει σαν να αφορούσαν και τη ζωή του», γιατί άλλωστε «η προσταγή Θυμήσου, σώμα απαιτεί σώμα, το κάθε σώμα, να συναισθανθεί την ευθύνη του στο παρόν, αλλά και πώς αυτή συνδέεται με τον χρόνο, την επιθυμία και την ιστορία, που θα βρίσκονται πάντα ανάμεσα».

Αφετέρου, η επανεκτίμηση στην οποία ο συγγραφέας προβαίνει, μας κερδίζει για έναν ακόμη, ίσως σημαντικότερο λόγο: Γιατί μας βγάζει, όσους από μας θέλουμε όντως να βγούμε, από τις μονότονες συζητήσεις σχετικά με το αν ο Καβάφης διαμορφώνει ή όχι έναν ποιητικό κανόνα ο οποίος να μπορεί να ακολουθηθεί, από τη στεγνή και στυγνή (στην οποία υποβληθήκαμε δεκάδες φορές), κανονιστικότατη διάκριση των ποιημάτων του σε ερωτικά, ιστορικά και φιλοσοφικά, από την κανονικότητα του ερωτισμού, της ηδονής και της ερωτικότητας που ταυτίστηκε με το έργο του Καβάφη χάρη σε γενεές γενεών κριτικών· μας βγάζει, εντέλει, και από οποιαδήποτε τυποποιημένη κανονικότητα, μεταφέροντάς μας, ίσως όχι στη χώρα της μη κανονικότητας, αλλά στη χώρα της καβαφικής ποιητικής και σεξουαλικότητας – αμφότερες ιδιαίτερες και εντελώς πραγματικές, άρα κανονικές. 

Όπως μαθαίνουμε, όσοι δεν το γνωρίζαμε ήδη χάρη στο βιβλίο του Παπανικολάου, το αρχείο Καβάφη, σημαντικό υλικό για τον Καβάφη, τη ζωή και το έργο του, υπήρξε επί δεκαετίες κλειστό και απροσπέλαστο. Δεν μας κάνει μάλλον τόση εντύπωση, αν αναλογιστούμε πως ολόκληρη η χώρα μας αποτελείται από εκατοντάδες κλειστά, αναξιοποίητα αρχεία, τα οποία συνιστούν, βέβαια, δείγμα υψηλής κακοδιαχείρισης και αδιαφορίας, και παράδειγμα προς αποφυγή για κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Και επειδή δεν είναι λίγοι εκείνοι που, από τις αρχές του 20ού αιώνα μέχρι και σήμερα, προσδιορίζουν επίμονα και ποικιλοτρόπως ως «κλειστό», περιορισμένης αξίας και λειτουργικότητας, το ίδιο το καβαφικό σύμπαν, ας έχουμε στον νου μας πως λίγοι δεν είναι ούτε και οι άλλοι, οι «σαν κ’ εμένα καμωμένοι», που πολύ καλά γνωρίζουν ότι «το ελλιπές, το αποσπασματικό, το κρυμμένο και αποκομμένο, το απροσπέλαστο αρχείο, όπως και το ανασυντεθειμένο μέσα από ψιθύρους, ξαφνικές λεπτομέρειες και συναισθήματα αρχείο», είναι συνθήκη καταστατική της ζωής τους.

«Φέρνοντας στην επιφάνεια όχι τον βίο αλλά την κατασκευή του, όχι το παρελθόν αλλά το αρχείο του», ο Παπανικολάου μας ξεναγεί πρωτότυπα, σχολαστικά –μακριά, όμως, από φιλολογίστικους σχολαστικισμούς– και με συνέπεια στην καβαφική κάμαρη, βοηθώντας μας να κατανοήσουμε γιατί, τελικά, για πολλούς από εμάς, η φράση «ομοφυλόφιλος Καβάφης» δεν είναι απλώς μια ιστορική λεπτομέρεια, αλλά «αντίθετα, μια προσωπική, κοινωνική και πολιτική αναζήτηση που συνδέεται με την ποιητική της δικής τους ύπαρξης».

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 21 (01.2015)