«ο καιρός συνεσταλμένός εστιν». τα προβλήματα της επόμενης μέρας

 

Αντώνης Λιάκος

 

Αν μιλάμε για την ελληνική ώρα της Ευρώπης και την ευρωπαϊκή ώρα της Ελλάδας είναι γιατί οι εκλογές αυτές είναι ίσως οι πρώτες στην ελληνική ιστορία που έχουν ένα πρόταγμα ευρωπαϊκό και συναρθρώνουν την ελληνική με την ευρωπαϊκή πολιτική όχι παθητικά αλλά ενεργητικά. Αυτό είναι αποτέλεσμα της κρίσης. Αν και αποτυπώθηκε κυρίως με οικονομικούς όρους, δεν ήταν μόνο οικονομική αλλά πολιτική και κοινωνική, και το μέγεθός της δεν οφείλεται μόνο στις προ κρίσης αιτίες αλλά κυρίως στις πολιτικές που εφαρμόστηκαν για την αντιμετώπισή της. Προπαντός, δεν ήταν αποκλειστικά ελληνική. Ήταν κρίση που συνάρθρωνε τις εσωτερικές αιτίες με τις ευρωπαϊκές και, σε ευρύτερο πλαίσιο, με τις διεθνείς. Ήταν οι συνέπειες στην Ελλάδα της πρώτης κρίσης της παγκοσμιοποίησης. Συνέπειες της μη προσαρμογής, αλλά και ταυτόχρονα των νέων κανόνων που αυτή η νέα εποχή επέβαλε. Η αντιμετώπιση της κρίσης επίσης έδειξε τις αντιφάσεις της ευρωπαϊκής νομισματικής ενοποίησης. Αφενός ο στενός κορσές του ενιαίου νομίσματος, αφετέρου τα διαφορετικά επιτόκια, οι διαφορετικοί κανόνες δανεισμού κ.λπ. Πρόκειται για μια κρίση των προτεραιοτήτων πάνω στις οποίες βασίστηκε η ευρωπαϊκή ενοποίηση, δηλαδή πρώτα ενοποίηση των αγορών, ακολούθως η πολιτική ενοποίηση και έπεται η όποια σύγκλιση των κοινωνιών. Τα αποτελέσματα, γνωστά. Συσσώρευση στον Βορρά, ελλείμματα στον Νότο. Η ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα έναντι των αναδυόμενων αγορών, θυσίασε τους πιο ευάλωτους. Ερείπωσε τις αγορές εργασίας του Νότου. Ανεργία και κάθετη πτώση του επιπέδου δεν προκάλεσαν μόνο ανθρωπιστική κρίση, αλλά ακύρωσαν τις όποιες δυνατότητες ανάπτυξης. Συνεπώς η επόμενη μέρα απαιτεί έναν καινούριο τρόπο να τεθούν τα προβλήματα, αλλά και τη συνείδηση του γριφώδους των προβλημάτων. Δεν πρόκειται για απλά προβλήματα που δεν λύνονται με την επίκληση γενικών αρχών και την επιστράτευση της σκληρής προσπάθειας και του ενθουσιασμού, ή του ηθικού και πολιτισμικού κεφαλαίου της Αριστεράς.

Το πρώτο πρόβλημα είναι ότι η κυβέρνηση της αυριανής μέρας δεν μπορεί να διαπραγματευτεί αποκλειστικά και μόνο το ελληνικό πρόβλημα απέναντι στην Ευρώπη. Αυτό θα ήταν μια παθητική στάση, όπως αυτή που επιδείχτηκε από την αρχή της κρίσης. Οι πολιτικοί που διαχειρίστηκαν τις τύχες της Ελλάδας ήταν ψοφοδεείς απέναντι στους υπόλοιπους Ευρωπαίους, όχι για ψυχολογικούς αλλά για ιδεολογικούς λόγους. Ιδεολογικούς λόγους οι οποίοι άνθησαν την προηγούμενη περίοδο από τις στήλες των μεγάλων εφημερίδων, του Protagon, της Athens Review of Books, του Books’ Journal κ.ά. έντυπων και ηλεκτρονικών κόμβων που αποδείχτηκαν φυτώρια αυτής της αντίληψης παθητικής και εθελοντικής αποδοχής της αντικοινωνικής διαχείρισης της κρίσης. Η νέα διακυβέρνηση οφείλει να έχει συνολική άποψη για την πορεία των ευρωπαϊκών πραγμάτων και να συμμετάσχει ενεργά στη δρομολόγηση αλλαγών οι οποίες θα βγάλουν τις ευρωπαϊκές κοινωνίες από το αδιέξοδο. Αυτή τη στιγμή μια καινούρια και ισχυρή ελληνική κυβέρνηση έχει έδαφος και ακροατήριο για να αναπτύξει την επιχειρηματολογία της. Το ηγετικό επιτελείο του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. το έχει καλά αντιληφθεί και φαίνεται καλά προετοιμασμένο. Αλλά το αντίτιμο για την ελληνική συμμετοχή στις ευρωπαϊκές διαδικασίες είναι οι μεταρρυθμίσεις. Και αυτό είναι το δεύτεροπρόβλημα που πρέπει να λύσει. Ελάχιστες από τις μεταρρυθμίσεις που προτάθηκαν έως τώρα από την τρόικα βελτίωσαν αδυναμίες και θεράπευσαν ελαττώματα. Το μεγαλύτερο μέρος αφορούσε μια ατζέντα η οποία είχε να κάνει με τον περιορισμό του εργατικού κόστους μέσω του ακρωτηριασμού των κοινωνικών υπηρεσιών, της περικοπής συντάξεων και μισθών, της διάλυσης της νομικής πλαισίωσης της εργασίας, της εκποίησης των κοινών. Αλλά το πρόβλημα της ελληνικής ανταγωνιστικότητας οφείλεται σε ένα πλέγμα διαφθοράς που επωφελείται από τη γραφειοκρατία, την έλλειψη κανόνων και τη θεσμική ανεπάρκεια. «Καπιταλισμός ή κλεπτοκρατία;» θα μπορούσε να ονομαστεί το ελληνικό οικονομικό σύστημα.1 Επομένως, καμιά κυβέρνηση, με οσοδήποτε ισχυρή νωπή λαϊκή εντολή, δεν μπορεί να πάει στην Ευρώπη χωρίς ένα επεξεργασμένο, συνεκτικό πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων και με την ανάλογη αποφασιστικότητα να το επιβάλει. 

Αλλά αυτές οι μεταρρυθμίσεις δεν πρέπει να ενισχύουν, όπως έγινε έως τώρα, το άνοιγμα της κοινωνικής ψαλίδας. Η Ελλάδα είναι πρωταθλήτρια στις κοινωνικές ανισότητες στην Ευρώπη. Το 1% του πληθυσμού κατέχει πάνω από τα 50% του εθνικού πλούτου, αυξάνοντας το μερίδιο κατά 10 μονάδες κατά τη διάρκεια της κρίσης, όταν στον άλλο πόλο κατά 10 μονάδες αυξήθηκε το ποσοστό του πληθυσμού κάτω από το όριο φτώχειας, από 23% στην αρχή της κρίσης στο 34% τώρα. Το μοντέλο αυτό ταιριάζει σε τριτοκοσμική χώρα, όχι σε ευρωπαϊκή. Οποιοδήποτε κόμμα θέλει να αυτοονομάζεται ευρωπαϊκό δεν μπορεί να υποστηρίζει παρόμοιο κοινωνικό μοντέλο. Η ψαλίδα πρέπει να αρχίσει να κλείνει, και αυτό είναι το τρίτο πρόβλημα της καινούριας ελληνικής διακυβέρνησης. Επομένως, μεταρρυθμίσεις ναι, αλλά μεταρρυθμίσεις με πνεύμα κοινωνικής δικαιοσύνης. Και αυτό το ζήτημα, η δημιουργία ενός εθνικού σχεδίου μεταρρυθμίσεων, φαίνεται πως έχει γίνει καλά κατανοητό.

Αλλά ποιο είναι το πρότυπο των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων; Είναι αυτές που καταργήθηκαν; Είναι τα σοσιαλδημοκρατικά πρότυπα της δεκαετίας του ’60 και του ’70 που σάρωσε ο νεοφιλελευθερισμός; Ποιο πρότυπο θα έχουν; Χρειάζεται μια ισχυρή συνείδηση των αλλαγών της ευρύτερης εποχής. Τα «μέσα παραγωγής» άλλαξαν. Δεν βρισκόμαστε πια στην εποχή του βιομηχανικού καπιταλισμού. Η ψηφιακή τεχνολογία δημιούργησε έναν καινούριο κόσμο στον οποίο απασχόληση και δεξιότητες μεταβάλλονται άρδην. Δημιουργείται ενδημική ανεργία, η νέα απασχόληση δεν περικλείεται στα όρια του εθνικού κράτους, ο τρόπος θέσμισης των νέων αγορών εργασίας έχει αλλάξει. Ποιες μεταρρυθμίσεις που να δημιουργούν απασχόληση χωρίς να διευρύνουν την ανισότητα θέλουμε; Και αυτό δεν είναι ηθικό πρόταγμα. Η διεύρυνση της ανεργίας βαθαίνει την ύφεση, και η ύφεση υπονομεύει με τη σειρά της τις όποιες μεταρρυθμίσεις για τη βελτίωση της ανταγωνιστικότητας. Η ανισότητα, αυξάνοντας τον πλούτο στην κορυφή και τη φτώχεια στη βάση, κάνει τις κοινωνίες πολύ πιο ευάλωτες στις κρίσεις. Αυτή ήταν η μοίρα των μεταρρυθμίσεων που επιβλήθηκαν στην Ελλάδα έως τώρα. Επομένως μια νέα κυβέρνηση χρειάζεται, μαζί με την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης και του χρέους, να συγκροτήσει ένα νέο μεταρρυθμιστικό πρόγραμμα με χρονικό βάθος και συνέπεια. Ένα πρόγραμμα μεταρρυθμίσεων όχι αναχρονιστικό αλλά που να ανταποκρίνεται στις αλλαγές της εποχής και να δίνει εναλλακτικές απαντήσεις, αλλά πειστικές απαντήσεις. Χρειαζόμαστε όχι απλώς αντινεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις αλλά μεταρρυθμίσεις για μια εποχή μετά τον νεοφιλελευθερισμό και τη λαίλαπα που εξαπέλυσε για τη μετανεοφιλελεύθερη εποχή. Αυτό είναι ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα.

Οι μεταρρυθμίσεις δεν είναι άπαξ διατυπώσεις σε ένα πρόγραμμα αλλά μια επίμονη πολιτική. Η επιτυχία τους δεν εξαρτάται μόνο από τη δύναμη επιβολής αλλά από την αποδοχή τους. Και η αποδοχή τους από τις αρχές που αποτυπώνεται στις μεταρρυθμίσεις από την απάντηση που δίνουν στο ερώτημα «Τι κοινωνία θέλουμε»; Η λύση των κόμπων της επόμενης μέρας απαιτούν έναν ευρύ κοινωνικό συνασπισμό δυνάμεων, με διαφορετική σύνθεση και διάταξη εκείνου της προεκλογικής περιόδου. Έναν συνασπισμό όχι πολιτικών ομάδων αλλά κοινωνικών στρωμάτων, με βάση το πρόγραμμα. Ώς τώρα έχουν γίνει σημαντικότατες προσπάθειες και έχει διανυθεί πολύς δρόμος για τη συγκρότηση προγράμματος από το ΣΥ.ΡΙΖ.Α.. Αλλού πολύ επιτυχημένο, όπως το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης, αλλού λιγότερο, και σε μερικούς τομείς ίσως και προβληματικό. Ωστόσο το πρόγραμμα της Θεσσαλονίκης απέδειξε, με την άμεση ανταπόκριση που βρήκε, την αξία που έχει μια σοβαρή επεξεργασία προτάσεων. 

Ο καιρός της επόμενης μέρας συνεσταλμένος εστίν. Οι αντιδράσεις από τις αγορές, τους ολιγάρχες και τις συντηρητικές και νεοφιλελεύθερες δυνάμεις θα είναι σκληρή. Σκληρότατη. Η αριστερή διακυβέρνηση στην Ελλάδα θα πρέπει να αποδειχτεί μια παρένθεση που θα πρέπει να κλείσει παραδειγματικά, για να κλείσει κάθε δυνατότητα αμφισβήτησης των κυρίαρχων επιλογών. Για να ματαιωθεί κάθε ουτοπική προσδοκία. Η κοινωνική δυσαρέσκεια, υποδαυλισμένη από εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις, θα είναι επίσης ένας παράγοντας πίεσης. Η Χρυσή Αυγή θα είναι παρούσα για να εισπράξει την απογοήτευση και την απελπισία. Στην Ελλάδα παίζονται ζητήματα που αφορούν το μέλλον των ευρωπαϊκών κοινωνιών, και αυτό όλοι το καταλαβαίνουν. 

Ο Θεμιστοκλής έλεγε ότι δεν τον άφηναν να κοιμηθεί οι επιτυχίες του Μιλτιάδη. Τον πρωθυπουργό και την κυβέρνηση της επόμενης μέρας δεν θα πρέπει να τον αφήνουν να κοιμηθεί οι αποτυχίες των προηγούμενων πρωθυπουργών, κυρίως αυτών που ήθελαν να εφαρμόσουν πολιτικές αλλαγών και μεταρρυθμίσεις, αλλά σκόνταψαν ή υπέκυψαν στην ετερογονία στόχων και αποτελεσμάτων. Θα ήταν απλοϊκό και άχρηστο να αποδώσουμε κακές προθέσεις, γιατί έτσι δεν θα μαθαίναμε τίποτε. Η ετερογονία πρέπει να είναι συνεχώς στο μυαλό μας. Δεν υπάρχει αριστερό κοκαλάκι νυχτερίδας για να μας προφυλάξει στο νέο ταξίδι, στο οποίο μπαίνουμε όλοι με τις καλύτερες ευχές. 

Συνεπτυγμένη μορφή του κειμένου αυτού δημοσιεύτηκε στο «Βήμα» (24-25 Ιανουαρίου 2015).

 ΣΗΜΕΙΩΣΗ

1. Κ. Καλλίτσης, Η Καθημερινή (18.1.2015) http://www.kathimerini.gr/800006/opinion/epikairothta/politikh/kapitalismos-h-kleptokratia

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 21 (01.2015)