ελλάδα, νεωτερικότητα και κρίση

 

Η ελληνική κρίση στη μεγάλη ευρωπαϊκή εικόνα
– Σχετικοποιώντας τη νεωτερικότητα

Αντώνης Λιάκος

Υπάρχει μια γενικότερη παραδοχή, στο εξωτερικό αλλά και εδώ, ότι η κρίση οφείλεται στον ανεπαρκή εκσυγχρονισμό της Ελλάδας, στην ανάγκη προσαρμογής της στο πνεύμα της νεωτερικότητας. Εξού και η ανάγκη για δομικές μεταρρυθμίσεις που προβάλλεται μετ’ επιτάσεως. Πριν απαντήσουμε υπέρ ή κατά της αντίληψης αυτής, ας προσέξουμε μια σύνδεση: κρίση και νεωτερικότητα. Τη σύνδεση αυτή είχε επιχειρήσει ο Γερμανός ιστορικός Ντέτλεφ Πώυκερτ, χαρακτηρίζοντας τη μεγάλη κρίση του Μεσοπολέμου, την εποχή της Βαϊμάρης και τον φασισμό ως «κρίση της κλασικής νεωτερικότητας».1 Ας ξαναδούμε λοιπόν αυτή την ιδέα που τοποθετεί την κρίση στα ευρύτερα ιστορικά της συμφραζόμενα.

 

Η Βαϊμάρη ως κρίση της κλασικής νεωτερικότητας

 

Ως κλασική νεωτερικότητα, ο Γερμανός ιστορικός εννοούσε τα βασικά μοντέλα σκέψης και πρακτικής όπως είχαν διαμορφωθεί έως τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο στη βιομηχανία, την κοινωνική πολιτική και τις εργασιακές σχέσεις, στη μαζική κουλτούρα, την πολιτική διαπαιδαγώγηση. Αυτά τα μοντέλα επέβαλαν έναν τρόπο κρατικής παρέμβασης που βασιζόταν στην πεποίθηση ότι οι κοινωνικές επιστήμες της εποχής και η φωτισμένη γραφειοκρατική διοίκηση μπορούσαν να λύνουν τα κοινωνικά προβλήματα που ανέκυπταν. Αλλά καθώς η κρίση μεγέθυνε τα προβλήματα και οι περικοπές στους κρατικούς προϋπολογισμούς περιόριζαν τις μεταρρυθμιστικές επιλογές και την αποτελεσματικότητά τους, η παρεμβατική πολιτική αποκτούσε όλο και περισσότερο αυταρχικά χαρακτηριστικά επιδιώκοντας την ομοιομορφία και τον αποκλεισμό του διαφορετικού, εκείνου που δεν ταίριαζε και δεν προσαρμοζόταν. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για την αποδοχή των ναζί και της ναζιστικής νοοτροπίας. Ο ναζισμός δεν ήταν αντι-νεωτερικός. Κάθε άλλο: εξέφραζε τις επικίνδυνες δυνητικές τάσεις της νεωτερικότητας. Παράλληλα η κρίση ανέτρεψε παλιές βεβαιότητες και δημιούργησε μια μεγάλη ρευστότητα αξιών και πεποιθήσεων που εκφράστηκαν με πολλούς πειραματισμούς, πολλοί από τους οποίους άρδευσαν τον αντιδραστικό μοντερνισμό. Η κρίση ως προς τη νεωτερικότητα λειτουργούσε ως αυτοεκπληρούμενη προφητεία. Δηλαδή η κρίση επέβαλε την αναγκαιότητα της εξαίρεσης από τον κανόνα (παράκαμψη της συνταγματικής τάξης και προσφυγή σε έκτακτη νομοθεσία), αλλά η εξαίρεση υπονόμευε την ίδια την έννοια της κανονικότητας: της κανονικότητας της νεωτερικότητας. Επιπλέον, οι πολιτικές αντιμετώπισης της κρίσης ενοχοποιούσαν τον πλουραλισμό και τη διαφορετικότητα ενισχύοντας τη μονολιθικότητα, η οποία με τη σειρά της αναιρούσε βασικές προϋποθέσεις της νεωτερικότητας. Η κρίση και η έκτακτη ανάγκη ήταν αλληλοτροφοδοτούμενες έννοιες και κατέληξαν συνώνυμες. Το βλέπουμε και σήμερα.

 

Πολλαπλές νεωτερικότητες

 

Έως τώρα, στη γενικότερη συζήτηση στα καθ’ ημάς, χρησιμοποιείται συνήθως το σχήμα νεωτερικότητα versus παραδοσιακότητα. Μια αντιπαράθεση που συγκρότησε σε μεγάλο βαθμό τη δημόσια συζήτηση αλλά και τα ζητούμενα στις κοινωνικές επιστήμες και στην ιστοριογραφία στην περίοδο της μεταπολίτευσης. Η σπονδυλική στήλη της συζήτησης αυτής προέκυψε από τις θεωρίες του εκμοντερνισμού (modernization theories). Ο Νικηφόρος Διαμαντούρος τις κωδικοποίησε και η ανάλυσή του επηρέασε μεγάλο φάσμα των πολιτικών δυνάμεων και του τύπου.2 Ωστόσο αν δούμε τη νεωτερικότητα όχι κανονιστικά, δηλαδή ως τα απαραίτητα βήματα για να γίνει μια κοινωνία νεωτερική, αν τη δούμε ως μία έννοια μέσω της οποίας επισημαίνουμε τα ενοποιητικά χαρακτηριστικά στην εξέλιξη της κοινωνίας, χαρακτηριστικά που απλώνονται σε πολλά πεδία, λ.χ. από τους κοινωνικούς ρόλους και τις ταυτότητες έως την οικονομία, τότε αυτά τα χαρακτηριστικά δεν έμειναν ούτε ενιαία ούτε συμπαγή στη διάρκεια των τριών τελευταίων αιώνων τους οποίους προσγράφουμε στην εποχή της νεωτερικότητας. Επομένως θα πρέπει να δεχτούμε την αντίληψη ότι δεν έχουμε μία νεωτερικότητα αλλά πολλές. Όπως άλλωστε δεν έχουμε μία και αδιαφοροποίητη παραδοσιακότητα αλλά πολλές.

 

σελ. 1 (από: 4) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. σελίδα >