φράουλες και μετρό

Η εσωστρεφής διαχείριση του μεγαλύτερου ανασκαφικού έργου που έγινε ποτέ στη Θεσσαλονίκη
μειώνει τη σημασία του για την πόλη και τους κατοίκους της

 

Κώστας Κωτσάκης

 

Ξαφνικά, την άνοιξη του 2013, η Θεσσαλονίκη συνειδητοποίησε ότι η κατασκευή του μετρό και η διατήρηση των αρχαιοτήτων της πόλης είναι δύο δραστηριότητες ασύμβατες. Αν και ο βασικός σχεδιασμός του μετρό πηγαίνει πίσω στο 1993 –δηλαδή είκοσι χρόνια πριν– και η δημοπράτηση του έργου στο 2003, καμία υπηρεσία, κανένας φορέας, επιστημονικός ή επαγγελματικός, δεν διατύπωσε όλο αυτό το διάστημα κάποια, οποιασδήποτε μορφής, ένσταση για το προφανές γεγονός ότι η διαδρομή του μετρό ακολουθεί τους αρχαίους δρόμους της πόλης και επομένως η κατασκευή του σημαίνει την ουσιαστική καταδίκη σημαντικών αρχαιοτήτων. Καμιά εφημερίδα δεν το επισήμανε, κανένα πολιτικό κόμμα δεν ψέλλισε το παραμικρό. Στο διάστημα αυτό, οι εργασίες κατασκευής των τεσσάρων σταθμών που βρίσκονται μέσα στα όρια της ιστορικής πόλης έχουν σχεδόν ολοκληρωθεί ανασκάπτοντας και αφαιρώντας ολοκληρωτικά τις φάσεις της ιστορίας της πόλης, από την ίδρυσή της στα ελληνιστικά χρόνια μέχρι την πυρκαγιά του 1917. Απόλυτη σιγή συνόδευσε την απόσπαση και μετακίνηση των αρχαιοτήτων του σταθμού της Αγίας Σοφίας, σκοτάδι τη μεταχείριση της παλαιοχριστιανικής βασιλικής του σταθμού Συντριβανίου, αδιαφορία για τα ευρήματα στους υπόλοιπους.

Εκ των υστέρων, το επικοινωνιακό τμήμα της κοινοπραξίας κατασκευαστών και αρχαιολογικής υπηρεσίας (αν υποθέσουμε ότι υφίσταται – πράγμα εκ του αποτελέσματος μάλλον απίθανο) δεν έχει κανέναν λόγο να αισθάνεται ικανοποιημένο. Σε όλη τη διάρκεια του έργου, οι ανασκαφές παρέμειναν ερμητικά κλεισμένες πίσω από πυκνές λαμαρίνες που εμπόδιζαν και εξακολουθούν να εμποδίζουν τη θέα του έργου, καμιά σοβαρή δραστηριότητα δημοσιοποίησης των ευρημάτων των ανασκαφών δεν υπήρξε, η αρχαιολογική υπηρεσία και οι τοπικοί εμπλεκόμενοι υπάλληλοι δεν ανέλαβαν καμιά απολύτως πρωτοβουλία επικοινωνίας με το κοινό. Γενικά, στο σημαντικό αυτό αρχαιολογικό έργο, το σημαντικότερο ίσως που αναλήφθηκε ποτέ στην πόλη της Θεσσαλονίκης, οι αρχαιότητες δικάστηκαν ερήμην –των κατοίκων της πόλης, των ερευνητών, των μικροεπιχειρηματιών που γειτονεύουν με τους σταθμούς– και καταστράφηκαν εξαιτίας της μακροχρόνιας λειτουργικής κατάρρευσης του χώρου, γενικά οποιουδήποτε θα μπορούσε να θεωρηθεί, με τους σημερινούς όρους πολιτισμικής διαχείρισης, ενδιαφερόμενη ομάδα (stakeholder). 

Η απουσία επικοινωνιακής πολιτικής της κοινοπραξίας είναι σημαντική και θα επανέλθω παρακάτω, αλλά δεν εξηγεί, νομίζω, μόνο αυτή τη γενική απάθεια. Η σιωπηρή αποδοχή της καταστροφής των αρχαίων συνδέεται με την απλοϊκή αλλά διαδεδομένη αντίληψη ότι το παρελθόν πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στην ανάγκη του παρόντος και του μέλλοντος. Αν και η Ελλάδα είναι μια χώρα που έχει κεφαλαιοποιήσει τις αρχαιότητες και το παρελθόν προκειμένου να αποκτήσει πρόσβαση στην ευρωπαϊκή νεωτερικότητα, οι πολίτες της συνήθως διακατέχονται από ένα πνεύμα εργαλειακού «εκμοντερνισμού», αφήνοντας το αρχαίο παρελθόν για τις επετείους και τα σχολικά βιβλία, ιδιαίτερα όταν αυτό μπλέκεται στις φροντίδες του παρόντος. Η μετατροπή του παρελθόντος σε ιδεολόγημα που παράγεται συνεχώς από αυτό το κράτος έχει καθηλώσει το νόημά του σε μια φαντασιακή σχέση, που μπορεί να διατηρείται απρόσβλητη από την πραγματικότητα και επομένως από την τύχη των αρχαίων, την οποία εμείς οι ίδιοι καθορίζουμε με τις αποφάσεις και τις πράξεις μας. Έτσι μπορεί να εξηγηθεί καλύτερα όχι μόνο η σιωπή που περιέβαλε τις επιτελικές επιλογές για το μετρό της Θεσσαλονίκης και τις αρχαιότητες, αλλά και το μοναδικό παράδοξο να υπερθεματίζουν στην εκστρατεία για τη διάσωσή τους και εκείνοι που συμμετείχαν από διάφορες θέσεις στις αποφάσεις που κατέληξαν στην επικείμενη καταστροφή τους.

Στις 8 Μαρτίου, μετά τον θόρυβο που ξέσπασε γύρω από τη γνωστή ομόφωνη απόφαση του Κ.Α.Σ. για την απόσπαση των αρχαιοτήτων της οδού Βενιζέλου και τη μεταφορά τους αρκετά χιλιόμετρα μακριά, στο στρατόπεδο Παύλου Μελά, την έκκληση του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων (που περιλαμβάνει αποκλειστικά τους μόνιμους αρχαιολόγους του Υπουργείου Πολιτισμού και όχι τους Έλληνες αρχαιολόγους γενικά, όπως υπονοεί ο τίτλος του) για τη συλλογή υπογραφών μέσω του διαδικτύου και άλλων μέσων, αυτοψίες παραγόντων, έντονη αντίδραση του δημάρχου Θεσσαλονίκης Γιάννη Μπουτάρη και του Α.Π.Θ., οργανώθηκε από το Τμήμα Αρχιτεκτόνων του Α.Π.Θ. στο Μουσείο Βυζαντινού Πολιτισμού ημερίδα με θέμα τις «δυνατότητες ανάδειξης των ευρημάτων στον σταθμό Βενιζέλου». Στην ημερίδα αυτή έκαναν σύντομες παρεμβάσεις πολλοί, οι οποίοι τοποθετήθηκαν για τη σημασία και τη διάσωση των αρχαιοτήτων. Στις ομόθυμες τοποθετήσεις παραγόντων, ειδικών αλλά και κοινού υπήρξαν ενδιαφέρουσες απόψεις, αλλά και τοποθετήσεις που αξίζει να σημειωθούν καθώς έχουν γενικότερη σημασία, όπως η παραδειγματική αντίληψη της ιστορίας και η έμφαση στην πολιτισμική συνέχεια, η αξιολόγηση του πολιτισμού σε υψηλές και χαμηλές εκδοχές του, και κυρίως, το «προπατορικό αμάρτημα» της ελληνικής αρχαιολογίας, η μνημειακή αντίληψη του πολιτισμού. Αυτή η τελευταία κινητοποίησε στην οδό Βενιζέλου ευαισθησίες όπως δεν κατόρθωσαν οι περίπου ανάλογες αρχαιότητες του σταθμού της Αγίας Σοφίας, την τύχη των οποίων εξακολουθούν ελάχιστοι να συνειδητοποιούν. Είναι ενδεικτικό όμως ότι παραδόξως δεν ειπώθηκε τίποτε για τους ταλαιπωρημένους επαγγελματίες και κατοίκους της περιοχής, που βλέπουν τα μαγαζιά τους να κλείνουν το ένα μετά το άλλο και τη γειτονιά τους να καταρρέει, θύματα της διαχείρισης του έργου που προστίθεται στην εξοντωτική οικονομική κρίση δίνοντας χαριστική βολή. Η απουσία κάθε σχετικής αναφοράς δείχνει με ενάργεια πόσο ελάχιστα η επίσημη διαχείριση των αρχαιοτήτων έλαβε ουσιαστικά υπόψη της το κοινό στο οποίο απευθύνεται το τελικό αρχαιολογικό προϊόν. Τέλος, στις 17 Απριλίου το Α.Π.Θ. ανακοίνωσε σε ανοιχτή εκδήλωση τέσσερις προτάσεις για την επανατοποθέτηση των αρχαιοτήτων μέσα στον σταθμό, μετά την απόσπασή τους και τη συνέχεια της ανασκαφής, προκειμένου να ολοκληρωθεί η κατασκευή του σταθμού. Ανάλογη πρόταση κατέθεσε και το Τ.Ε.Ε. Μακεδονίας. 

Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το όντως σοβαρό πρόβλημα προκύπτει από τη συνολική αποτυχία της διαχείρισης του έργου, στην οποία οι αστοχίες και των δύο πλευρών, της εταιρείας Αττικό Μετρό και της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας, υπήρξαν καταλυτικές. Όπως προκύπτει από τα σχετικά έγγραφα της προϊσταμένης αρχής, η Αρχαιολογική Υπηρεσία θεωρούσε εξαρχής ότι η τύχη των αρχαιοτήτων, που περιγράφονται με ακρίβεια πριν αποκαλυφθούν από τα έργα κατασκευής, θα ήταν είτε η κατάχωση είτε η καταστροφή ή η απόσπαση και η μεταφορά σε άλλο μέρος, όπως και εντέλει αποφασίστηκε. Παρά τον ήδη γνωστό χαρακτήρα των αρχαιοτήτων αλλά και των τεχνικών τους στοιχείων, όπως η στάθμη τους, δεν αντιμετωπίστηκε σοβαρά η πιθανότητα συνύπαρξης του σταθμού με τις αρχαιότητες, προοπτική που θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί αν είχε ακολουθηθεί μια ριζικά διαφορετική ανασκαφική στρατηγική. Αντί γι’ αυτό όμως, οι υπεύθυνοι ακολούθησαν την πεπατημένη της σωστικής ανασκαφής που εφαρμόζεται στα ιδιωτικά έργα, δηλαδή στις κάθετες εκσκαφές οικοπέδων εντός πόλης όπου αποκαλύπτονται αρχαία. Ενώ όμως στα ιδιωτικά έργα η τελική διατήρηση των αρχαιοτήτων είναι εφικτή καθώς η εκσκαφή των θεμελίων σταματά στο επίπεδο των αρχαιοτήτων θυσιάζοντας τα υπόγεια, στο ειδικό έργο του μετρό το βάθος της εκσκαφής είναι εξαρχής προσδιορισμένο και βρίσκεται κάτω από τον ορίζοντα των αρχαιοτήτων. Επομένως, εκ των πραγμάτων επιβάλλει την καταστροφή των αρχαιοτήτων που μεσολαβούν. Η αστοχία αυτή προδιέγραψε και την τύχη των αρχαιοτήτων, και δεν είναι δύσκολο να αντιληφθούμε ότι τελικά θα αυξήσει και το συνολικό κόστος.

 

σελ. 1 (από: 2) ΧΡΟΝΟΣ 02 (06.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. σελίδα >