κάτι αλλάζει στο εκδοτικό τοπίο

 

Μικρές κυψέλες σκέψης με μεγάλους ορίζοντες:
οι εκδόσεις Αντίποδες, Εξάρχεια, .poema.., Κουκούτσι
 

Νίκος Κουρμουλής

 

Τα τελευταία χρόνια η επιχειρηματικότητα στον τόπο μας περνάει δύσκολα. Η εμπορική δραστηριότητα απομειώνεται συνεχώς, με αποτέλεσμα όσες εταιρείες δεν έχουν βάλει λουκέτο, να βρίσκονται εδώ και καιρό σε μια παρατεταμένη νευρική κρίση. Όσον αφορά τον χώρο του βιβλίου, το πολιτιστικό φορτίο ενός άξιου αναγνώσματος υποβαθμίστηκε αισθητά. Σ’ αυτό το ζοφερό τοπίο παραλυτικής χρεοκοπίας, μερικοί τολμηροί αποφάσισαν να επενδύσουν στη βιβλιοπαραγωγή. Με προσωπικό σθένος και πάνω απ’ όλα, με στοχευμένες κινήσεις. Πράγμα ασυνήθιστο για την εγχώρια αγορά, που ακόμη και στα χρόνια της «ευμάρειας», υιοθετούσε συχνά τη λογική του σούπερ μάρκετ. Ας τους γνωρίσουμε λοιπόν, διότι επανεκκίνηση πολιτισμού σημαίνει μικρές κυψέλες σκέψης με μεγάλους ορίζοντες.

 

ΑΝΤΙΠΟΔΕΣ
Ο Θοδωρής Δρίτσας σπούδασε ηλεκτρολόγος μηχανικός Ε.Μ.Π. και πήρε διδακτορικό φιλοσοφίας στο Πανεπιστήμιο Κρήτης. Ο Κώστας Σπαθαράκης σπούδασε νομικά στην Αθήνα και συγκριτική φιλολογία στη Θεσσαλονίκη. Αμφότεροι μεταφραστές και επιμελητές σήμερα, αποτελούν το δίδυμο πίσω από τους Αντίποδες. Οι παλιότεροι τους θυμούνται από το λόγιο περιοδικό ανατρεπτικής φιλοσοφίας Λεύγα. «Ξεκινήσαμε πριν από οκτώ περίπου χρόνια με την ψευδαίσθηση ότι θα μπορούμε να βιοποριστούμε ως μεταφραστές, επιμελητές και διορθωτές. Σταδιακά αναπτύξαμε μια κοινή λογική γύρω από τα ζητήματα βιβλίου. Στην επαγγελματική μας πορεία κερδίσαμε σημαντική εμπειρία, που μας επέτρεψε να ανταλλάξουμε την προηγούμενη ψευδαίσθηση με την τωρινή: ότι θα μπορέσουμε από το τίποτα να φτιάξουμε έναν εκδοτικό οίκο με υψηλά πρότυπα ποιότητας».

Αν το βιβλίο δεν έχει προδιαγραφές μπεστ σέλερ, μπορεί άραγε να περπατήσει επιχειρηματικά στην εποχή μας, και με τι τρόπο; «Δεν είναι σαφές τι σημαίνει επιχειρηματική επιτυχία στον χώρο του βιβλίου. Μάλλον η μέγιστη επιτυχία είναι να μπορεί κανείς να επιβιώνει βγάζοντας βιβλία χωρίς να κάνει συμβιβασμούς, ως προς την ποιότητα και την τόλμη της θεματικής. Αν ξεκινήσει κανείς με μετριοπαθείς στόχους, δίχως να περιμένει άλλα κέρδη πέρα από την αμοιβή της εργασίας που καταβάλλει, τότε κοιτάζει τον εμπορικό κόσμο υπό άλλο πρίσμα και δεν τρομάζει από τα χαμηλά περιθώρια κέρδους. Ο στόχος είναι να γνωρίζει κανείς ανά πάσα στιγμή την κλίμακα πάνω στην οποία κινείται».

Οι Αντίποδες προσπαθούν να δώσουν στα βιβλία μια ενιαία ταυτότητα, δίχως αποκλεισμούς. «Μας ενδιαφέρουν όλα τα βιβλία για τα οποία μπορεί κανείς να συζητήσει και δεν τα απολαμβάνει απλώς ως επιβεβαίωση των αισθητικών και ιδεολογικών του προκαταλήψεων. Δεν μας ενδιαφέρουν τα “καλά” βιβλία, αλλά όσα απαντούν με κάποιον τρόπο στα ερωτήματά μας. Φιλοδοξούμε να δημιουργήσουμε μια ενότητα όπου η λογοτεχνία (ελληνική και ξένη), η θεωρία και η ιστορία, να μπορούν να συνυπάρχουν στο ίδιο σύμπαν. Δεν διαχωρίζουμε τους τίτλους μας σε σειρές, αλλά τους εντάσσουμε σε μια ενιαία αισθητική λογική».Αν και είναι ακόμη νωρίς, το όραμα για το μέλλον του εκδοτικού οίκου είναι η οικοδόμηση ενός γόνιμου δημόσιου χώρου, όπου θα διευρυνθεί η ζωντανή πνευματική συζήτηση. «Η προσοχή μας είναι στραμμένη στο σήμερα. Τα βιβλία ως υλικά αντικείμενα έρχονται και παρέρχονται, και το να θέλει κανείς ως εκδότης να αφήσει ένα συγκεκριμένο στίγμα ως παρακαταθήκη, μάλλον περιορίζει την οπτική και τις επιλογές του. Υπήρξαν σπουδαίοι εκδότες στο παρελθόν, όπως υπάρχουν και σήμερα. Αλλά δεν είναι αυτοί που λειτούργησαν εγκυκλοπαιδικά ή όσοι θέλησαν να δημιουργήσουν μια βιβλιοθήκη “ωφέλιμων βιβλίων”. Αλλά εκείνοι που δημιούργησαν μια ατμόσφαιρα που επέτρεψε να γραφτούν ακόμη καλύτερα βιβλία, να μεταφραστούν έργα εκτός κανόνα και να διευρυνθεί η ζωντανή πνευματική συζήτηση».

 

ΕΞΑΡΧΕΙΑ
Τα Εξάρχεια συντονίζουν τον βηματισμό τους δεκαετίες τώρα με τον ρηξικέλευθο στοχασμό. Εδώ, βρίσκονται και οι εκδόσεις Εξάρχεια των Δημήτρη Κωνσταντίνου και Νίκου Κατσιαούνη. Αμφότεροι με μακρά αρθρογραφία και επιμέλεια περιοδικών όπως η Βαβυλωνία. Στα βιβλία του εκδοτικού διακινείται πολιτικός προβληματισμός, έξω από τα στερεότυπα. Ποιος είναι όμως ο λόγος που τους ώθησε στη δημιουργία του εκδοτικού οίκου; «Ο λόγος παραμένει να φέρουμε στο φως κείμενα πολιτικής σκέψης και λογοτεχνίας, που παραμένουν κρυμμένα από το ευρύ κοινό. Οι προσωπικές μας διαδρομές πέρασαν, και κατά περίπτωση περνούν ακόμη, από τον κινηματικό χώρο. Ριζοσπαστικός πολιτιστικός χώρος είναι για μας η περιοχή της τέχνης που κουβαλάει μέσα της το καινούριο, χωρίς να νοιάζεται για τα νούμερα της εμπορικότητας, αλλά μόνο για τη γέννηση του πρωτότυπου, καταλύοντας τα στερεότυπα. Ως τέτοια δεν μπορεί παρά να ανανεώνεται συνεχώς».

Σημαντική παράμετρος για της εκδόσεις Εξάρχεια παραμένει η επιλογή των τίτλων. Προσωπική ματιά και εξερεύνηση. «Οι επιλογές μας γίνονται με βάση το κριτήριο της πρωτοτυπίας. Επειδή δεν είμαστε βιομηχανία, οι τίτλοι που εκδίδουμε είναι ακριβώς αυτοί που διαβάσαμε οι ίδιοι. Επομένως το προσωπικό στοιχείο είναι κυρίαρχο. Στον κατάλογό μας υπάρχουν βιβλία καταξιωμένων συγγραφέων όπως του Χάουαρντ Ζιν, του Στέφανου Ροζάνη, των Βου Μινγκ κ.ά., αλλά κυρίως πολλών νέων δοκιμιογράφων και λογοτεχνών. Το πεδίο των συγγραφέων που δεν θα μπορούσαν ποτέ να δουν το έργο τους δημοσιευμένο, είναι το αγαπημένο μας και καμαρώνουμε για την πληθώρα τέτοιων βιβλίων που έχουμε εκδώσει. Δεν αγαπάμε το αναμάσημα».

Επειδή τα χαρακτηριστικά της κρίσης περνούν και από την πνευματική διαπάλη, η αποτύπωσή τους στην αγορά του βιβλίου έχει κυρίαρχη θέση στην κατανόηση του σήμερα. «Η Ελλάδα έχει χτίσει μια γερή παράδοση σε πραγματικά αξιόλογα δοκίμια. Στη λογοτεχνία, έπασχε. Περιοριζόμαστε στις απομιμήσεις των ρευμάτων της δυτικής λογοτεχνίας, κυρίως με βάση την εμπορικότητα. Η αγορά του βιβλίου στη χώρα μας βρίσκεται σε μόνιμη κρίση. Η μείωση του εισοδήματος συρρίκνωσε περαιτέρω την αγορά βιβλίου. Από την άλλη, το βιβλίο παραμένει το φτηνότερο μέσο ουσιαστικής ψυχαγωγίας του ανθρώπου και η κρίση αποτέλεσε μια ευκαιρία για την ανάπτυξη και τη διάδοση ριζοσπαστικών πολιτικών σκέψεων στο ευρύ κοινό, κάτι που ήταν πολύ δύσκολο την εποχή των παχιών αγελάδων. Σκοπός είναι πάντοτε η διάδοση των βιβλίων ως τρόπου ζωής και όχι ο πλουτισμός».

 

.poema.. 
Με πολλαπλές ιδιότητες όπως του δημοσιογράφου, ποιητή και επιμελητή εκδόσεων και μιας μοναδικής ταυτότητας, ο Βασίλης Ρούβαλης διατηρεί εδώ και χρόνια το ποιητικό μετερίζι του ιστότοπου .poema.. Πρόσφατα έκανε την υπέρβαση και εισήλθε στον χώρο της βιβλιοπαραγωγής. Τι σηματοδοτεί άραγε για τον ίδιο αυτή η μετάβαση; «Τόσο ως συγγραφέας όσο και ως ρεπόρτερ βιβλίου, αντιλαμβάνομαι τις υπεραξίες αλλά και τις απαξιώσεις που υφίσταται το βιβλίο. Γνωρίζοντας την εκδοτική πραγματικότητα όσο και τις ανάγκες που καλύπτονται ή δεν καλύπτονται σ’ όλη την επιχειρηματική αλυσίδα, αποφάσισα να δοκιμαστώ. Γνώμονας βεβαίως το περιοδικό (.poema..), με τις αισθητικές-γραμματολογικές κατευθύνσεις που έχει πάρει στα χρόνια που κυκλοφορεί. Εξαρτάται όμως από το “δόγμα” που ακολουθεί κάποιος, τις ποιότητες, τις προβολές του στον χώρο του ελληνικού βιβλίου… Με αυτά κατά νου, οι (.poema..) εκδόσεις οδεύουν αργά μα και σταθερά».

Ποια είναι όμως η εκδοτική διαδικασία πίσω από μια συλλογή; Οι επώδυνες παραχωρήσεις και προσφορές τόσο σε οικονομικό όσο και σε πνευματικό επίπεδο. «Ο εκδοτικός κλάδος βρίσκεται σε μεγάλη ύφεση. Το αγοραστικό κοινό έχει μειωθεί οικτρά. Ετούτη η παραδοχή αντικατοπτρίζεται στην προσφορά και στη ζήτηση: άλλοι εκδότες κάνουν επιλογές με όρους αγοράς, επομένως εκδίδουν βιβλία με στόχο το άμεσο ρευστό κέρδος, άλλοι εκδότες προσδοκούν την “αφύπνιση” ενός ευρύτερου αναγνωστικού-καταναλωτικού κοινού επενδύοντας (προϋπάρχοντα) χρήματα στους λεγόμενους σίγουρους τίτλους. Κάπου ενδιάμεσα υφίσταται η ρομαντική εκδοχή της αναζήτησης συγγραφέων που θα δώσουν μια ώθηση στη νεοελληνική γραμματεία».

Πλήθος ιντερνετικών μικροδικτύων προωθούν τρόπον τινά πνευματικό υλικό, τα τελευταία χρόνια. Με την ποίηση να παίζει πρωταρχικό ρόλο. Έχουμε τόσους καλούς ποιητές; «Είναι μια νόρμα που σε κάθε περίοδο αποκτά διαφορετικές εκφάνσεις. Τι εννοώ: στα χρόνια της ευμάρειας προωθήθηκε το πολυσέλιδο μυθιστόρημα μέσα από ένα αλαζονικό μα και χαμηλών προδιαγραφών μάρκετινγκ που αποδείχτηκε καταστροφικό. Η εκδοτική “φούσκα” έσκασε. Η εύκολη “λύση” ήταν οι ποιητικές συλλογές. Δοθείσης της προβολής που προσφέρουν τα κοινωνικά δίκτυα σε συνάρτηση με τη γνώριμη γραφομανία, τώρα πλέον είναι το πιο εύκολο πράγμα να δηλώνει ποιητής ο οποιοσδήποτε. Μέσα σε μια τετραετία εμφανίστηκαν τόσοι και τόσες διάκονοι του ποιητικού λόγου, αμφιλεγόμενοι στις προθέσεις τους, με έναν εξωφρενικό αντίκτυπο σε μίντια, μηχανισμούς βραβείων, εκδοτικές σειρές. Εν πρώτοις, το φαινόμενο μοιάζει με άνοιξη. Ωστόσο τα ερωτήματα είναι καίρια: υπάρχει χώρος για την ποίηση ανάμεσα σ’ όλα αυτά; Και αντιστοίχως, για κριτική και πνεύμα αξιολόγησης; Τα μικροδίκτυα προσπαθούν να δώσουν την εξαίρεση, να προτείνουν το διαφορετικό, στην αντίληψη και στην ουσία της παραγόμενης λογοτεχνίας. Κι αυτό είναι μια καλή προσδοκία».

 

ΚΟΥΚΟΥΤΣΙ
O Βασίλης Ζηλάκος και το περιοδικό Κουκούτσι συμπληρώνουν μια πενταετία περίπου ως όχημα ποιητικού λόγου. Πριν από τρία χρόνια, από το χειροποίητο εργαστήρι του περιοδικού που μετατράπηκε και σε εκδοτικό, κυκλοφόρησαν τα 23 ποιήματα και μια συνέντευξη του ραφινάτου Μπλαιζ Σαντράρ. Πώς έφτασαν τα πράγματα έως εδώ; «Περιοδικό και εκδόσεις, είναι γεννήματα της κρίσης τόσο προς τη χρονική όσο και προς την ουσιαστική συμπαραδήλωση του όρου. Ο πρώτος καιρός ήταν πολύ δύσκολος. Δεν ήξερα τίποτε γύρω από το στήσιμο ενός βιβλίου. Τα έμαθα όλα με πολύ κόπο και θυσίες. Στην πορεία κυριάρχησε το αρχικό κίνητρο για προσφορά και επικοινωνία, σε συνδυασμό με τη θέληση να πετύχω επαγγελματικά, αφού δεν έχω άλλη ικανότητα πέραν αυτής, να φτιάχνω και να εκδίδω βιβλία. Έπρεπε λοιπόν να πιάσω τον ταύρο από τα κέρατα».

Σ’ έναν κόσμο ψηφιακά αλγοριθμισμένο, τι χώρο ή τι βάρος μπορεί να έχει ακόμη η χειροποίητη φροντίδα της ποίησης; «Αγαπώ το χαρτί, την όμορφη τυπογραφία, το στάδιο της βιβλιοδεσίας. Θέλω το γράμμα να μην είναι ψεκασμένο στο χαρτί, θέλω τσίγκους και καζάνια, θέλω το είδος του χαρτιού να συμφωνεί απόλυτα με το περιεχόμενο του βιβλίου, το γράμμα και ο οφθαλμός του επίσης. Θέλω την τέλεια γλωσσική και τυπογραφική επιμέλεια στη γραμμή των Καλιακάτσου και Δάρρα (από τους εκδότες) και του Γκάντζη (από τους ποιητές) που την έχουν επιτύχει. Ως προς το δικό μου ποιητικό έργο, έχω αποφασίσει να μην το προβάλω και πολύ. Το επάγγελμά μου είναι αυτό του εκδότη. Τα δυο συνδυάζονται μια χαρά αν και με πολύ κόπο, όταν θέλεις τα πόδια σου να πατάνε στη γη μόνο και μόνο γιατί πρέπει ή έτσι γουστάρεις για να νιώσεις ζωντανότερος».

Στις αμφίσημες μέρες που διανύουμε, ο εντοπισμός νέων ποιητικών φωνών σε συνδυασμό με τους κλασικούς του λόγου, αποτελεί αίτημα και ίσως μια δραματική ανάγκη. Η προσωπική φιλοδοξία έχει χώρο, σαν μια ακροστιχίδα που βρίσκεται στην κόψη του ξυραφιού; Δηλαδή σαν φενάκη μιας ακαταπόνητης προσπάθειας; «Εστιάζω στις σύγχρονες ελληνικές φωνές που πιστεύω πως έχουν κάτι να πουν και στους μεγάλους κλασικούς που διαμορφώνουν τη σκέψη και την ευαισθησία μας, αλλά και στους λιγότερο προβεβλημένους το ίδιο όμως σπουδαίους με όλους τους υπολοίπους. Αγαπώ την Ελλάδα αλλά πάνω απ’ όλα είμαι πολίτης του κόσμου. Η ποίηση δεν έχει σύνορα. Δεν έχω καμιά φιλοδοξία. Θέλω σίγουρα να αφήσω κάτι στον γιο μου, να φανώ χρήσιμος στον εαυτό μου και να προσφέρω το δικό μου γραμμάτιο στην ομορφιά με ένα μικρό έστω αντίτιμο. Όμως, αμφιβάλλω αν θα μείνει κάτι απ’ όλα αυτά. Θυμόμαστε εκδότες που δούλεψαν και παρήγαγαν σπουδαίο έργο πριν 40 ή 50 χρόνια; Δεν έχω ψευδαισθήσεις. Κάνω αυτό που μπορώ και θέλω να συνεχίσω να το κάνω για αρκετά χρόνια ακόμη, μέχρι να περάσω απέναντι στο βασίλειο των ονείρων μου. Ξέρεις, δεν πρέπει να παίρνουμε και πολύ στα σοβαρά αυτό που κάνουμε, γιατί ελλοχεύει ο κίνδυνος να “ξεραθούμε” ψυχικώς και σωματικώς».

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 26 (06.2015)