είτε ως ερμηνευτική αφετηρία είτε ως ερμηνευτικό ζητούμενο, η «γενοκτονία» δεν μπορεί παρά να δρα αποπροσανατολιστικά

 

[ ΠΟΝΤΙΟΙ: ΔΙΑΣΤΑΣΗ ΑΠΟΨΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ ]

 

Απάντηση στο άρθρο του Βλάση Αγτζίδη:
η βαρύτητα των όσων έλαβαν χώρα εναντίον
του ελληνορθόδοξου πληθυσμού στον Πόντο
δεν είναι όμοια ποιοτικά ή/και ποσοτικά
με όσα έγιναν εναντίον του αρμενικού πληθυσμού.

 

Λάμπρος Μπαλτσιώτης

 

Το άρθρο μου στον ΧΡΟΝΟ (τχ. 6) είχε δύο σχετικά διακριτές θεματικές. Η πρώτη, διόλου πρωτότυπη για όσους είναι κοντά σε σχετικά αντικείμενα, αφορούσε τον προβληματισμό μιας πολύ μεγάλης μερίδας ιστορικών –και όχι μόνο– σχετικά με τη χρήση του όρου γενοκτονία ως αναλυτικού και ερμηνευτικού εργαλείου, αλλά και την απαξίωση του όρου μέσα από τις πολλαπλές πολιτικές χρήσεις του.

Η δεύτερη, που προκάλεσε και το ενδιαφέρον, αφορούσε τη μεταφορά και τη χρήση της γενοκτονίας στην Ελλάδα. Αναφέρθηκα στο πώς χρησιμοποιοιούν το πολιτικό σύστημα και οι ίδιοι οι Πόντιοι –μέσω κυρίως των οργανώσεών τους– τη γενοκτονία, καταλήγοντας ότι η αποδοχή περί γενοκτονίας αποτέλεσε τον μοχλό σε μια διαδικασία που άρχισε τη δεκαετία του ’80 και είχε σαν αποτέλεσμα την αναδιάταξη της θέσης των Ποντίων στην εθνική αφήγηση. Η αναδιάταξη αυτή προφανώς δεν χαρακτηρίζεται θετικά ή αρνητικά, απλώς παρατηρείται και εν συντομία περιγράφεται και αναλύεται.

Σημαντικές πτυχές αυτής της διαδικασίας είτε δεν αναφέρθηκαν είτε μνημονεύονταν σε μια πρόταση. Για παράδειγμα, η αδιέξοδη και αποτυχημένη εξωτερική πολιτική που ταλάνισε τη χώρα για δύο δεκαετίες περίπου και αφορούσε τον μύθο της ύπαρξης δεκάδων χιλιάδων κρυπτοχριστιανών στον Πόντο, ή η χρήση των ποντιόφωνων μουσουλμάνων στην προσπάθεια δημιουργίας μιας μειονότητας, συνιστά ένα ελάχιστα μελετημένο πεδίο. Μάλιστα παρουσιάζει ενδιαφέρουσες προεκτάσεις όπως ο ρόλος των σωματείων, των Ποντίων πολιτικών κ.λπ. στη σχηματοποίηση και την αναπαραγωγή των σχετικών πολιτικών. Άλλες πτυχές έχουν λιγότερο ή περισσότερο μελετηθεί, όπως το πώς εντάσσεται ο λόγος περί γενοκτονίας στη διαχείριση της σημαντικής πολιτισμικής απόκλισης των Ποντίων από την ελληνική νόρμα, η οποία άλλωστε ιστορικά υπήρξε ιδιαίτερα αυστηρή. Υπάρχουν ακόμη και άλλες εντελώς ανεξερεύνητες όπως η κατασκευή του «εδαφικού» Πόντου, ενιαίου γλωσσικά, πολιτισμικά και πολιτικά.

Καταρχήν εντοπίζεται μια σημαντική απόκλιση με τον κ. Αγτζίδη στην αποτύπωση και την ανάλυση των πραγματολογικών δεδομένων. Για παράδειγμα, εκείνος αναφέρεται στον «γνωστό άξενο τρόπο» υποδοχής των ερχόμενων από την Ε.Σ.Σ.Δ. από τα τέλη της δεκαετίας του ’80.1 Παραβλέπει ότι στους «ομογενείς από την πρώην Σοβιετική Ένωση» αποδόθηκε με εξαιρετικά συνοπτικές διαδικασίες η ελληνική ιθαγένεια την περίοδο 1990-2000, ακόμη και με –τουλάχιστον– αμφισβητήσιμους νομικά τρόπους. Είναι δε επαρκώς τεκμηριωμένο και εύκολα ανιχνεύσιμο2 ότι το ελληνικό κράτος πήρε μια σειρά μέτρων υπέρ των Ποντίων, όπως στεγαστικά δάνεια με ένα τμήμα τους ως χαριστική καταβολή («αρωγή»), δωρεάν οικόπεδα, καταβολή ενοικίων σε «ανήμπορες οικογένειες», μέτρα κοινωνικής πρόνοιας (π.χ. δωρεάν ιατροφαρμακευτική περίθαλψη, ειδικό λογαριασμό αυτασφάλισης), πρόσβασης στην εργασία (π.χ., επιδοτούμενες θέσεις, προσλήψεις στο δημόσιο στη Βόρεια Ελλάδα με ποσοστώσεις), εκπαιδευτικά προγράμματα. Δεν αντιλέγω ότι όλα αυτά εκτελέστηκαν με τον «ελληνικό τρόπο», αλλά το ζήτημα της δυσχερούς ένταξης των Ποντίων, σε αντίθεση με αυτήν των «Βορειοηπειρωτών» που είχαν πολύ λιγότερες παροχές και απαγόρευση κτήσης ιθαγένειας, δεν αποδίδεται πρωταρχικά στην αντιμετώπισή τους από τον ντόπιο πληθυσμό και το κράτος, αλλά αποτελεί αντικείμενο εξέτασης από πολλούς επιστήμονες καθώς περίπου ίδιες ήταν οι εμπειρίες σε «παραδειγματικά» οργανωμένα κράτη (ιδίως η Γερμανία και το Ισραήλ) τα οποία δέχτηκαν πληθυσμούς τους οποίους θεωρούσαν ομοεθνείς από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ.

Ακόμη περισσότερο, ο κ. Αγτζίδης θεωρεί τους ερχόμενους από την Ε.Σ.Σ.Δ. ως «κατάλοιπο της Μικρασιατικής Καταστροφής», ενώ είναι επίσης ιδιαίτερα μελετημένο ότι η εγκατάσταση πληθυσμών από τον Πόντο στην τσαρική Ρωσία σχετίζεται με τους ρωσοτουρκικούς πολέμους, με μετακινήσεις για οικονομικούς λόγους, με διώξεις και άτυπες ανταλλαγές πληθυσμών, πραγματοποιήθηκε δε μαζικά το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ήδη η ρωσική «Επιτροπή Μετοικεσίας» χριστιανών στον Καύκασο δραστηριοποιείται μετά το τέλος του Ρωσοτουρκικού πολέμου, το 1812.3 Ακόμη και το ζήτημα αν όσοι είχαν μετακινηθεί από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στη Ρωσία αρκετά χρόνια, ή και πολλές δεκαετίες, πριν το 1912 καλύπτονταν από τη Σύμβαση της Λωζάννης (ουσιαστικά ως δικαιούχοι της ΙΧ Δηλώσεως με βάση το άρ. 28 της Συμφωνίας της Άγκυρας του 1930) είναι τουλάχιστον προβληματικό να υποστηριχθεί. Αν δηλαδή όχι μόνο οι Μαριοπουλίτες αλλά και οι Τσαλκαλήδε, για παράδειγμα, και πάρα πολλοί άλλοι καλύπτονται από τις Συνθήκες ή το ελληνικό κράτος τις χρησιμοποίησε μη σύννομα υπέρ αυτών των ομάδων ώστε να βρει μια νομική διέξοδο στη γρήγορη απόδοση της ιθαγένειας. Τα παραπάνω τα αναφέρω για να καταδείξω ότι ακόμη και σε μια παράγραφο που αφορά ένα περιφερειακό ζήτημα, μπορεί κανείς να ανιχνεύσει σημαντική απόκλιση ως προς τα πραγματολογικά δεδομένα αλλά και την ανάλυσή τους μεταξύ του γράφοντος και του κ. Αγτζίδη.

Αν μάλιστα προχωρήσουμε σε ευρύτερες διαπιστώσεις το χάσμα μεγαλώνει: Ο κ. Αγτζίδης ψέγει τον Α. Λιάκο, και μέσω αυτού την Αριστερά, γιατί ο δεύτερος «το νέο προσφυγικό ζήτημα το αντιμετώπισε σαν να ήταν αντίστοιχο με αυτό των “Πακιστανών στη Βρετανία”». Αφήνω την παρανόηση –αρκεί να δει κανείς το συνολικό πλαίσιο της παραγράφου του Λιάκου– για να προχωρήσω σε αυτό που ξενίζει τον κ. Αγτζίδη, όπως πιστεύω ότι ερμήνευσε τη συγκεκριμένη αποστροφή: Δεν πρόκειται για κάτι καινοφανές: πληθυσμιακές ομάδες που θεωρούνται ομοεθνείς και στο όνομα των οποίων χτίζονται ιδεολογίες αλλά και πολιτικές, συχνά απομυθοποιούνται με τραγικό τρόπο, ειδικά από τον «εθνικό πληθυσμό» μιας χώρας. Αυτό που έγινε με τους ομογενείς από την πρώην Ε.Σ.Σ.Δ. στην Ελλάδα, έγινε και στη Γερμανία και στο Ισραήλ: Οι «Ρωσοπόντιοι», οι «Ρωσογερμανοί» και οι «Ρωσοεβραίοι» αποδείχθηκαν εξίσου «ξένοι» στα μάτια των Ελλήνων, των Γερμανών και των Ισραηλινών για μια σειρά λόγους, κάτι που ήδη έχει ερευνηθεί για τις δύο τελευταίες περιπτώσεις. Αν μη τι άλλο, αυτό αποδεικνύει ότι δεν υπάρχει κάποια εθνική αμετάβλητη «ουσία», περίπου εξίσου ως «ξένους» θα αντιλαμβανόταν η ελληνική κοινωνία 100.000 Ελληνοαμερικανούς τρίτης γενιάς στην Ελλάδα.

Ακριβώς ό,τι επικαλείται ως απόδειξη της Γενοκτονίας των ελληνορθόδοξων πληθυσμών ο κ. Αγτζίδης είναι ό,τι εγώ αμφισβήτησα, δηλαδή την κατηγοριοποίηση με νομικούς όρους, με μία λέξη, περιόδων και γεγονότων που χρήζουν ιστορικής ανάλυσης και ιστορικής ερμηνείας. Το παράδειγμα που φέρνει, δηλαδή το ψήφισμα του International Association of Genocide Scholars (I.A.G.S.), είναι ενδεικτικό, μιλώντας καλόπιστα, της στρέβλωσης των πραγμάτων.4 Δεν είμαι ο μόνος που βλέπει –στην καλύτερη περίπτωση– με μειδίαμα το να αποφασίζει διά ψηφοφορίας –και... διαδυκτιακής– μια ομάδα επιστημόνων για ιστορικά γεγονότα και να δέχεται ή να απορρίπτει υποθετικά ιστορικές αναλύσεις με μεγάλη ή μικρή πλειοψηφία.5 Αυτό στα δικά μου μάτια ονομάζεται από πολιτική δράση έως προσπάθεια προώθησης της επαγγελματικής καριέρας, ή τέλος πάντων μια παρωδία που δεν αφορά την περίπτωση αυτή ιστορικούς αλλά νομικούς και πολιτικούς επιστήμονες,6 πιθανότατα κατά τα άλλα σημαντικούς επιστήμονες στο πεδίο τους.7 Αυτό το παράδειγμα μας δείχνει πού έχει φτάσει πλέον το ζήτημα της κατάταξης ή μη κάποιων γεγονότων ως γενοκτονίας. Θεωρώ λοιπόν ότι ούτε αλλάζει το τι έγινε στον Πόντο ο χαρακτηρισμός ή μη ως γενοκτονίας, ούτε μας βοηθάει να αναλύσουμε το τι έγινε. Υπάρχει περίπτωση μάλιστα ένα άλλο «Advisory Board» να κατατάξει ως γενοκτονία το τι έγινε στην... Τριπολιτσά ή τι κάναν οι επαναστάτες του ’21 στους Εβραίους ή τι κάναν κατά την… Παλαιά Διαθήκη οι Εβραίοι στους κατοίκους της Ιεριχούς.8

Χαρακτηρίζομαι από τον κ. Αγτζίδη ως αρνητής της γενοκτονίας και αριστερός ιστορικός. Ως προς το πρώτο επαναλαμβάνω, και πιστεύω ότι αυτό είναι το πνεύμα του άρθρου μου, δεν χαρακτηρίζω το τι έγινε στον Πόντο (ή και στη Μικρά Ασία) ως γενοκτονία ή μη, διότι υποστηρίζω ότι ο χαρακτηρισμός αυτός είναι εκτός του αναλυτικού πλαισίου μου ως ιστορικού και ενέχει πολιτικές παραδοχές, ανιστορικές απλοϊκές κατατάξεις και εντέλει σκοπιμότητες. Όσο για τον χαρακτηρισμό μου ως αριστερού ιστορικού, η αλήθεια είναι –για να μιλήσω συναισθηματικά– τον αποδέχομαι και εναντιώνομαι σε μια «δεξιά» ποντιακή αφήγηση που αγνοεί το έργο του Τοπχαρά και τη γραμματική που συνέταξε το 1932 –με παραδοχές της επιστημονικής γλωσσολογίας που μπήκαν στο ελληνικό πανεπιστήμιο μισό αιώνα μετά– και υμνεί διάφορους Ψωμιάδηδες.

Γυρνώντας όμως στο κείμενό μου, αυτό που πιθανόν πυροδοτεί αντιδράσεις είναι το ότι υποστηρίζω πως οι εκκαθαρίσεις του ελληνορθόδοξου πληθυσμού είχαν διαφορετική βαρύτητα από εκείνες του αρμενικού. Θεωρώ δηλαδή ότι στο μακρύ χρονικό διάστημα αυτοί που υπέστησαν σχεδόν σε όλη την Ανατολία, με συστηματικό τρόπο και με διάρκεια, διώξεις, εκκαθαρίσεις, σφαγές ήταν οι Αρμένιοι.9 Σφαγές που άρχισαν την περίοδο 1894-96 επί Αμπντούλ Χαμίντ, συνεχίστηκαν στην Κιλικία το 1909 και κορυφώθηκαν από το 1915. Αυτό δεν σημαίνει ότι παραγνωρίζω ότι σημαντικό τμήμα των Ποντίων και των Μικρασιατών υπέστη ακραία βία (σφαγές, αποδεκατισμούς σε πορείες και ό,τι άλλο).

Αυτό που αντιπαραθέτει ο κ. Αγτζίδης, και που πράγματι έχει σημασία, είναι ότι οι εκκαθαρίσεις (ασχέτως βαρύτητας θα πρόσθετα) εντάσσονται σε σχέδιο και απόφαση –και στην επιτυχή εκτέλεσή τους– εξόντωσης ή/και εκδίωξης των μη μουσουλμανικών πληθυσμών της Ανατολίας. Εδώ η απάντηση δεν μπορεί να είναι σύντομη και υπάρχουν πολλοί πιο ειδικοί από εμένα να διαλεχθούν επ’ αυτού. Ο καθένας ασχολούμενος, χωρίς σκοπιμότητες, με την περίοδο αυτή θα συμφωνούσε ότι είναι πολλά τα γεγονότα και οι αρχειακές αναφορές που συνηγορούν σε αυτή την παραδοχή, δηλαδή της πρόθεσης, διαφόρων σχεδιασμών και αποφάσεων και της εκτέλεσής τους. Ομολογώ όμως ότι και πάλι είναι πέρα από τις δικές μου αναλυτικές κατηγορίες και πλαίσιο/πεδίο η εξήγηση τόσο σημαντικών, πολύπλοκων και μακροχρόνιων πολιτικών ως συνεχής εκτέλεση ενός ή περισσότερων σχεδίων που είχαν συλληφθεί σε κάποια σύσκεψη ή σε πολλές συσκέψεις. Αποδυναμώνει κάθε κοινωνική δυναμική και σύγκρουση, σε μια περίοδο μάλιστα πολεμικών αντιπαραθέσεων και κορύφωσης των ένοπλων εθνικών ανταγωνισμών. Εξετάζοντας την περίπτωση του ελληνορθόδοξου πληθυσμού, επίσης ο καθένας ασχολούμενος με την περίοδο αυτή θα συμφωνούσε ότι αλλιώς θα εξετάσει τις διώξεις και τις εκτοπίσεις των Ελλήνων των παραλίων το 1914-15, υπολογίζοντας τις από τότε συζητήσεις για ανταλλαγή και τη μαζική φυγή μουσουλμάνων από τη Μακεδονία, αλλιώς τον εκτοπισμό των πληθυσμών (χριστιανικών και μουσουλμανικών) από τις εμπόλεμες ζώνες (όπως για παράδειγμα στο ρωσοτουρκικό μέτωπο του Πόντου), αλλιώς τη λογική της μετακίνησης (αιματηρής και μη) οικισμών που ήταν σε περιοχές με αντάρτικο ή όπου μπορούσε να θεωρηθεί ότι η ύπαρξη φιλικού πληθυσμού θα έδινε ερείσματα στον αντίπαλο στρατό, αλλιώς οι τυφλές σφαγές γυναικόπαιδων κ.ο.κ. Είναι μάλιστα πλήρως ορατή η εδαφική διαφοροποίηση και μετατόπισή της στον χρόνο την περίοδο 1914-23, κάτι που δύσκολα μπορεί να υποστηριχθεί στην αρμενική περίπτωση. Ένα ή περισσότερα σχέδια ή προτροπές για τον «εκτουρκισμό της Ανατολίας» με διαφορετικές πολιτικές εξουσίες και εδαφικές ανακατατάξεις, διαφορετικές στάσεις του ελληνορθόδοξου πληθυσμού κατά περιόδους και περιοχές, ζητήματα στα οποία συμφωνούμε με τον κ. Αγτζίδη, ουδόλως επαρκούν για να αναλύσουμε και να εξηγήσουμε τι συνέβη.

Η ύπαρξη «σχεδίου» εξυπηρετεί τον νομικό χαρακτηρισμό της γενοκτονίας, ενδεχομένως να καλύπτει το πώς έγινε το Ολοκαύτωμα στην κατεχόμενη Ευρώπη, αλλά αδυνατεί να αναλύσει σειρά γεγονότων, καταστάσεων και πολιτικών που έλαβαν χώρα πάνω από δεκαετία, ίσως και εικοσαετία.

Δεν ανήκω καθόλου στους «αρνητές της ποντιακής/μικρασιατικής γενοκτονίας» ή όποιας άλλης, απλώς –όπως προσπαθώ να εξηγήσω και στο αρχικό άρθρο μου– δεν θεωρώ ότι είναι όρος ιστορικής ανάλυσης και «ταξινόμησης». Αυτό που «αρνούμαι» είναι ότι η βαρύτητα των όσων έλαβαν χώρα εναντίον του ελληνορθόδοξου πληθυσμού είναι όμοια ποιοτικά ή/και ποσοτικά με όσα έγιναν εναντίον του αρμενικού. Αρνούμαι επίσης το ότι συμμετέχω σε όσους «νομιμοποιούν τις εθνικές εκκαθαρίσεις που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός». Βέβαια ο κ. Αγτζίδης αναφέρεται συνολικά στην ελληνική ιστοριογραφία, κάνοντας μια εκτίμηση με την οποία δεν συμφωνώ, αλλά που με ενδιαφέρει στον βαθμό που υπονοείται από το κείμενό του ότι και οι «αριστεροί» ιστορικοί, στους οποίους με περιλαμβάνει, έπεσαν στην παγίδα της αποσιώπησης. Αντίθετα, πιστεύω ότι μετά το ’90, οπότε και αναπτύσσεται όχι μόνο το ενδιαφέρον αλλά και η δυνατότητα εξέτασης της ετερότητας γενικά και των μειονοτήτων ειδικά σε χώρες όπως η Ελλάδα και η Τουρκία, είναι ακριβώς οι ιστορικοί της κάθε χώρας που αρχίζουν να εξετάζουν τις κρυμμένες πτυχές του παρελθόντος, ο καθένας για τη δική του χώρα.

Οι Έλληνες ιστορικοί έχοντας αρχικά αντικειμενικές αδυναμίες, όπως η γλώσσα, τα οθωμανικά τουρκικά, η πρόσβαση στα αρχεία, η επιτόπια έρευνα κ.λπ., είναι επόμενο –και «έντιμο»– να δώσουν βαρύτητα στην ελληνική περίπτωση, αντίστοιχα και οι Τούρκοι στη δική τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις αυτοί που φωνασκούν αρθρογραφώντας για την αντίπαλη χώρα το κάνουν χωρίς επιστημονική σοβαρότητα και για προφανείς «εθνικούς λόγους». Υπάρχει μια ακόμη κατηγορία, συνήθως χωρίς ιστορικές σπουδές, πιο ισχυρή στη σημερινή Τουρκία, που στο όνομα του αντιεθνικισμού και της Αριστεράς προχωρεί σε χοντροκομμένη αναμάσηση και υιοθέτηση των πιο εθνικιστικών «διαπιστώσεων» της άλλης πλευράς και όπου περισσεύουν οι γενοκτονίες (και πολιτιστικές), οι σφαγές και οι εκκαθαρίσεις, μετατρέποντας την κάθε χώρα σε μετενσάρκωση του απόλυτου κακού.

Νομίζω ότι αυτούς που ο κ. Αγτζίδης κατηγορεί ως αρνητές και αριστερούς, στους οποίους με περιλαμβάνει, κάνουν καλά τη δουλειά τους μακριά από «εθνικές» ή «αριστερές» εξαρτήσεις, μακριά δηλαδή από προαποφασισμένα σχήματα και ερμηνείες.

Ο κ. Αγτζίδης τελειώνει το κείμενό του σημειώνοντας ότι «η μόνη εκκρεμότητα που υπάρχει για το ζήτημα της Γενοκτονίας των χριστιανικών πληθυσμών της Ανατολής (Αρμενίων, Ελλήνων, Ασσυροχαλδαίων) είναι η σωστή προσέγγιση και η τοποθέτηση του θέματος σ' ένα τέτοιο πλαίσιο, ώστε να αποφευχθεί η ιδεολογική χρήση των πραγματικών ιστορικών γεγονότων από ακροδεξιούς, ρατσιστές, αλυτρωτιστές». Δεν μπορεί παρά να συμφωνήσει κανείς ότι η όποια αποσύνδεση από ιδεολογικές χρήσεις των όσων έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία είναι σημαντικό στοιχείο για μια ορθολογική ανάγνωση του παρελθόντος. Εκεί που δεν θα συμφωνήσουμε όμως είναι το πώς θα οριοθετήσουμε το «θέμα», σε ποιο «πλαίσιο». Η ιδεολογική χρήση είναι ενσωματωμένη στη γενοκτονία ως ιστορικό εργαλείο. Η αποδοχή του όρου της γενοκτονίας προλαμβάνει, προκαταλαμβάνει, εγκλωβίζει και διαστρεβλώνει την ιστορική έρευνα, ανάλυση και ερμηνεία, ενέχει δηλαδή σχήματα και ερμηνείες που είναι εκτός της ιστορίας.

Είτε ως ερμηνευτική αφετηρία είτε ως ερμηνευτικό ζητούμενο, η «γενοκτονία» όπως κάθε άλλη τέτοιου τύπου έννοια, δεν μπορεί παρά να δρα αποπροσανατολιστικά και να δημιουργεί νέες αφηγήσεις που «ποιοτικά» δεν διαφέρουν από τις στρατευμένες εθνικές ή άλλες αφηγήσεις, όπως τις γνωρίσαμε –μάλιστα μέχρι πρόσφατα– στην Ελλάδα και την Τουρκία. 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 08 (12.2013)