ο φαύλος κύκλος της βίας*

 

Το Γκιακ του Δημοσθένη Παπαμάρκου:
μια από τις αρτιότερες συλλογές διηγημάτων και ένας 30άρης συγγραφέας
που κάνει επιλογές ριψοκίνδυνες αλλά εύστοχες

Λευτέρης Καλοσπύρος

 

Καθώς η γλυκιά ζάλη από την αναγνωστική απόλαυση ενός αξιοσημείωτου βιβλίου αρχίζει να διαλύεται, πολλοί αναγνώστες επιστρέφουν σε εικόνες, αποσπάσματα και γλωσσικά οδόσημα του κειμένου που δύνανται να τους βοηθήσουν στη συγκρότηση μιας επαρκούς απάντησης στο φαινομενικά απλοϊκό ερώτημα «γιατί μου άρεσε το βιβλίο τόσο πολύ». Αυτή η διαδικασία εκλογίκευσης του συναισθήματος είναι ένα από τα καθήκοντα που καλείται να εκπληρώσει ο σοβαρός αναγνώστης, μια υποχρέωση που του επιβάλλει ένα πραγματικά αξιόλογο βιβλίο. Μια αλησμόνητη συλλογή διηγημάτων, ένα εξαιρετικό πολυεπίπεδο μυθιστόρημα, ξέχωρα από τα αποτυπώματα που αφήνουν στον ψυχισμό του αναγνώστη, τον διδάσκουν παράλληλα και πώς να τα ερμηνεύσει. Τα ερωτήματα που θέτει λοιπόν ο αναγνώστης για το βιβλίο που απόλαυσε και τα οποία συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις σκέψεις του για μέρες μετά την ανάγνωσή του, διευκολύνουν την εξέλιξη αυτής της άτυπης έρευνας, της ανάκρισης στην οποία υποβάλλει τις συναισθηματικές του αποκρίσεις. Έχοντας λοιπόν ολοκληρώσει την ανάγνωση του Γκιακ (εκδ. Αντίποδες), της νέας συλλογής διηγημάτων του Δημοσθένη Παπαμάρκου, που διαδέχτηκε την πολύ επιτυχημένη Μεταποίηση (εκδ. Κέδρος), κατέληξα να κλωθογυρίζω γύρω από διάφορες σκέψεις που πολύ σύντομα συνενώθηκαν σε ένα πρωτογενές, βασικό ερώτημα: Για ποιο λόγο μου άρεσε τόσο πολύ ένα βιβλίο που αφορά Έλληνες στρατιώτες που επέζησαν της Μικρασιατικής Καταστροφής, γραμμένο όχι από κάποιον ηθογράφο που έζησε τότε, αλλά έναν 31χρονο συγγραφέα που ζει στον 21ο αιώνα και γράφει σε μια γλώσσα παραδοσιακή, την καθομιλουμένη εκείνης της εποχής στα αρβανιτοχώρια της Φθιώτιδας; Μια άλλη εκδοχή του ερωτήματος αυτού θα μπορούσε να είναι και η ακόλουθη: Πώς και γιατί κατάφερε να με συγκλονίσει ένας σχεδόν συνομήλικός μου συγγραφέας ο οποίος, αντί να γράψει ένα βιβλίο για τα οριακά ζητήματα της εποχής μας, την κρίση, τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς στον νέο αιώνα, τις ανθρώπινες σχέσεις όπως αυτές αναδιαμορφώνονται εν μέσω ραγδαίων τεχνολογικών επαναστάσεων, έγραψε ένα βιβλίο για τη δεκαετία του ’20, χρησιμοποιώντας μάλιστα λέξεις και εκφράσεις από μια γλώσσα που ελάχιστοι τη μιλούν πια;

Προτού προχωρήσω στις απαντήσεις, οφείλω να παρεμβάλω μια απαραίτητη διευκρίνιση: ότι φυσικά δεν υπάρχουν όρια στη συγγραφική φαντασία και τις καλλιτεχνικές επιλογές. Ο κάθε συγγραφέας είναι ελεύθερος να γράψει για ό,τι τον απασχολεί, είναι σχεδόν υποχρεωμένος να αδιαφορήσει για την παραπειστική ατζέντα της επικαιρότητας που θέτουν κάθε φορά, συνειδητά ή εν αγνοία τους, οι κριτικοί, το κοινό και οι ίδιοι οι συνάδελφοί του. Είναι ελεύθερος να γράψει με όποιο στιλ και σε όποια γλώσσα θέλει, για όποια εποχή και χώρα και όποιο θέμα τον ενδιαφέρει (αστερίσκος: αρκεί, φυσικά, να το κάνει καλά). Επομένως ίσως θα πρέπει για μια τελευταία φορά να αναπροσαρμόσω το ερώτημα που έθεσα προηγουμένως, να το κάνω λίγο πιο συγκεκριμένο: Μήπως άραγε το γεγονός ότι το βιβλίο μού άρεσε τόσο πολύ οφείλεται στο ότι είναι ένα μοντέρνο βιβλίο, ένα προϊόν νεωτεριστικής σύλληψης; 

Γρήγορη απάντηση: ναι. Και απαντώντας συνοπτικά στα ερωτήματα που έθεσα προηγουμένως, μπορεί η γλώσσα και η θεματολογία του Γκιακ να πηγάζουν από τη δεκαετία του ’20, όμως οι τεχνικές που χρησιμοποιεί ο Παπαμάρκος είναι μοντέρνες, η οπτική του είναι πέρα για πέρα φρέσκια. Παρακάτω θα επιχειρήσω να αποδείξω ότι το Γκιακ δεν είναι άλλο ένα ρεαλιστικό βιβλίο που φιλοδοξεί να στρογγυλοκαθίσει τεμπέλικα στον κανόνα της ελληνικής παράδοσης· αντίθετα, πρόκειται για ένα κείμενο που έρχεται σε ρήξη με αυτήν. Είναι ένα λαμπρό υπόδειγμα μετα-ρεαλισμού, για να δανειστώ τον όρο που χρησιμοποίησε εύστοχα ο Γιώργος Αριστηνός προκειμένου να περιγράψει τα διηγήματα του Σωτήρη Δημητρίου.

Διαβάζοντας τα εννιά διηγήματα που συναπαρτίζουν το Γκιακ, στο μυαλό του αναγνώστη ίσως φτάσουν οι μακρινοί απόηχοι από εμβληματικά κείμενα της νεοελληνικής λογοτεχνίας που είτε γράφτηκαν στις αρχές του 20ού αιώνα ή μεταγενέστερα, όμως αφορούν τις πρώτες δεκαετίες του. Όπως το Συναξάρι Ανδρέα Κορδοπάτη του Θανάση Βαλτινού, με την υποβλητική προφορική γλώσσα του ήρωα. Ή το περίφημο «Πίστομα» του Κωνσταντίνου Θεοτόκη (που δημοσιεύτηκε πάνω στο γύρισμα του αιώνα, το 1899), με την τραχιά ατμόσφαιρα και το αποτρόπαιο τελετουργικό της εκδίκησης. Περισσότερο από κάθε άλλο έργο, ωστόσο, είναι η Ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα εκείνο που ίσως αναδυθεί στο μυαλό του αναγνώστη ως άτυπο πρότυπο σύγκρισης για το Γκιακ. Κι εδώ, με αφετηρία αυτό το συγκλονιστικό αφήγημα, αρχίζουν να διαγράφονται τα πρώτα ίχνη των αποστάσεων που παίρνει ο Παπαμάρκος από τις παραδόσεις της ηθογραφίας και του ρεαλισμού, τόσο σε αισθητικό επίπεδο όσο και σε επίπεδο περιεχομένου.

Στην Ιστορία ενός αιχμαλώτου ο Στρατής Δούκας αφηγείται την αληθινή ιστορία του Νικόλα Κοζάκογλου κατά τη διάρκεια της Μικρασιατικής Καταστροφής· από την αιχμαλωσία του και την περιπλάνησή του στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας μέχρι τη λυτρωτική του άφιξη στο λιμάνι της Μυτιλήνης. Όπως είναι γνωστό, από την πρώτη έκδοση του αφηγήματος το 1929 έως την τρίτη έκδοσή του που δημοσιεύτηκε το 1958, μεσολαβούν πολλές παρεμβάσεις στο κείμενο από τον ίδιο τον συγγραφέα.1 Σε κάθε νέα έκδοση του βιβλίου, ο Δούκας επιχειρούσε να αποψιλώσει το κείμενό του από λόγιες εκφράσεις με σκοπό να λαξεύσει ένα στεγνό, συμπαγές λαϊκό ιδίωμα, την ίδια στιγμή που κλάδευε τουρκικές εκφράσεις ή άλλαζε σταδιακά σημεία και αναφορές οι οποίες θα μπορούσαν δυνητικά να δημιουργήσουν αμφιβολίες ως προς το πατριωτικό φρόνημα των Ελλήνων ηρώων. Σύμφωνα με διάφορους μελετητές του Στρατή Δούκα, οι διαδοχικές παρεμβάσεις υπηρετούν την πρόθεση του συγγραφέα να αναδειχθούν οι θηριωδίες που διέπραξαν οι Τούρκοι εις βάρος των Ελλήνων και παράλληλα να ενισχυθεί η εικόνα των Ελλήνων ως αθώων θυμάτων ενός αβάσταχτου πολέμου. Κι αυτή η πρόθεση υποστηρίζεται αισθητικά μέσω του τρόπου αφήγησης της ιστορίας. Ο ίδιος ο συγγραφέας παραδέχεται ότι άκουσε την ιστορία από τον Κοζάκογλου σε ένα καφενείο, κράτησε σημειώσεις και υπαγόρευσε στον ξάδερφό του το διήγημα που συνέθεσε. Έχουμε να κάνουμε επομένως με μια διαμεσολαβημένη, μια κατασκευασμένη αφήγηση, παρά την προσπάθεια του συγγραφέα να διαβαστεί ως γνήσιο, αυθεντικό ντοκουμέντο, μια αληθινή μαρτυρία. Μιμούμενος τη φωνή του Κοζάκογλου, ο Δούκας επιχείρησε να υπερβεί την υποκειμενικότητα του πρωταγωνιστή της ιστορίας του, προκειμένου να καταθέσει ένα «αντικειμενικό» τεκμήριο εθνικής συνείδησης, ένα μινιμαλιστικό αλλά ιδεολογικά φορτισμένο εθνικό αφήγημα.

Σε τρία διηγήματα του Γκιακ, τα «Σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί», «Νόκερ» και «Ήρθε ο καιρός να φύγουμε», υπάρχει ένας παρένθετος αφηγητής, ο οποίος μεταφέρει σε κάποιον γνωστό του όσα του εμπιστεύτηκε ο πραγματικός πρωταγωνιστής τής εκάστοτε ιστορίας – στο πρώτο διήγημα ο κεντρικός ήρωας είναι ο μπαρμπα-Κώτσος, στο δεύτερο ο Αργύρης ή «νόκερ». Θα εστιάσω σε αυτά τα δύο διηγήματα, τα «Σα βγαίνει ο Χότζας στο τζαμί» και «Νόκερ», καθώς εδώ, αντίθετα με ό,τι συμβαίνει στην Ιστορία ενός αιχμαλώτου, όπου ο Στρατής Δούκας αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο την περιπετειώδη περιπλάνηση του Νικόλα Κοζάκογλου, κρυμμένος πίσω από το μυθοπλαστικό προσωπείο του αυθεντικού ήρωα, το τέχνασμα της έμμεσης αντικειμενοποίησης της ιστορίας μέσω του παρένθετου αφηγητή, εξυπηρετεί σκοπούς εντελώς αντίθετους από αυτούς που θέτει ο Δούκας. Μέσα από αυτές τις φαινομενικά κατασκευασμένες αφηγήσεις, στις οποίες πάντως ο ήρωας που εξιστορεί τις περιπέτειες του προσώπου που γνώρισε δεν τίθεται στο περιθώριο της αφήγησης, αλλά, ειδικά στο «Νόκερ», καταθέτει και τη δική του ιστορία και παρουσιάζεται ως ζωντανός χαρακτήρας, μέσα από αυτές τις μυθοπλασίες λοιπόν, αφού τα διηγήματα του Παπαμάρκου δεν έχουν βασιστεί σε ιστορικά ντοκουμέντα ή καταγεγραμμένες μαρτυρίες, ο συγγραφέας δεν επιχειρεί να ενισχύσει ή να αναστηλώσει έναν κραταιό εθνικό μύθο, αντίθετα, αυτό που επιτυγχάνει είναι να ανατρέψει τα κυρίαρχα εθνικά στερεότυπα: οι Έλληνες δεν ήταν μόνο αθώα θύματα, υπήρξαν και φοβεροί μακελάρηδες. Σκότωσαν για να κάνουν το κέφι τους, όπως ο μπαρμπα-Κώτσος, προχώρησαν σε αγριότητες από συνήθεια και μόνο, όπως ο νόκερ Αργύρης. Η παρουσία του παρένθετου αφηγητή βοηθάει τον Παπαμάρκο να πραγματώσει άλλον έναν κρίσιμο στόχο: καταφέρνει να εξαλείψει κάθε υπόνοια καταγγελτισμού στα διηγήματα. Κάπου, κάποτε, ο αφηγητής άκουσε από τον ήρωα την ιστορία του, την οποία και μεταφέρει στον γνωστό του στο μυθιστορηματικό παρόν. Πόσο αξιόπιστος όμως είναι ο αφηγητής αυτός; Πώς μπορούμε να είμαστε βέβαιοι ότι, ακόμη κι αν ο αφηγητής ακούγεται σίγουρος και ειλικρινής, μεταφέρει πιστά όσα του εξιστόρησε ο πρωταγωνιστής σχετικά με τις ενέργειές του στα τουρκικά εδάφη; Μπορεί πράγματι οι Έλληνες στρατιώτες να έκαναν κατάχρηση βίας και να συναγωνίστηκαν σε φρικιαστική επινοητικότητα τις πράξεις των Τούρκων στρατιωτών, ωστόσο το νόημα των εν λόγω ιστοριών υπερβαίνει τον στενό ορίζοντα της ετεροχρονισμένης απόδοσης κατηγοριών. Χρησιμοποιώντας το ευφυές τέχνασμα του παρένθετου αφηγητή, ο Παπαμάρκος μας υπενθυμίζει ότι στον πόλεμο δεν υπάρχουν πραγματικοί θύτες, δεν υπάρχουν νικητές ή ηττημένοι. Ο συγγραφέας δεν δικάζει ούτε αθωώνει κανέναν.

Με εξαίρεση τα τρία διηγήματα με τους παρένθετους αφηγητές, στο Γκιακ οι περισσότερες αφηγήσεις των πολεμιστών που επέστρεψαν σώοι στα χωριά τους έπειτα από την ολέθρια Μικρασιατική Εκστρατεία, είναι αδιαμεσολάβητες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι πρόκειται για αληθινές μαρτυρίες – τόσο αυτές οι ιστορίες όσο και τα διηγήματα με τους παρένθετους αφηγητές, είναι συνειδητές μυθοπλασίες που ταλαντώνονται ανάμεσα στο παρόν και το παρελθόν. Εκκινώντας από μια αφορμή που συνδέεται κάπως ή δεν συνδέεται καθόλου με το κεντρικό δράμα, οι ήρωες αφηγούνται σε κάποιον ακροατή τις προσωπικές ιστορίες τους χωρίς τη μεσολάβηση τρίτων. Κάποιες από αυτές διαδραματίζονται εξ ολοκλήρου στη Μικρά Ασία, όπως στο διήγημα «Τα Μπουκουμπάρδια», σε άλλες το νήμα τους αρχίζει να ξεδιπλώνεται πριν από την επιστράτευση του ήρωα και η λύση του δράματος επιτυγχάνεται με την επιστροφή του στον τόπο του, όπως στο διήγημα «Ο αρραβώνας», ένα από τα κορυφαία διηγήματα της συλλογής. Ο Παπαμάρκος λοιπόν μας επιτρέπει την πλήρη πρόσβαση στο μυαλό και τις σκέψεις του αφηγητή-ήρωά του, στις υποκειμενικές κρίσεις και τις συναισθηματικές μεταπτώσεις του, στις όποιες αμφιβολίες μπορεί να έχει για τα όσα συνέβησαν πραγματικά, καθώς πασχίζει να αφηγηθεί στον γνωστό του την ιστορία του χωρίς να παραλείψει τίποτα από όσα έχουν συμβεί. 

Στην πραγματικότητα έχουμε να κάνουμε με κυκλικές αφηγήσεις που ξεκινάνε από το αφηγηματικό παρόν, διαγράφουν μια καμπύλη πορεία στο συντελεσμένο παρελθόν και επιστρέφουν πάλι εκεί από όπου ξεκίνησαν. Δεν θα ήταν λοιπόν παράτολμο να ισχυριστεί κανείς ότι τα διηγήματα της συλλογής θυμίζουν εφαπτόμενους, αλλά ποτέ τεμνόμενους, κύκλους. Οι ήρωες είναι πράγματι εγκλωβισμένοι σε κυκλοτερείς αφηγήσεις διότι η ίδια η συμμετοχή τους στον πόλεμο ήταν μια παγίδευση σε έναν απάνθρωπο, φαύλο κύκλο βίας και παράνοιας. Διότι οι ήρωες αυτοί διέπραξαν επίσης θηριωδίες, σαν τους Τούρκους στρατιώτες. Δεν έχει σημασία αν τα αίτια για τις πράξεις τους μπορούν να εντοπιστούν στα βίαια ορμέμφυτα του χαρακτήρα ή στη σκληροτράχηλη ανατροφή τους σε περιβάλλοντα ασφυκτικά οργανωμένα από κανόνες ενός ξεπερασμένου εθιμικού δικαίου. Στον πόλεμο οι ήρωες αυτοί ξεγυμνώθηκαν, ήρθαν σε επαφή με πτυχές του εαυτού τους που ποτέ δεν είχαν φανταστεί, δολοφόνησαν και υπέβαλλαν τους εχθρούς τους σε βασανιστήρια – και τις πράξεις αυτές τις εκτέλεσαν αυτόματα, σαν μηχανές. Κάποιοι από αυτούς μάλιστα, σαν τον νόκερ Αργύρη, συνέχισαν το απεχθές έργο τους και σε άλλους πολέμους. Η βία παράγει περισσότερη βία, δεν υπάρχει πεπερασμένο όριο.

Ιδιαίτερα αποκαλυπτικές για τον χαρακτήρα των ιστοριών είναι οι διαφορετικές αντιδράσεις του κάθε ήρωα απέναντι είτε στο δίλημμα με το οποίο έρχεται αντιμέτωπος κάποια στιγμή ενώ ακόμα βρίσκεται στη Μικρά Ασία ή στον ανεξόφλητο λογαριασμό που είναι αναγκασμένος να κλείσει με την επιστροφή του στα πάτρια εδάφη. Εδώ φανερώνεται σε όλο το εύρος του κι ο μοντερνιστικός χαρακτήρας των αφηγημάτων του Γκιακ. Αλλιώς συμπεριφέρεται απέναντι στον νόμο του εθιμικού δικαίου ο στρατιώτης που εκδικείται τη δολοφονία της αδερφής του στο «Ντο τ’ α πρες κοτσσίδετε» και άλλη είναι η αντίδραση του ήρωα που καλείται να εκδικηθεί για τη δολοφονία του βλάμη του και τον ξυλοδαρμό του πατέρα του στον «Αρραβώνα». Ο Παπαμάρκος εκκινεί από την ιδιωτική ιστορία, από την πυρηνική προσωπική ιστορία, από την υποκειμενική εμπειρία για να κάνει κατόπιν τη μετάβαση σε έναν ευρύτερο χρονοτόπο, για να γεφυρώσει την απόσταση που χωρίζει το τοπικό από το οικουμενικό. Και αυτή η εστίαση στην ιδιαιτερότητα της ατομικής εμπειρίας συνιστά μία από τις καταστατικές συνθήκες του μοντερνισμού. Από τις επιστήμες μέχρι τη λογοτεχνία του 20ού αιώνα, η υποκειμενική εμπειρία αναδύθηκε ως το πρωταρχικό πεδίο διερεύνησης της ανθρώπινης κατάστασης. Μελετώντας τους νευροχημικούς μηχανισμούς που οικοδομούν την ανθρώπινη σκέψη, οι νευροεπιστήμονες έχουν φτάσει ώς το σημείο να αμφισβητήσουν την ύπαρξη μιας αναγνωρίσιμης, κοινά αποδεκτής και αμοιβαία κατανοητής αντικειμενικής πραγματικότητας. Ενώ χαρακτηριστικό παράδειγμα ανάδειξης της υποκειμενικής εμπειρίας στη νεωτερική λογοτεχνία του 20ού αιώνα αποτελεί η Κυρία Νταλογουέι της Βιρτζίνια Γουλφ, όπου οι κοινωνικές σχέσεις και δομές της εποχής αποτυπώνονται φιλτραρισμένες μέσα από τη ροή της συνείδησης, τους ιριδισμούς και τους αντικατοπτρισμούς των σκέψεων και των συναισθημάτων της ομώνυμης ηρωίδας, όπως αυτά μεταδίδονται στον αναγνώστη μέσω της τεχνικής του εσωτερικού μονολόγου. Η προσήλωση στις ιδιοτυπίες κάθε ιστορίας, οι διαφορετικοί τρόποι με τους οποίους αντιδρούν οι ήρωες κάτω από περίπου παρόμοιες συνθήκες, επιτρέπουν στον Παπαμάρκο να υπερβεί τους τοπικούς και τους χρονικούς περιορισμούς και να διατυπώσει εξαιρετικά ενδιαφέροντες στοχασμούς για τη φύση της βίας, για το ξύπνημα της βίας στον αγνό, λαϊκό ψυχισμό, για τις διαθλάσεις της βίας στις κοινωνίες που προσπαθούν να σταθούν πάλι στα πόδια τους ύστερα από τα απανωτά χτυπήματα της Ιστορίας. Οι στοχασμοί για τη βία και την παράνοια του πολέμου δεν σερβίρονται στον αναγνώστη ως διδακτικά κλισέ ή ηθικολογίες, ούτε περιορίζουν τη δυναμική των κειμένων ανάγοντάς τα σε δυσκίνητα θεωρητικά μανιφέστα. Είναι οργανικά ενσωματωμένοι στον ιστό που διατρέχει τα αφηγήματα και καλούν τον αναγνώστη να τους ιχνηλατήσει ακολουθώντας τις δράσεις των ηρώων καθώς και τις αναπάντεχες τροπές που παίρνουν οι ιστορίες τους.

Η επιτυχία ενός βιβλίου κρίνεται από πολλές παραμέτρους. Οι επιλογές που θα κάνει ο συγγραφέας όσον αφορά τους τρόπους της αφήγησης, το ύφος της γλώσσας, την οπτική γωνία αναπαράστασης της κεντρικής ιστορίας και των επιμέρους θεμάτων που εκβάλλουν σ’ αυτήν, είναι καθοριστικές για το τελικό αποτέλεσμα. Μπορεί η συγγραφή λογοτεχνίας να μην είναι επιστήμη, ωστόσο τα τεχνικά ζητήματα που αφορούν το χτίσιμο ενός λογοτεχνικού έργου θυμίζουν λίγο ώς πολύ την πορεία που ακολουθεί μια επιστημονική υπόθεση: οι σωστές επιλογές ίσως προέλθουν μέσα από μακρές, επίπονες και συχνά αποτυχημένες πειραματικές δοκιμές. Όμως, ακόμη κι αν ο συγγραφέας κατέχει όλες τις θεωρίες και παίζει στα δάχτυλα τους νόμους της λογοτεχνίας, οι επιλογές που θα κάνει σε ζητήματα ύφους και πλοκής εξαρτώνται κι από τη διαίσθησή του, την ικανότητά του, το πηγαίο ταλέντο του. Ο Παπαμάρκος κάνει πολλές και ριψοκίνδυνες επιλογές στο Γκιακ, και είναι όλες εύστοχες. Ό,τι δοκιμάζει του πιάνει, όποιο κόλπο κι αν επιλέγει για να αφηγηθεί την εκάστοτε ιστορία, αποδίδει περίφημα. 

Συνοψίζοντας, το Γκιακ δεν είναι μονάχα ένα βιβλίο που εκπλήσσει με τη μοντέρνα φύση του και την ισορροπία που εγκαθιστά ο συγγραφέας ανάμεσα στις σύγχρονες αφηγηματικές τεχνικές και την παραδοσιακή γλώσσα, ανάμεσα στο αφηγηματικό σήμερα και το ιστορικό χθες. Είναι ένα κείμενο που συναρπάζει με τη λογοτεχνική του ποιότητα, την εξαντλητικά δουλεμένη γλώσσα του, τις μικρές λεπτομέρειες που δίνουν χρώμα στους εντελείς χαρακτήρες. Χωρίς αμφιβολία, μια από τις αρτιότερες συλλογές διηγημάτων που έχουν εκδοθεί στη χώρα μας την πρώτη δεκαπενταετία του αιώνα.

 

Το κείμενο αυτό βασίζεται στην ομιλία που έκανε ο Λ. Καλοσπύρος στην παρουσίαση του «Γκιακ» στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει» στις 9 Μαρτίου 2015. Για το Γκιακ είχαν μιλήσει επίσης η Μάρω Δούκα και ο Χρίστος Παπαγεωργίου.

 

ΣΗΜΕΙΩΣΗ

* Δημήτρης Τζιόβας, «Η “Ιστορία” του Στρατή Δούκα», Το Βήμα (14.8.1999).

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 24 (04.2015)