η πορεία προς το ρεαλισμό

 

Ο Πάνος Τσίρος μιλά στον Γιάννη Παλαβό για το ύφος, τις θεματικές
και τη διαδικασία συγγραφής της συλλογής διηγημάτων του Δεν είν’ έτσι;.

 

Ο διηγηματογράφος Πάνος Τσίρος (Αθήνα, 1970) πρωτοεμφανίστηκε στην πεζογραφία το 2007 με τη συλλογή Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα (Γαβριηλίδης). Τον Απρίλιο του 2013 κυκλοφόρησε από τη Μικρή Άρκτο η δεύτερη συλλογή του με τίτλο Δεν είν’ έτσι;.

Τα δύο βιβλία του Τσίρου συγκαταλέγονται στις ευτυχέστερες στιγμές της ελληνικής διηγηματογραφίας κατά την τελευταία δεκαετία. Σπάνια συναντά κανείς διηγήματα τόσο μελαγχολικά ευφρόσυνα, τόσο ευφυή μέσα στην απλότητά τους, όσο τα διηγήματα της Κένσορα. Και σπάνια βρίσκει κανείς συγγραφέα με την τόλμη του Τσίρου, ο οποίος στο δεύτερο βήμα του δεν επαναλαμβάνει τις κατακτήσεις του πρώτου βιβλίου, αλλά κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη αξιοποιώντας πολύ διαφορετικά μέσα.

— Το Δεν είν' έτσι; είναι ένα βιβλίο διαφορετικό από το Φέρτε μου το κεφάλι της Μαρίας Κένσορα. Εδώ το ανορθολογικό στοιχείο, το πλάγιο χιούμορ και ο αιφνιδιασμός, βασικά γνωρίσματα της Κένσορα, απαντώνται σε μικρότερο βαθμό. Το Δεν είν’ έτσι; εισάγει τον αναγνώστη σ' έναν κόσμο μουντό, χωρίς τη λυτρωτική διέξοδο που προσφέρει ο μαγικός ρεαλισμός. Επίσης, ο λόγος είναι εσκεμμένα πιο πεζός, προκειμένου ν’ αποτυπώσει πιστότερα τον πεζό βίο των χαρακτήρων. Πώς έγινε αυτή η αλλαγή; 

Στο πρώτο βιβλίο καθοριστικό στοιχείο είναι το μεταφυσικό στοιχείο ως ένας από μηχανής θεός. Θα μπορούσες να πεις ότι ο μαγικός ρεαλισμός και το μεταφυσικό στοιχείο είναι μια διέξοδος εκεί που δεν υπάρχει λύση. Εκεί που ο ήρωας χτυπάει σε τοίχο, εκεί ζωγραφίζω μια πόρτα στον τοίχο και δραπετεύει. Βέβαια, αυτή η λύση είναι μια μη λύση. Κανείς φυλακισμένος δε δραπέτευσε ποτέ από το κελί του ζωγραφίζοντας με μολύβι ένα παράθυρο. Λύση όμως είναι να σκας από τα γέλια μπροστά στο πρόσωπο του δεσμώτη σου. Αυτό είναι το πρώτο βιβλίο. Αυτό κάνουν οι ήρωες του πρώτου βιβλίου. Γελούν κατά τη διάρκεια του βασανιστηρίου τους. Στο δεύτερο βιβλίο, οι ήρωες κατά τη διάρκεια του βασανισμού παραμένουν αμίλητοι.

— Με εξαίρεση το διήγημα «Ο τοπογράφος», η συλλογή αποτελείται από τρεις κύκλους διηγημάτων – ας τους ονομάσουμε «Ο κύκλος του Δ.», «Ο κύκλος του Πάνου και της Ξανθίππης» και «Ο κύκλος του υπαλλήλου». Τι συνδέει αυτές τις επιμέρους ενότητες; Γιατί αποφάσισες να τις συστεγάσεις στο ίδιο βιβλίο; 

Λένε ότι με την κυκλοφορία του ένα βιβλίο αυτονομείται πια από τον δημιουργό του. Εγώ νομίζω ότι σε ορισμένες περιπτώσεις έχει αυτονομηθεί ήδη από τη στιγμή που ένας συγγραφέας αποφασίζει να γράψει. Αποφάσισα να γράψω για ένα πρόσωπο που είχα στο μυαλό μου. Ο χαρακτήρας αυτός μου φαινόταν πολύ δύσκολο να περιγραφεί άμεσα. Δεν μπορούσα να γράψω επιτυχημένα γι’ αυτόν, όσο προσπαθούσα τόσο απομακρυνόταν από την ικανότητά μου. Αποφάσισα τότε να εφαρμόσω μια, ας την πούμε, φροϊδική τεχνική. Ξεκίνησα να γράφω ιστορίες σαν να έκανα ελεύθερο συνειρμό. Από τις ιστορίες που προέκυψαν, κάποιες μιλούσαν γι’ αυτόν κι άλλες ήταν άσχετες. Φαινομενικά μόνο. Γιατί και στις άσχετες το πρόσωπο αυτό κρυβόταν από πίσω. Έχει πολύ ενδιαφέρον αυτή η τεχνική. Θέλω να την προτείνω και σε άλλους νέους συγγραφείς. Με αυτόν τον ελεύθερο συνειρμό προέκυψαν οι τρεις κύκλοι διηγημάτων τους οποίους αναφέρεις. Δεν είναι περίεργο να αφηγείσαι στην τύχη και να προκύπτει μια αφήγηση με κάποια εσωτερική οργάνωση; Το πρόσωπο που κινείται στο υποσυνείδητό μου μού επιβάλλει μια συγκεκριμένη αρχιτεκτονική στις «τυχαίες» αφηγηματικές μου προσπάθειες.

— Η φράση «Δεν είν’ έτσι;» δεν υπάρχει στο βιβλίο. Είναι τίτλος ενός διηγήματος με ήρωα τον Δ., που περιλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο Ονόματα (Κέδρος, 2008). Γιατί δεν περιέλαβες το διήγημα στη συλλογή, αλλά επέλεξες παρ’ όλα αυτά να την τιτλοφορήσεις έτσι; 

Με εκείνο το διήγημα, πέντε χρόνια πριν, εμφανίστηκε για πρώτη φορά ο χαρακτήρας που θα με απασχολούσε στο επόμενο βιβλίο. Επέβαλε όμως την παρουσία του τότε με έναν μεταφυσικό τρόπο. Κι όπως είπα πιο πριν, δεν με ενδιαφέρει πια η μεταφυσική ροπή των ηρώων. Θέλω τη ρεαλιστική τους πλευρά ή μάλλον θέλω τη «μεταφυσική της φύσης». Η φύση γύρω μας έχει τη δική της μεταφυσική. Δεν χρειάζεται να επινοήσουμε μια δική μας. Απλώς να βοηθήσουμε τη φύση να αποβάλει τα ρεαλιστικά της βαρίδια, να αναδείξει τη μεταφυσική της δομή (όπως έγραψε χαρακτηριστικά ο Βαγγέλης Χατζηβασιλείου).

— Διαβάζοντας το βιβλίο, είχα την αίσθηση ότι το διατρέχει μια ενιαία αφήγηση. Τα διηγήματα του Δεν είν’ έτσι; διαβάζονται ανεξάρτητα το ένα από το άλλο ή πρέπει να τα αντιμετωπίζουμε ως κεφάλαια της ίδιας ιστορίας;

Θα το ξαναπώ με άλλο τρόπο. Στο έργο του Εισαγωγή στην ψυχανάλυση ο Φρόυντ λέει σε κάποιο σημείο το εξής: «... Μια μέρα βρήκα ότι δεν μπορούσα να θυμηθώ το όνομα της μικρής χώρας στη Ριβιέρα που έχει πρωτεύουσα το Μόντε Κάρλο. Ήταν πολύ ενοχλητικό, αλλά έτσι ήταν. Ανασκάλεψα όλες τις γνώσεις μου για τη χώρα. Σκέφτηκα τον Αλβέρτο του οίκου των Λουζινιάν, τους γάμους του, το πάθος του για την υποβρύχια έρευνα, τέλος καθετί που θα μπορούσα να επικαλεστώ, αλλά όλα χωρίς αποτέλεσμα. Έτσι παραιτήθηκα από τη σκέψη και, αντί για τ’ όνομα που είχα ξεχάσει, άφησα να έρθουν στο νου μου υποκατάστατα ονόματα. Τα ονόματα ήρθαν γρήγορα. Το ίδιο το Μόντε Κάρλο, έπειτα το Πεδεμόντιο, το Μοντεβιδέο, το Κόλικο, το Μοντενέγκρο. Έπειτα παρατήρησα πως τέσσερα από τα υποκατάστατα ονόματα είχαν την ίδια συλλαβή “μον” και φώναξα “Μονακό”».

Το όνομα λοιπόν, που είχε ξεχάσει και που προσπαθούσε μάταια να θυμηθεί, έφερε στην επιφάνεια έναν συνειρμό ονομάτων, φαινομενικά άσχετων, τυχαίων. Τα ονόματα αυτά όμως δεν ήταν καθόλου τυχαία. Την εμφάνισή τους καθόρισε το ίδιο το όνομα που δεν θυμόταν. Το ξεχασμένο όνομα επέβαλε την εμφάνιση των άλλων ονομάτων, και υπήρχε και έριχνε τη σκιά του στα άλλα αυτά ονόματα. Ο χαρακτήρας που προσπάθησα να περιγράψω μου αρνιόταν την προσέγγιση. Άφησα κι εγώ το άμεσο πλησίασμα και άρχισα τον ελεύθερο συνειρμό. Επεβλήθη τελικά μια σειρά από σχετικές ή άσχετες με το πρόσωπο αφηγήσεις. Παρόντος ή απόντος του προσώπου αυτού, όλες οι ιστορίες μιλούν γι’ αυτόν. Διαβάζεται τελικά, νομίζω, ως νουβέλα.

— Είτε άμεσα (π.χ. στο διήγημα «Χαρταετός») είτε έμμεσα (π.χ. στα «Διαχείριση ποιότητας» και «Οι γονείς του»), η φιγούρα του πατέρα αποτελεί σημείο αναφοράς για τους χαρακτήρες αρκετών διηγημάτων. Πρόκειται για συνειδητή επιλογή ή το στοιχείο αυτό αναδύθηκε κατά τη διάρκεια της συγγραφής;

Στα τρία διηγήματα στα οποία αναφέρεσαι ξεπληρώνεται ένα χρέος προς τον πατέρα. Ή, για να το πω αλλιώς, «στήνεται» ξανά μια πρωταρχική σκηνή για να διορθωθεί. Υπάρχει ένα «τραύμα» στη σχέση του γιου με τον πατέρα, ένα τραυματικό γεγονός που «παίζεται» ξανά στη θεατρική σκηνή για να υπάρξει όμως αποκατάσταση. Η Μάρη Θεοδοσοπούλου σημείωσε πως το διήγημα «Χαρταετός» θα μπορούσε να δώσει τροφή σε εκτενή ψυχαναλυτική ανάπτυξη. Συμφωνώ. Υπάρχει επίσης ένα διήγημα στην πρώτη συλλογή, το «Χωρίς στόμα», που εντάσσεται στην ίδια προβληματική. Συνιστά, όπως και τα υπόλοιπα του κύκλου αυτού, θεραπεία. 

— Οι περισσότεροι χαρακτήρες των διηγημάτων τού Δεν είν’ έτσι; αδυνατούν να διαχειριστούν την καθημερινότητά τους. Η επικοινωνία τους εξαντλείται σ’ ένα άθροισμα δειλών χειρονομιών και αποσπασματικών σκέψεων που αποτυγχάνουν να αρθρωθούν σε λόγο. Τι καθηλώνει τα πρόσωπα της συλλογής σ’ αυτό το αδιέξοδο;

Ο φόβος. Υπάρχει ένα αίσθημα απειλής, ο πρωταγωνιστής απειλείται από ένα κρυμμένο αλλά υπερδιογκωμένο μάτι. Σε κάθε του κίνηση ακολουθείται από το βλέμμα αυτό. Ίσως γι’ αυτό αλλάζει ταυτότητες σε κάθε διήγημα, μεταμορφώνεται για να γλιτώσει. Αρχικά ο μεταπτυχιακός φοιτητής, ύστερα ο επαγγελματίας, ο τοπογράφος κ.λπ. Ο πρωταγωνιστής ουσιαστικά προσπαθεί να διαχειριστεί τον φόβο του. Τη σχέση του με αυτό το άγρυπνο, επιτιμητικό μάτι. Με προσφορές και δώρα επιχειρεί να το καλοπιάσει, να πετύχει μια λιγότερο δυσβάσταχτη πραγματικότητα.

— Το τελευταίο κείμενο του βιβλίου τιτλοφορείται Επίλογος και δίνει τρόπον τινά ορισμένα κλειδιά για την ανάγνωση της συλλογής. Για ποιο λόγο πιστεύεις ότι χρειαζόταν; Ο αντίλογος θα ήταν ότι ο αναγνώστης δεν θα ’πρεπε να ’χει ανάγκη εξωκειμενικά στοιχεία για να κατανοήσει το βιβλίο· επιπλέον, στην περίπτωση που υπάρχουν, δημιουργείται ο κίνδυνος να οδηγηθεί η ανάγνωση στα –εκ των πραγμάτων– στενότερα μονοπάτια που ορίζουν οι εξωκειμενικές πληροφορίες.

Είπα πριν ότι το κείμενο αυτονομείται αφού φύγει από το δημιουργό του. Σε μένα αυτό συνέβη από τη στιγμή που ξεκίνησα να γράφω. Δεν ήμουν εγώ αυτός που έγραφε, δεν ήταν το καθημερινό λογικοκρατούμενο εγώ μου που διεκπεραιώνει εργασίες σε μια καθημερινή ρουτίνα. Όταν γράφω, είμαι αυτός που «παίζει» μέσα στο μυαλό μου, ελεύθερος από τις τρέχουσες συμβάσεις. Αυτός ολοκλήρωσε το έργο και όταν το κείμενο ολοκληρώθηκε ήρθα εγώ, ως αναγνώστης πια, και είπα: «Νά πώς θα πρέπει να διαβαστεί». Επιχειρώ άτεχνη θεωρία λογοτεχνίας με καταβολές στον Λούντβιχ Βίττγκενσταϊν. Και ναι, συμφωνώ πως ίσως δεν χρειάζεται ο αναγνώστης εξωκειμενικά στοιχεία για να διαβάσει το βιβλίο. Είναι σαν να μπορεί να δει ο αναγνώστης ένα όνειρό σου. Και αφού το δει και ξυπνήσεις, του δίνεις εργαλεία πώς πρέπει να ερμηνεύσει αυτό που έχει ήδη δει.

— Με βάση τον Επίλογο της συλλογής και τα βιογραφικά στοιχεία σου, φαίνεται πως πολλά από τα διηγήματα έλκουν την καταγωγή από προσωπικές σου εμπειρίες και τη σχέση σου με υπαρκτά πρόσωπα – άλλη μια διαφορά από την Κένσορα. Ασφαλώς, δεν υπάρχει μυθοπλασία χωρίς κάποιον βαθμό αυτοβιογραφίας· ωστόσο, γιατί στο Δεν είν’ έτσι; αποφάσισες να αντλήσεις τόσο έκδηλα απ’ αυτό το υλικό;

Η Κένσορα έχει επίσης πολλά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά είναι καλυμμένα. Τώρα γιατί το αυτοβιογραφικό στοιχείο είναι τόσο έκδηλο στο Δεν είν’ έτσι;. Ίσως το έχω ξαναπεί. Θέλω να περιγράψω έναν φίλο. Και το κάνω κάπως ελεύθερα. Ξέρεις το παιχνίδι «Κινέζικο πορτρέτο». Αν ήταν λουλούδι, τι θα ήταν; Κι αν ήταν τραγούδι, τι θα ήταν; Αν ήταν γκριμάτσα, τι θα ήταν; Και κάπως έτσι πιστεύεις ότι όλες οι απαντήσεις θα αποτυπώσουν τον φίλο σου τελικά. Αλλά κάποιος σου λέει: πιο πολύ με τον εαυτό σου μοιάζει το κινέζικο πορτρέτο που έφτιαξες. Για τον εαυτό σου μίλαγες τελικά; 

— Στον «Χαρταετό», ένα από τα αρτιότερα, κατά τη γνώμη μου, διηγήματα της συλλογής, διαβάζουμε –γραμμένη με κεφαλαία– τη φράση: «ΑΠΟ ΤΙΣ 3 ΙΑΝΟΥΑΡΙΟΥ ΜΕΧΡΙ ΤΙΣ 4 ΤΟΥ ΜΗΝΟΣ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ». Γιατί αυτές οι ημερομηνίες;

Αυτή είναι μια πολύ δύσκολη ερώτηση. Τι εννοείς «Γιατί αυτές οι ημερομηνίες;». Έτσι μου είπε το παιδί στο όνειρο.

— Πότε γράφτηκαν τα διηγήματα του βιβλίου; Υπήρχαν κείμενα από το Δεν είν’ έτσι; και την περίοδο που έγραφες την Κένσορα, αλλά δεν τα ενέταξες σ’ αυτήν γιατί δεν ταίριαζαν με το ύφος της; 

Όλα τα διηγήματα τού Δεν είν’ έτσι; γράφτηκαν μετά την Κένσορα. Είχε τελειώσει, είχε κλείσει ο κύκλος της Κένσορα. Θεωρώ απαραίτητο, για να μπορέσω να ανοίξω έναν καινούριο κύκλο, να έχει προηγουμένως ολοκληρωθεί απολύτως ο προηγούμενος.

— Και το δεύτερο βιβλίο σου είναι συλλογή διηγημάτων. Γιατί επιμένεις στη μικρή φόρμα; Σκέφτεσαι να στραφείς στο μέλλον στο μυθιστόρημα ή σε άλλες φόρμες;

Οι ταχύτατοι ρυθμοί, η ραγδαία ενημέρωση, ο κόσμος που σπάει σε όλο και περισσότερα κομμάτια κάνουν πιο δύσκολη την αντίληψη της πραγματικότητας ως συνεχούς ροής. Δεν μπορούμε να ενώσουμε τα κομματάκια σε ένα όλον. Το όλον οπισθοχωρεί αφήνοντας θραύσματα. Δεν είναι ότι επιμένω στη σύντομη φόρμα. Είναι ότι δεν μπορώ να κάνω αλλιώς.  

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 07 (11.2013)