το μουρμουρητό του πολιτισμού σήμερα

 

Σημειώσεις στο περιθώριο ενός βιβλίου και το παράδειγμα της αμοιβαίας σύντηξης της «δύσκολης» υψηλής και λόγιας κουλτούρας με τις νεότερες, και τις παραδοσιακές, μορφές λαϊκού πολιτισμού στον Δήμο της Ρώμης

 

Γιώργος Τζιρτζιλάκης

 

I

Πολιτική και πολιτισμός είναι το θεματικό ζεύγος που αναδεικνύει ήδη από τον τίτλο του το βιβλίο της Μυρσίνης Ζορμπά Πολιτική του πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα (Πατάκης, 2014). Ίσως σε μερικούς οι έννοιες αυτές να είναι ελκυστικές και δυναμικές αλλά σε άλλους μπορεί να φαίνονται αμήχανες ή ακόμη και κουραστικές, με τον τρόπο που τις συζητάμε και τις θέτουμε εν έργω.

Υπ’ αυτή την έννοια, η Ζορμπά μπορούμε να πούμε ότι επιτέλεσε ένα κατόρθωμα, εισάγοντάς μας σε αυτό το ζεύγος με μεθοδικό τρόπο. Αυτό είναι και το μεγαλύτερο χάρισμα του βιβλίου, το οποίο γίνεται περισσότερο διακριτό στην ενότητα που αφορά τις «πολιτικές του πολιτισμού» από τη δεκαετία του 1950 και μετά, στην Ελλάδα. Νομίζω ότι εκεί βρίσκεται η μεγαλύτερη συμβολή του βιβλίου επειδή ακριβώς συστηματοποιεί, συγκρίνει και ερμηνεύει δεδομένα και τεκμήρια με ευρηματικό τρόπο. Στόχος της Πολιτικής του πολιτισμού είναι η τοποθέτηση της δεύτερης έννοιας στο πλαίσιο των «πολιτισμικών σπουδών» που διατρέχουν σαν φάντασμα όλο το βιβλίο.

Μιλώντας, βέβαια, για πολιτισμό προκύπτουν μια σειρά ερωτήματα. Πώς προσδιορίζουμε σήμερα αυτή την έννοια, την οποία όλοι διεκδικούν ως πρόταγμα; Υπάρχει άραγε κάτι που οριοθετεί την επικράτειά του και ακόμη, τι διαφεύγει από αυτόν ακολουθώντας φυγόκεντρη τροχιά που θα μπορούσε να κάνει ένα φαινόμενο να χαρακτηριστεί «εξωπολιτιστικό» ή ακόμη και «απολίτιστο». Το λέω αυτό γιατί σε όλες τις μορφές της σύγχρονης πολιτισμικής παραγωγής εκείνο που η σύγχρονη ανθρωπολογία αποκαλεί «εξωπολιτιστικό», «προπολιτιστικό» ή «πρωτόγονο» εξακολουθεί να ασκεί γοητεία. Στ’ αλήθεια, όμως, υπάρχει κάτι σήμερα που βρίσκεται εκτός του πολιτισμού;

Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα μια συνεχή εσωτερική αμφισβήτηση και κατά κάποιον τρόπο μια αυτοϋπονόμευση του ίδιου του όρου. Κάτι τέτοιο γίνεται ακόμη πιο δύσκολο όταν μιλάμε για πολιτική του πολιτισμού, από τη στιγμή που οι δύο όροι μοιάζουν ασύμμετροι και ασύμβατοι, παρά συναφείς – κρίνοντάς τους τουλάχιστον από τον τρόπο που ασκούνται στη χώρα μας.

Το ζήτημα έχει, λοιπόν, καταγωγικό ερωτηματικό χαρακτήρα. Τι είναι ακριβώς σήμερα ο πολιτισμός, μια έννοια την οποία χρησιμοποιούμε καταχρηστικά και με υπερβολική ευκολία ανατρέχοντας όποτε θέλουμε και κατά το δοκούν; Αυτό είναι ένα αφετηριακό ερώτημα το οποίο πρέπει να ανανοηματοδοτήσουμε, παρότι μοιάζει να το προσπερνάμε επειδή το θεωρούμε αυτονόητο. Το ίδιο ισχύει για τον «εθνικό» του χαρακτήρα που καθιστά τον πολιτισμό φαντασιακή κατασκευή και πηγή ταυτότητας.

 

ΙΙ

Είναι γνωστό ότι η «κουλτούρα», που αναφέρεται συχνά στο βιβλίο της Ζορμπά, προέρχεται από το λατινικό colere, δηλαδή από την καλλιέργεια, και από εκεί έχουμε το θεολογικό culto. Στη γλώσσα μας, ωστόσο, διαθέτουμε τη λέξη πολιτισμός. Στην περίπτωση αυτή προτείνω να συνδέσουμε τον όρο αλυσιδωτά με το ομόρριζο τετράπτυχο: πόλη-πολιτισμός-πολιτική και, βέβαια, πόλεμος. Το τετράπτυχο δείχνει την καταγωγική και συντακτική ρίζα του θέματος η οποία μπορεί να αποδειχθεί χρήσιμη για την κατανόησή του. Θέλω να πω ότι μας εισάγει κατευθείαν στο πεδίο του ανταγωνισμού και των αντιθέσεων (πόλεμος). Δεν υπάρχει παραγωγή πολιτισμού έξω από το πεδίο των συγκρούσεων. Η ψευδαίσθηση της άρσης τους δεν είναι παρά μια αφελής ουτοπία. Αν είμαστε προσεκτικοί θα διαπιστώσουμε ότι η ιστορία των πόλεων είναι ακριβώς μια διαρκής απόπειρα μορφοποίησης των αντιθέσεων ή, για να χρησιμοποιήσω έναν διαφορετικό όρο, διακυβέρνησής τους. Και τα παραδείγματα αυτής της σχέσης πόλη-πόλεμος αφθονούν.

Ωστόσο, η συζήτηση για τον πολιτισμό στη χώρα μας συνδέεται με ένα δίπολο το οποίο αντλεί από τη λεξική σύγχυση ανάμεσα στον «τεχνητό πολιτισμό», όπως μεταφράζουμε τη civilization, και τον «πνευματικό πολιτισμό», όπως μεταφράζουμε την culture. Για τη διάκριση αυτή έγινε ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα μια έντονη συζήτηση στην Ευρώπη, η οποία κορυφώθηκε στις αρχές του 20ού, με σποραδικές εκφάνσεις στη χώρα μας οι οποίες, πάντως, θα έλεγα ότι βρίσκονται στον ιδρυτικό νοηματικό πυρήνα της «Γενιάς του ’30». Απέναντι σε αυτό το διακριτό δίπολο στις περισσότερες δυτικές κοινωνίες και γλώσσες, στη χώρα μας χρησιμοποιούμε συχνά την ίδια λέξη, «πολιτισμός», ή πιο πρόσφατα, «διαδικασίες πολιτισμού».

Τι σημαίνει αυτό; Από τη μια, μπορεί να θεωρηθεί ενδεικτικό μιας ελλιπούς αφομοίωσης του εκσυγχρονισμού στις πολιτιστικές μας συμπεριφορές και κατά συνέπεια καταδεικτικό μιας κρίσιμης εκκρεμότητας στο νεωτερικό πολιτιστικό σώμα της χώρας μας.

Από την άλλη, όμως, θα μπορούσε κανείς να αντιτείνει ότι η γλωσσική χρήση μιας και μόνο λέξης για τις δύο αυτές πολιτισμικές κατευθύνσεις του δυτικού κόσμου (πνευματική και τεχνική) –οι οποίες μάλιστα συνήθως αποκτούν ιεραρχικό χαρακτήρα– προϋποθέτει την προνομιούχα αντίληψη ότι ο πολιτισμός είναι ένα σώμα ενιαίο και αδιάσπαστο. Οι γλωσσικές χρήσεις, στην περίπτωση αυτή, δεν είναι μόνο τακτικές χειραγώγησης και οικειοποίησης μιας γλώσσας αλλά και συγκεκριμένων πολιτιστικών πρακτικών, συμπεριφορών και τρόπων ζωής. Όπως και να ’χει, πάντως, είναι σίγουρο ότι και οι δύο εκδοχές προϋποθέτουν διαφορετικού τύπου κοινωνίες ή, εν πάση περιπτώσει, κοινωνίες με διαφοροποιήσεις που δεν πρέπει να αγνοούμε.

Το 1964 ο Umberto Eco δημοσίευσε ένα δημοφιλές βιβλίο το οποίο απ’ τον τίτλο και μόνο μας εισάγει σ’ ένα καίριο δίλημμα: Apocalittici e integrati. Στα ελληνικά το βιβλίο μεταφράστηκε σε Κήνσορες και θεράποντες (Γνώση, 1994) και ανατρέχοντας στον πρωτότυπο τίτλο του μπορούμε να συμπληρώσουμε τον διαχωρισμό: εκείνοι που υιοθετούν μια αποκαλυπτική και αριστοκρατική στάση απέναντι στη μαζική κουλτούρα και τη «χυδαιότητα του πλήθους» και εκείνοι που πιστεύουν ότι τα νέα μέσα επικοινωνίας και έκφρασης διευρύνουν το πολιτιστικό πεδίο και αναδιανέμουν σε όλο και περισσότερους τα προϊόντα του, εισάγοντας νέες μορφές λόγου και αντίληψης. Σχηματοποιώντας, οι κήνσορες ανατρέχουν για θεωρητική υποστήριξη στη Σχολή της Φραγκφούρτης και οι θεράποντες στον Marshall McLuhan και στις Μυθολογίες (1957) του Rolland Barthes.

Πράγματι, κάτι τέτοιο μας δείχνει ότι τη δεκαετία του 1960 εξακολουθούν να συγκρούονται δύο ιστορικές πολιτισμικές αφηγήσεις, δύο αφηγηματικά σχήματα απέναντι στον πολιτισμό. Το πρώτο έχει να κάνει με μια δυσπιστία απέναντι στον «τεχνητό πολιτισμό», ο οποίος ταυτίζεται με τον Διαφωτισμό, στην πιο αισιόδοξη πλευρά του, και με τον μηδενισμό, στην πιο διαλυτική και καταστροφική εκδοχή του. Συμπληρωματικά σε αυτό το σύνθετο και εν μέρει παλίνδρομο φαινόμενο, αναπτύχθηκε από τις πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα μια αντίληψη που εξιδανίκευε τις προνεωτερικές μορφές πολιτισμού, δηλαδή εκείνες που συνδέονται με την εθνική παράδοση, το βυζαντινό μεσαιωνικό παρελθόν και την αρχαιότητα και βρίσκονται στο κέντρο της κουλτούρας (culture), δηλαδή του «πνευματικού πολιτισμού».

Στον αντίποδα βρίσκεται μια δεύτερη ιστορική αφήγηση η οποία προκρίνει τις διαδικασίες της νεωτερικότητας, όπως κι αν τις εννοεί κανείς, στο κέντρο των οποίων βρίσκεται η έννοια του «τεχνητού πολιτισμού». Στην περίπτωση αυτή η νεωτερικότητα αποτιμάται σαν κάτι θετικό, ενώ η ιστορικά συγκροτημένη πολιτιστική εικόνα και οι ιδιαιτερότητες της Ελλάδας σαν κάτι δύστροπο και προβληματικό. Η εκδοχή αυτή βασίζεται στην αντίληψη ότι οι πολιτιστικές διαδικασίες του νεωτερικού «τεχνητού πολιτισμού» οδηγούν σ’ έναν ανθρωπολογικό ατομοκεντρισμό και στον γενικευμένο εκμοντερνισμό των θεσμών, των συμπεριφορών και των τρόπων ζωής που είναι προϋπόθεση sine qua non για τη συγκρότηση μιας σύγχρονης κοινωνίας.

Αυτό είναι λοιπόν ένα πρώτο δίπολο ζεύγος που συνδέει τις πολιτισμικές πρακτικές και τις αντιλήψεις μας με τη νεωτερικότητα. Ο ένας πόλος κινείται με χαρακτηριστικά κήνσορα και ο άλλος θεράποντος. Η εδραίωση και η εξάπλωση των μεγάλων πόλεων θα είναι εκείνη που πριν απ’ οτιδήποτε άλλο θα θέσει τα νέα δεδομένα. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ομόρριζο τετράπτυχο πόλη-πολιτισμός-πολιτική-πόλεμος προτάσσω την πόλη. Ο πολιτισμός δεν παράγεται μόνο από την πόλη αλλά πλέον παράγει πόλη. Θέλω να πω ότι το φαινόμενο της μητρόπολης, που στις μέρες μας μετατρέπεται σε συνεχή πόλη-έδαφος, ορίζει το αχανές περιβάλλον των πολιτισμικών συμπεριφορών από το οποίο δεν διαφεύγει κανείς, ούτε ο κάτοικος της εξώπολης ή ενός παραμεθόριου οικισμού.

 

ΙΙΙ

Επιλέγω να σταθώ σε δύο βασικούς τύπους αντίληψης του πολιτισμού, που φαίνεται να είναι ισχυροί και στη χώρα μας. Ο πρώτος έχει να κάνει με την αντίληψη του πολιτισμού ως μνήμη, που μας χαρακτηρίζει ιδιαίτερα, εφόσον είμαστε μια χώρα με πλούσιο ιστορικό και πολιτισμικό παρελθόν με το αντίστοιχο, βέβαια, διογκωμένο φαντασιακό. Η προτεραιότητα της μνήμης έχει ορισμένα αναγνωρίσιμα παράγωγα και παρεπόμενα. Πρώτο ανάμεσα σε αυτά είναι η καθιέρωση ενός αξιολογικού συστήματος, μέσα από το οποίο ο πολιτισμός γίνεται αντιληπτός ως ένα σύστημα αξιών, το οποίο βασίζεται στη διαπραγμάτευση, στην ιεράρχηση και την επιλογή. Στην περίπτωση αυτή, τον βασικότερο ρόλο τον διαδραματίζουν οι κοινωνικοί θεσμοί, οι οποίοι επιλέγουν εκείνο το πολιτισμικό κατάλοιπο που αξίζει να διατηρηθεί, να αποθηκευτεί και να διανεμηθεί, δηλαδή τα κείμενα, τα ίχνη και τα μνημεία που συστήνουν έναν Κανόνα. Υπ’ αυτή την έννοια, η αντίληψη του πολιτισμού που δίνει προτεραιότητα στη μνήμη χαρακτηρίζεται από έναν τέτοιο τριπλό αξιολογικό δεσμό: ο πολιτισμός ως ίχνος, ο πολιτισμός ως κείμενο και ο πολιτισμός ως μνημείο. Στο πλαίσιο αυτού του τριπλού δεσμού, οι θεσμοί (λ.χ. της Πολιτιστικής Διακυβέρνησης, της Εκπαίδευσης, του Μουσείου, της Θρησκείας, των Κομμάτων κ.λπ.) είναι εκείνοι που καλούνται συνεχώς να ρυθμίσουν τη διάκριση εκείνου που πολιτισμικά θεωρείται «αξιόλογο» ή «υψηλό» από εκείνο που θεωρείται «ευτελές» και «αδιάφορο». Αυτή είναι σήμερα η πλέον ηγεμονική αντίληψη στη χώρα μας, από την οποία αντλούν πολλές από τις πολιτισμικές παθογένειες που περιγράφει η Ζορμπά στο βιβλίο της.

Ο δεύτερος τύπος που μοιάζει πιο σύγχρονος, αντιμετωπίζει τον πολιτισμό ως ένα επικοινωνιακό δίκτυο ή κύκλωμα. Πολιτισμός είναι μια κυκλοφορία περιεχομένων: Δηλαδή, οι ιδέες, τα στιλ, οι μορφές δημιουργικότητας, οι συμπεριφορές, οι περιβόητες «τέχνες του πράττειν» και το γούστο. Εδώ πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα ένα φαινόμενο υποτιμημένο στη χώρα μας, το φαινόμενο της μόδας. Ο εφήμερος χαρακτήρας και η διαρκής μεταβατικότητα της μόδας αποτελεί αντιπροσωπευτικό παράδειγμα το οποίο εκφράζει προγραμματικά την αστάθεια μιας τέτοιας αντίληψης του πολιτισμού. Αυτή την κατεύθυνση ενισχύουν και οι νέες μορφές ζωής και εργασίας καθώς και η διασπορά των πρακτικών της επιμέλειας (curating) σε όλα τα πολιτισμικά πεδία.

Όπως αντιλαμβάνεστε, στην περίπτωση αυτή έχουμε μια οριζόντια αντίληψη με ιογενή χαρακτήρα, η οποία διαφοροποιείται από την προηγούμενη κάθετη αντίληψη η οποία βασίζεται σε θεσμούς οι οποίοι είναι υποχρεωμένοι να επανεισάγουν διαρκώς ένα σύστημα ιεραρχήσεων και να οργανώνουν τον τρόπο με τον οποίο παράγονται, αξιολογούνται και προβάλλονται τα πολιτιστικά προϊόντα τα οποία ορίζουν ως «αγαθά».           Νομίζω ότι αυτοί είναι οι δύο προεξάρχοντες τύποι μέσα από τους οποίους αντιλαμβανόμαστε σήμερα τον πολιτισμό, χωρίς να λείπουν οι διαφοροποιήσεις, οι συνδυασμοί και οι συγκρούσεις, οι οποίες συχνά διατηρούν λανθάνοντα χαρακτήρα.

Η Ζορμπά αναφέρει στο βιβλίο της μια σειρά παραδείγματα πολιτικών του πολιτισμού, τα οποία είναι πράγματι χρήσιμα. Αντλώντας, όμως, από τη συνύπαρξή μας κατά τη διάρκεια των σπουδών στη Ρώμη, θα ήθελα να αναφερθώ στην πολιτιστική εμπειρία της Estate Romana, όπως ονομάστηκε, και σχεδίασε από το 1976 έως το 1985 ο αρχιτέκτονας και αντιδήμαρχος πολιτισμού της Ρώμης Renato Nicolini κατά τη διάρκεια της αριστερής δημαρχίας του μεγάλου ιστορικού της τέχνης Giulio Carlo Argan. Effimero metropolitano ήταν το προκλητικό αλλά και αινιγματικό σύνθημα των εκδηλώσεων, με την έννοια που είχε το εφήμερο και οι δημόσιες χωρικές δομές των γιορτών κατά την περίοδο του μπαρόκ, ιδιαίτερα στη Ρώμη. Με λίγα λόγια, όχι εκείνο που χάνεται, αλλά εκείνο του οποίου διατηρούμε τα μνημονικά ίχνη.

Ένα τέτοιο πρόγραμμα πολιτικής του πολιτισμού ήταν φυσικό να προκαλέσει έναν ζωηρό διεθνή διάλογο σχετικά με τους τρόπους πολιτιστικής δράσης της τοπικής αυτοδιοίκησης και τη διοργάνωση εκδηλώσεων για ένα ευρύ κοινό, οι οποίες έχουν οριζόντιο χαρακτήρα και όχι κάθετο, αντιστρέφοντας το αρνητικό πρόσημο που συνόδευε έως τότε τη μαζική κουλτούρα και εκείνο που οι Adorno και Horkheimer αποκάλεσαν «πολιτιστική βιομηχανία».

Το αναφέρω γιατί εκεί είχαμε για πρώτη φορά και σε τέτοια κλίμακα την κατάλυση του πολιτιστικού συγκεντρωτισμού –που αποτελεί παραδοσιακό προνόμιο των ελίτ– αλλά και της αυξανόμενης περιθωριοποίησης των προαστίων της πόλης. Ένας τέτοιος διπλός στόχος επιχειρήθηκε μέσα από την αμοιβαία σύντηξη της «δύσκολης» υψηλής και λόγιας κουλτούρας με τις νεότερες όσο και τις παραδοσιακές μορφές λαϊκού πολιτισμού – ένας διαχωρισμός που έχει ισχυρά ερείσματα και παρεπόμενα στη χώρα μας. Μην ξεχνάμε άλλωστε ότι η λαϊκή κουλτούρα είναι εκείνη που δίνει τη δυνατότητα στον υποτιθέμενο παθητικό «καταναλωτή» να αναπτύξει δημιουργικές ικανότητες και να μετατραπεί σε επινοητικό παραγωγό πολιτισμού.

 

IV

Έρχομαι τώρα στις προϋποθέσεις των αλλαγών που γίνονται σήμερα. Για τον σκοπό αυτό επιτρέψτε μου να ανατρέξω στη Hannah Arendt την οποία αναφέρει και η Ζορμπά στο βιβλίο της. Στην Ανθρώπινη κατάσταση (1958) η Arendt κάνει μια τριμερή διάκριση ανάμεσα στις ανθρώπινες δραστηριότητες του μόχθου, της εργασίας και της πράξης. Συνοψίζω: ο μόχθος (labour) είναι η αναπαραγωγή της βιολογικής ζωής, η φυσική και βιολογική διάσταση της ανθρώπινης ύπαρξης· η εργασία (work) είναι η αναπαραγωγή των τεχνητών πραγμάτων και συμπυκνώνεται στο αρχέτυπο του Homo faber· και, τέλος, η πράξη η οποία είναι συνώνυμο της πολιτικής και της δημόσιας σφαίρας.

Αν προσέξουμε θα διαπιστώσουμε ότι στις μέρες μας η έννοια του μόχθου υπερέχει έναντι των άλλων δύο. Δηλαδή, δεν έχουμε μόνο παραγωγή πραγμάτων και εμπορευμάτων αλλά και πληροφορίας, επικοινωνίας, γλώσσας, συμπεριφορών, γνώσης και, εν γένει, συνθηκών ζωής. Όλα αυτά τείνουν στην παραγωγή υποκειμενικότητας. Ακριβώς αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή που γίνεται στον πολιτισμό την οποία καλούμαστε να επεξεργαστούμε με σύγχρονους όρους και όχι ανατρέχοντας σε κριτήρια και εργαλεία του παρελθόντος. Πρόκειται για ένα πεδίο ραγδαίων μεταβολών οι οποίες μας διαφεύγουν την ίδια στιγμή που τις συζητάμε και εντάσσονται στο γενικότερο φαινόμενο του μεταφορντισμού. Επαναλαμβάνω ότι το κύριο προϊόν αυτών των μεταβολών είναι η παραγωγή της υποκειμενικότητας.

Πού έγκειται η κύρια διαφοροποίηση που μας αφορά εδώ; Ενώ στις αρχές του 20ού αιώνα ήταν σαφής ο διαχωρισμός ανάμεσα στο Εργοστάσιο, που οριοθετούσε τον χώρο της εργασίας και της παραγωγής, και στο Μουσείο, που αποτελούσε καθαγιασμένο τόπο πολιτιστικής ενατένισης, σήμερα ο διαχωρισμός αυτός έχει σβήσει. Οι περισσότερες από τις νέες μορφές παραγωγής σχετίζονται με ό,τι αποκαλούμε πολιτισμό και τα προϊόντα της νέας «πολιτιστικής οικονομίας». Εξάλλου, την αμοιβαία διάχυση Εργοστασίου και Πολιτισμού πριμοδότησαν εξαρχής οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες της αρχής του 20ού αιώνα.

Εκείνο, λοιπόν, που αντιμετωπίζουμε σήμερα με πρόδηλη αμηχανία και δυσκολία είναι αυτή ακριβώς η αλλαγή παραδείγματος, η οποία προσδίδει στην πολιτική του πολιτισμού βιοπολιτικά χαρακτηριστικά. Αυτή ακριβώς η βιοπολιτική διάσταση μας καλεί να αναθεωρήσουμε τις πολιτικές όσο και τις πρακτικές του πολιτισμού σε όλη την πολυμορφία τους, ώστε να επαναπροσδιορίσουμε με σύγχρονους όρους εκείνο που ο Michel de Certeau αποκάλεσε «μουρμουρητό των κοινωνιών». Αυτό, άλλωστε, είναι και ένα από τα πολιτικά ερωτήματα της εποχής μας.

 

Το κείμενο αυτό αποτελεί απόδοση της προφορικής παρέμβασης στη συζήτηση με θέμα «Ποια πολιτική για τον πολιτισμό στην Ελλάδα της Κρίσης; Πού ήμασταν και πού πάμε;» (ομιλητές: Αυγουστίνος Ζενάκος, Μάρθα Μιχαηλίδου, Γιάννης Παπαθεοδώρου, Γιώργος Τζιρτζιλάκης, Μυρσίνη Ζορμπά· συντονίστρια: Μικέλα Χαρτουλάρη, Θέατρο των Εξαρχείων, 17.3.2014). Η εκδήλωση πραγματοποιήθηκε με την ευκαιρία της έκδοσης του βιβλίου της Μυρσίνης Ζορμπά Πολιτική του πολιτισμού. Ευρώπη και Ελλάδα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα.

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

  ΧΡΟΝΟΣ 17 (09.2014)