η σιωπή ακολουθεί πάντα τη μουσική

 

Claudio Abbado (26 Ιουνίου 1933–20 Ιανουαρίου 2014)

 

Γιώργος Φλωράκης

 

«Ο όρος “σπουδαίος μαέστρος” δεν έχει κανένα νόημα για μένα.
Είναι ο συνθέτης που είναι σπουδαίος»

 

Η εποχή που ζούμε χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από μια σειρά συνεχών ανεξάρτητων –ίσως και ασυνάρτητων– μονολόγων, ειδικά από κάθε είδους πρόσωπα κύρους. Από την άλλη πλευρά, ένας πολύ σημαντικός άνθρωπος, ο Claudio Abbado, θεωρούσε ότι «το να ακούμε είναι το πιο σημαντικό πράγμα. Να ακούμε ο ένας τον άλλον, να ακούμε αυτό που λένε οι άνθρωποι, να ακούμε μουσική». Και τελικά, αυτό αναδεικνύεται σε πράξη επαναστατική, σε πράξη που μπορεί να αλλάξει τον κόσμο: Ακούω προσεκτικά. Και όταν μιλώ, όταν πράττω, συμπεριλαμβάνω στον λόγο και τις πράξεις μου την οικουμενικότητα.

Ο Claudio Abbado αποφάσισε από πολύ μικρός να διευθύνει ορχήστρα. Ήταν κάτω από δέκα ετών όταν άκουσε για πρώτη φορά ζωντανά τα Νυκτερινά του Debussy και καθώς ο πατέρας του, ο Michelangelo Abbado, ήταν βιολονίστας και συνθέτης, είχε στη συνέχεια την ευκαιρία να παρακολουθήσει στη γενέτειρά του, το Μιλάνο, πρόβες ορχήστρας με διευθυντές όπως ο Arturo Toscanini και ο Wilhelm Furtwängler. Μάλιστα, ο δεσποτικός τρόπος συμπεριφοράς του Furtwängler τον είχε ενοχλήσει τόσο, που αποφάσισε από πολύ νωρίς να συμπεριφέρεται με απόλυτο σεβασμό και αγάπη στους μουσικούς κάθε ορχήστρας που θα διηύθυνε, συμπεριφορά που ακολούθησε μέχρι το τέλος της ζωής του.

Μετά από πολλά χρόνια σπουδών, βραβείων και τιμητικών διακρίσεων, ο Abbado έκανε το ντεμπούτο του στη Σκάλα του Μιλάνου το 1960, όπου και εργάστηκε ως καλλιτεχνικός διευθυντής από το 1968 μέχρι το 1986. Εκεί, δεν ασχολήθηκε μόνο με το ιταλικό ρεπερτόριο αλλά κάθε χρόνο φρόντιζε να παρουσιάζει μία όπερα του 20ού αιώνα αλλά και ορχηστρικά έργα, ειδικά του Alban Berg και του Modest Mussorgsky, στους οποίους αφιέρωσε σειρές συναυλιών. Στη Βιέννη διηύθυνε για πρώτη φορά τη Φιλαρμονική της πόλης το 1965, και από το 1986 μέχρι το 1991 ήταν διευθυντής της Κρατικής Όπερας. Στο Λονδίνο δούλεψε με την ορχήστρα Halle και τη Συμφωνική της πόλης, ενώ στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού βρέθηκε για να διευθύνει τη Συμφωνική του Σικάγου από το 1982 μέχρι το 1986. Όμως, μία από τις μεγαλύτερες στιγμές στην καριέρα του ήταν όταν, το 1989, διαδέχθηκε τον Herbert von Karajan στη Φιλαρμονική του Βερολίνου. Ήδη από το 1998 είχε δηλώσει ότι δεν θα ανανέωνε το συμβόλαιό του στη μεγάλη αυτή ορχήστρα και ότι το 2002 –που αυτό έληγε– θα έφευγε οριστικά. Στην εποχή της απόλυτης ωριμότητας πλέον, ο Abbado ένιωθε καλύτερα με ορχήστρες νέων μουσικών που δημιουργούσε ο ίδιος, όπως ήταν η Ορχήστρα Νέων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και η Ορχήστρα Νέων Gustav Mahler.

Κατά τη διάρκεια της ζωής του, ο Claudio Abbado ηχογράφησε έργα από όλες τις εποχές της λόγιας μουσικής. Αντίθετα από ό,τι θα περίμενε κανείς από έναν Ιταλό μαέστρο, να μείνει δηλαδή προσκολλημένος στην παράδοση της ιταλικής όπερας, και παρά τη σπουδαία ηχογράφηση του Simon Boccanegra με τους Piero Capuccilli, Nicolai Ghiaurov και Mirella Freni, ο Abbado ηχογράφησε εξαιρετικά τις Συμφωνίες του Mahler, ειδικά την Τρίτη, την Έκτη και την Ενάτη, τις Συμφωνίες του Schubert –με την Ορχήστρα Δωματίου της Ευρώπης– αλλά και πολλά ακόμη έργα από διαφορετικές εποχές. Εξαιρετικές ήταν οι ερμηνείες του στις Σκηνές από τον Φάουστ του Schumann, το Te Deum του Berlioz, τον Boris Godunov του Mussorgsky. Ιδιαίτερα παράξενο ήταν το γεγονός ότι οι δύο ηχογραφήσεις του στις Συμφωνίες του Beethoven πέρασαν απαρατήρητες. Δύο κύκλοι, τόσο με τη Φιλαρμονική της Βιέννης, όσο και με αυτήν του Βερολίνου, δεν βρήκαν ιδιαίτερη ανταπόκριση από κοινό και κριτικούς. Όμως, δεν είναι λίγες οι φορές στην ιστορία της λόγιας μουσικής που ερμηνείες ανακαλύπτονται μετά από πολλά χρόνια. Εκεί όμως που ο Abbado τα κατάφερε όσο κανείς ίσως άλλος μαέστρος της γενιάς του, ήταν στη μουσική του 20ού αιώνα. Ένας σπουδαίος Wozzeck αλλά και πολλά ακόμη έργα του Alban Berg, ένα εξαιρετικό Gruppen του Stockhausen αλλά και το έργο που τον ώθησε στη μουσική, τα Νυκτερινά του Debussy μαζί με τη Δεύτερη Σουίτα από το έργο Δάφνις και Χλόη του Ravel, αποτελούν μία από τις καλύτερες ηχογραφήσεις του.

Θα μπορούσαν να γραφτούν σελίδες επί σελίδων για καθεμιά από τις ηχογραφήσεις του Claudio Abbado. Όμως όσο σημαντικό κι αν είναι το σώμα των ηχογραφήσεων, και ευρύτερα των ερμηνειών του, ίσως το πιο σπουδαίο στοιχείο, αυτό που τον μετατρέπει από σπουδαίο μαέστρο σε μία από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες της μουσικής του 20ού αιώνα, είναι όχι μόνο το πάθος αλλά η υπομονή και η αγάπη με την οποία δίδαξε τους νέους μουσικούς, αφήνοντας έτσι πολύτιμη παρακαταθήκη για τις επόμενες γενιές. Ο Claudio Abbado έφυγε λίγο καιρό μετά τα ογδοηκοστά του γενέθλια, στις 20 Ιανουαρίου 2014, αφήνοντας πίσω του τον κόσμο πολύ πιο πλούσιο απ’ ό,τι τον βρήκε. 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)