Ο «αναθεωρητισμός» στην κολυμπήθρα του Σιλωάμ

 

Οι πόλεμοι της μνήμης συνεχίζονται: αναθεωρητισμός και Δημόσια Ιστορία

 

Χάγκεν Φλάισερ

 

Δημόσια ιστορία και αναθεωρητισμός – θα επιχειρήσω μια έμπρακτη προσέγγιση των δύο όρων. Η Δημόσια Ιστορία, μετάφραση του Public History, είναι σχετικά νέα έννοια. Ο όχι και τόσο σαφής επιθετικός προσδιορισμός λειτουργεί κυρίως διά του αποκλεισμού, αφού δεν περιλαμβάνει το εσωστρεφές ακαδημαϊκό κομμάτι της ιστορικής κουλτούρας –την έρευνα και τη διδασκαλία στα αμφιθέατρα–, αλλά διεκδικεί περίπου όλα τα υπόλοιπα. Με αρκετή επιτυχία άλλωστε, εφόσον η Δημόσια Ιστορία είναι ικανή να θεμελιώνει ή και να κλονίζει συλλογικές ταυτότητες, γνήσιες και κάλπικες, αφού δεν παράγεται μόνο για το συγκεκριμένο σύνολο, αλλά και μαζί με αυτό.

Σε αντιπαραβολή με την παραδοσιακή ιστοριογραφική επιστήμη, η Δημόσια Ιστορία καλύπτει περισσότερα πεδία και έχει συχνά διεπιστημονικό χαρακτήρα, αφού –επωφελούμενη από την τεχνολογική επανάσταση στον τομέα μετάδοσης της γνώσης με νέες μεθόδους και με μη παραδοσιακούς φορείς– διαθέτει πολλούς και ποικίλους διαμεσολαβητές. Συμπεριλαμβάνεται σε μεγάλο βαθμό και η πρωτοβάθμια και η δευτεροβάθμια εκπαίδευση: το επίμαχο εγχειρίδιο της ΣΤ΄ Δημοτικού αναγορεύτηκε «σταθερός πρωταγωνιστής της δημόσιας ζωής από τις πρωινές ζώνες των τηλεοπτικών και ραδιοφωνικών συχνοτήτων, τα κεντρικά δελτία ειδήσεων, τις εφημερίδες και τα περιοδικά, αλλά και από τους άμβωνες των εκκλησιών» (Χ. Εξερτζόγλου, Σύγχρονα Θέματα, Απρίλιος-Ιούνιος 2007).

Εν γένει, «Δημόσια Ιστορία είναι ό,τι τριγύρω μας αφηγείται κάτι για το παρελθόν», ό,τι «διακυβεύεται σε επίπεδο κοινής γνώμης γύρω από κρίσιμα εθνικά και πολιτικά ζητήματα του παρελθόντος» –στη μικρή και τη μεγάλη οθόνη, σε δημοσιογραφικές έρευνες και κινηματογραφικές ταινίες, σχολικά εγχειρίδια και λογοτεχνικά βιβλία, μνημεία και επετειακές εκδηλώσεις, μέχρι τις συζητήσεις αυτοπτών μαρτύρων με ένα ευρύτερο κοινό π.χ. στα εκπαιδευτικά ιδρύματα– εφόσον μας επιτρέπουν να εξετάσουμε τη σχέση που διατηρεί η σύγχρονη κοινωνία με το παρελθόν. (Πρβλ. Χ. Φλάισερ, Οι πόλεμοι της μνήμης. Ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος στη Δημόσια Ιστορία, 4η έκδ., Νεφέλη, Αθήνα 2012, εκεί και τεκμηρίωση των παραθεμάτων.)

Με αυτόν τον σκοπό οργάνωσα, στις 29 Μαΐου 2012, σε ένα ασφυκτικά γεμάτο αμφιθέατρο της Φιλοσοφικής Σχολής, εκδήλωση στο πλαίσιο μεταπτυχιακού σεμιναρίου, με άξονα την προσωπική εμπειρία τεσσάρων Ελληνοεβραίων που επέζησαν από την Κατοχή: ένας από το Άουσβιτς, οι άλλοι ως κρυμμένα παιδιά. Αφορμή για την εκδήλωση στάθηκε η τηλεοπτική συνέντευξη του αρχηγού της Χρυσής Αυγής, που μόλις –ανάμεσα στις δύο εκλογές– είχε αμφισβητήσει τη γενοκτονία των Εβραίων.

Ένα από το μεγαλύτερα προβλήματα της δημόσιας ιστορίας έγκειται στη μόνιμη προσπάθεια πολλών πολιτικών, αλλά και «δημόσιων ιστορικών», να βρουν ιστορικό άλλοθι για τις ανάγκες της επίκαιρης πολιτικής. Στον βαθμό που η ναζιστική Γερμανία παραμένει το αρχέτυπο ενός καθεστώτος καταστροφής και γενοκτονίας, ο οποιοσδήποτε εισβολέας, παραβάτης ή απλώς εσωτερικός αντίπαλος, μπορεί να παραβληθεί με τον Α. Χίτλερ, ο κάθε προπαγανδιστής με τον Γ. Γκαίμπελς (έστω περιφρονητικά ως «γκαιμπελίσκος») και η οποιαδήποτε σφαγή (έστω απειλούμενη) μπορεί να καταγγελθεί ως γενοκτονία ή ολοκαύτωμα. Όσο μεγαλώνει η χρονική απόσταση που μας χωρίζει από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ παράλληλα συρρικνώνεται η άμεση γνώση της πραγματικής έκτασης των εγκλημάτων που διεπράχθησαν τότε, ο Χίτλερ σταδιακά μετατρέπεται από συγκεκριμένη ιστορική μορφή σε μεταφορική έννοια του κακού, μια εκκοσμικευμένη εκδοχή του Σατανά – και μάλιστα με ονοματεπώνυμο. Εξέχοντα παραδείγματα μας προσφέρει η εξωτερική πολιτική των Η.Π.Α., κυρίως επί Μπιλ Κλίντον και Τζορτζ Γ. Μπους, με τη συνεχή κατασκευή «νέων Χίτλερ» (Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς, Σαντάμ Χουσεΐν κ.λπ.).

 

σελ. 1 (από: 4) ΧΡΟΝΟΣ 01 (05.2013) < προηγ. άρθρο     |     επόμ. σελίδα >