η πόλη ως βιωμένη εμπειρία

 

Ο ποιητής Γιάννης Δούκας ζει και δημιουργεί
"στα προσεχώς ερείπια και μπάζα, ζητώντας φως, ενέργεια και μάζα".
Μια ιστορική ανάγνωση της ποιητικής συλλογής Το Σύνδρομο Σταντάλ (Πόλις, 20131)

 

Άννα Μαρία Δρουμπούκη

 

Δεν ήταν εύκολο να γραφτεί αυτό το κείμενο καθώς οι σχέσεις μου με την ποίηση είναι ακαθόριστες, ρευστές και ασταθείς. Δεν είμαι η κατάλληλη να μιλήσω για ποίηση, νιώθω αμηχανία μιλώντας για κάτι που κατέχω καθαρώς ερασιτεχνικά, αλλά μπορώ να μιλήσω για τον χώρο και τη μνήμη, το κατεξοχήν πεδίο μου που αγγίζει τα όρια της παρελθοντολαγνείας. Όπως ο Γιάννης, έτσι κι εγώ από διαφορετική σκοπιά περιδιαβαίνω την πόλη μου, αλλά και άλλες πόλεις, ανιχνεύοντας την παρουσία μιας άλλης εποχής, της περιόδου της Κατοχής. Μέσα από αυτές τις χωρικές διαδρομές τόσων χρόνων για την έρευνά μου, έμαθα πως ο χώρος δεν αντιπροσωπεύει αυτό που όλοι νομίζουμε, το αμετάβλητο, το σταθερό. Η συλλογική μνήμη κυριολεκτικά εγκαθιδρύει τον χώρο, η πόλη γεννιέται και χάνεται σε κάθε μικρή και μεγάλη τέλεση.2

Μέσα από την πράξη της περιδιάβασης, ο χαρτογραφημένος χώρος μετασχηματίζεται σε έναν τόπο με νόημα και μνήμη. Έτσι, το ίδιο αστικό τοπίο εμπεριέχει πολλούς τόπους που ορίζονται μέσω της χρήσης, της φαντασίας και των ποικίλων πολιτισμικών πρακτικών.3 Ο Γιάννης κάνει βόλτες κυριολεκτικές και φαντασιακές σε πόλεις όπως η Αθήνα, το Λονδίνο, το Δουβλίνο, η Βουδαπέστη, το Βερολίνο, η Βαρκελώνη. Είναι ένας ποιητής του βάθους, που αναζητά τον «τρύγο του καιρού», όπως γράφει στο «Προσεχώς ερείπια». Ανοίγει εγκάρσιες τομές στην εποχή του, οι βόλτες του είναι ανασκαφές. Αναρωτιέται «τι χτίζω; Κάτι που θ’ αντιστέκεται στη σκόνη ή που σωρεύει σκόνη παραπάνω» («Μετά τα ποικίλματα»); Μια φράση που με άγγιξε πολύ όσο διάβαζα την πρώτη μορφή του κειμένου του τον Μάιο στο Βερολίνο. Σε αυτή την πόλη που αποτελεί καθοριστικό σταθμό της προσωπικής και ερευνητικής μου πορείας, μού έστειλε ο καλός μου φίλος ποιήματα που χτύπησαν νεύρο και ευαίσθητες χορδές. Και πώς να μην προκαλέσουν σ’ εμένα, την ιστορικό, έντονα συναισθήματα φράσεις όπως «θα ζήσουμε μπαλώνοντας τις τρύπες της ιστορίας» («Επιτάφιος»); Είχα χρόνια να διαβάσω ποίηση που θα άγγιζε με τις λέξεις της μέσα μου το ανείπωτο, αυτό που δεν μπορεί να εκφραστεί. Όσα διάβασα τότε μου θύμιζαν τα λόγια του Ίταλο Καλβίνο, «Μια πόλη δεν μιλάει για το παρελθόν της, ωστόσο το περιέχει όπως μια παλάμη τις γραμμές της». Η ιστορία της πόλης ξεδιπλώνεται μπροστά στον περιπατητή, εκείνον που με υπομονή ψηλαφίζει τα πολλαπλά της παλίμψηστα, που ιχνηλατεί τα μνημεία, τα οδωνυμικά, τις επιγραφές, τα γκράφιτι και τις βιτρίνες των καταστημάτων. Μια χορογραφία υπαινικτική, μέσα από σιωπές και περισυλλογή, που παγιώνει χωρικές συσχετίσεις και ανακαλεί το παρελθόν.

Ο ίδιος ο Γιάννης έχει δηλώσει σε μια πρόσφατη συνέντευξή του: «Την Αθήνα την αγαπάω, είναι η πόλη μου, με τρέφει τρώγοντάς με, αλλά με τρέφει. Ειδικά σε αυτό το βιβλίο, η Αθήνα είναι η έμπνευσή μου. Και μόνο ότι περπατάω σε αυτούς τους δρόμους, είναι το έναυσμα».4

Είναι και εκείνος, όπως κι εγώ, μέλος της λεγόμενης γενιάς του πρεκαριάτου, που επέλεξε να μείνει εδώ και να δημιουργήσει σε αυτή την πόλη, «στα προσεχώς ερείπια και μπάζα ζητώντας φως, ενέργεια και μάζα».

Ο Γιάννης αναφέρεται συχνά στον δημόσιο χώρο μέσα απ’ το έργο του καθώς και στις πόλεις της «ρευστής νεωτερικότητας» για να χρησιμοποιήσω τον όρο του Ζίγκμουντ Μπάουμαν, που περιγράφει πόλεις οι οποίες έχουν πάψει να εξαρτώνται από μόνιμες εγκαταστάσεις και εδραιωμένες σχέσεις. Από την πόλη-οθόνη στην πόλη-σκηνή λοιπόν, εκεί όπου τελείται και επιτελείται η συλλογική μνήμη.5 Γιατί διατηρούμε τα ερείπια, γιατί δημιουργούμε μνημεία, μουσεία και καθαγιάζουμε το παρελθόν καθιστώντας το μουσειακό είδος; Ίσως θα πρέπει να σκεφτούμε πως επικαιροποιούμε το παρελθόν γιατί έχουμε επίγνωση της ίδιας μας της θνητότητας, του δικού μας τέλους. Θέλουμε να προστατευτούμε από τον τρόμο του χρόνου, χτίζουμε μνημεία, αγάλματα, προτομές για να δώσουμε νόημα στη ζωή μας στον σύγχρονο κόσμο. Το έχει πει και ο πρωτεργάτης των Σπουδών Μνήμης Πιερ Νορά, μια κατασκευασμένη ιστορία όλο και περισσότερο αντικαθιστά την πραγματική μνήμη. Ή αλλιώς, όπως το γράφει ο Γιάννης «στεφάνους καταθέτουμε και κλαίμε, μα είμαστε ό,τι θάβουμε, ό,τι καίμε» («Επιτάφιος»).

Ο Βιμ Βέντερς έχει γράψει πως «μια πόλη ορίζεται από τον λανθάνοντα αντίκτυπό της στη μνήμη σου».6 Η μνήμη της πόλης συγκροτείται μέσα απ’ τα μνημεία της, αυτό θέλει να πει ο Βέντερς, ο οποίος γύρισε την κατεξοχήν ταινία για μια πόλη που δεν είχε προλάβει να χωνέψει ακόμα τις μετασοσιαλιστικές αλλαγές που σηματοδότησε η πτώση του Τείχους, τα Φτερά του Έρωτα (Der Himmel über Berlin). Στο βιβλίο παρελαύνουν ο Γρηγόριος Ε΄, ο Απόλλων και η Αθηνά, ο Κολοκοτρώνης, ο Παλαμάς, η Άπτερος Νίκη που βρίσκεται όπως έμαθα στην Πανεπιστημίου, μεταξύ των οδών Αρσάκη και Σανταρόζα στην άγνωστη σ’ εμένα και σε πολλούς Αθηναίους πλατεία Τερτσέτη και Πολυζωίδη, ο γνωστός μας Δρομέας, ο Περικλής και ο Θησέας στην πλατεία Κοτζιά, το μνημείο των πεσόντων αεροπόρων στην πλατεία Καραϊσκάκη, και τόσα άλλα μνημεία και αγάλματα που δεν γνωρίζουμε στην τοπογραφία της ίδιας μας της πόλης. Ξεχωριστή θέση στην αφήγηση κατέχει το Μνημείο της Εθνικής Συμφιλίωσης του Βασίλη Δωρόπουλου στην πλατεία Κλαυθμώνος, που δημιουργήθηκε το 1989, χρονιά κατά την οποία η Βουλή κηρύσσει την εθνική συμφιλίωση, σαράντα χρόνια από τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου και υπερψηφίζεται το νομοσχέδιο για την «άρση των συνεπειών του Εμφυλίου». Έτσι κατασκευάστηκε ένα νέο συμφιλιωτικό εθνικό αφήγημα, σύμφωνα με το οποίο οι πληγές του παρελθόντος έκλειναν στη βάση μιας στερεοτυπικής αντίληψης περί ισάριθμων θυμάτων και ίσων ευθυνών των δύο πλευρών.

Εντούτοις, κοιτάζοντας το ευρετήριο για να ταυτίσουμε αφηγήσεις και έργα τέχνης, βρίσκουμε επίσης τη γιγαντιαία αράχνη ύψους 30 μέτρων της Λουίζ Μπουρζουά, που ταξίδεψε σε πολλά μουσεία του κόσμου, τον κορμό της Ίριδας από το δυτικό αέτωμα του Παρθενώνα στο Βρετανικό Μουσείο, που θα είδε ο Γιάννης σε κάποια από τις πολλές επισκέψεις του στην αγαπημένη του πόλη, το Λονδίνο, ή το μνημείο για τις Διεθνείς Ταξιαρχίες δίπλα στο London Eye, φιγούρες ενωμένες με υψωμένες τις γροθιές που πήραν «θέση στο βαθύτατα επείγον που είναι πάντα υπόθεση των λίγων» («Μονόδρομοι»).

Στις «Παροιμίες των κάτω Χωρών», ένα από τα μνημεία που πρωταγωνιστούν είναι το Μνημείο των Πυροσβεστών που χάθηκαν στη διάρκεια του λεγόμενου London Blitz, των βομβαρδισμών του Λονδίνου από τη γερμανική Λούφτβαφε στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Το Λονδίνο είχε ισοπεδωθεί σε μια σειρά θανάσιμων βομβαρδισμών επί 57 συνεχόμενες ημέρες, από την 7η Σεπτεμβρίου 1940. Περισσότερα από 1.000.000 σπίτια καταστράφηκαν και 40.000 πολίτες σκοτώθηκαν σε έναν απ’ τους ισχυρότερους βομβαρδισμούς του πολέμου. Το Μνημείο αυτό το έχω επισκεφτεί, σε μια από τις δικές μου μνημονικές αναζητήσεις στο Λονδίνο του πολέμου. Σε μια πρακτική παρόμοια με αυτήν του ποιητή μας, στον δικό μου χάρτη βρίσκονται πάντοτε προσημειωμένοι οι κατοχικοί τόποι μνήμης της εκάστοτε πόλης που επισκέπτομαι, και αυτό το γλυπτό παρουσίαζε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για μένα, καθώς λίγα έχουν γραφτεί για τους πυροσβέστες και την ηρωική τους συνδρομή στους βομβαρδισμούς μεγάλων πόλεων.

Διαβάζοντας το βιβλίο έψαξα εξονυχιστικά για τις ιστορίες πίσω απ’ τα εξιστορούμενα μνημεία. Στο γνωστό γλυπτό του Ροντέν Οι αστοί του Καλαί, που τιμά τη μνήμη των έξι κατοίκων του Καλαί, οι οποίοι, το 1346, κατά τη διάρκεια του Εκατονταετούς Πολέμου, δέχτηκαν εθελοντικά να θυσιάσουν τη ζωή τους για να σταματήσει η πολιορκία από τον βασιλιά της Αγγλίας, αναφέρονται οι «Άστεγοι αστοί». Στα «Ρούχα σαν αυτόχειρες» ξετυλίγονται μπροστά μας ιστορίες του παρελθόντος, άγνωστες πτυχές της μικροϊστορίας του πολέμου που χάνονται στο πέλαγος των μεγάλων αφηγήσεων για την περίοδο εκείνη. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα μνημείο αφιερωμένο στις γυναίκες του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, στο Whitehall του Λονδίνου, το οποίο απεικονίζει 17 διαφορετικές ενδυμασίες που συμβολίζουν τις ποικίλες δουλειές που ανέλαβαν οι γυναίκες στη διάρκεια του πολέμου, αναμένοντας τους άντρες τους να επιστρέψουν από το μέτωπο: «Της λες γυρνώ τα γιορτινά σου φόρα και πάλι με χαμόγελο στολίσου. Μα εκείνη ήταν ντυμένη τη στολή σου, δεύτερο δέρμα, κι αν τη βγάλει τώρα, αυτό που υπήρξε πώς θα ξαναγίνει, καπέλο, βέλο και φτηνή κολόνια; Πόλη βομβαρδισμένη και τα ψώνια με το δελτίο, χρόνια κηροζίνη και κάρβουνο».

Απ’ την άλλη, τα μνημεία «δεν έχουν πια το άλλοτε πανίερο και απαραβίαστο στάτους μαυσωλείων έξω από τη ζώσα κοινωνία, αλλά τείνουν να ενσωματώνονται σε αυτήν ως μεστά νοήματος σημεία επαφής με την πραγματικότητα».7 Αυτό προσπάθησε να κάνει και ο καλλιτέχνης Άντονυ Γκόρμλεϋ δημιουργώντας ένα δρώμενο στην Trafalgar Square, όπου ο καθένας διεκδικούσε τα δικά του 15 λεπτά δημοσιότητας πηδώντας από έναν ψηλό μνημειώδη πλίνθο. Στο «Δοκίμιο περί δημόσιας τέχνης» αναπαρίσταται αυτή η μεταμοντέρνα τελετή, με δηκτικό τρόπο.

Στο βιβλίο συναντάμε και το αντιμνημείο για το κάψιμο των βιβλίων στην Bebelplatz του Βερολίνου. Τα αντιμνημεία (countermonuments) ανατρέπουν την παραδοσιακή αντίληψη περί μνημείου, έχοντας ποικίλες συνδηλώσεις που υπερβαίνουν την τυπική μνημειακή λειτουργικότητα στο πλαίσιο του «καθήκοντος για μνήμη» (devoir à memoire). Νέοι καλλιτέχνες θέλησαν να αποδομήσουν την έννοια της βαριάς και στομφώδους μνημειακότητας, έτσι όπως αναπαραγόταν από τα παραδοσιακά μνημεία και επινόησαν την έννοια του αντιμνημείου που είναι εφήμερο, αναλώσιμο και «επιστρέφει» το φορτίο της μνήμης πίσω στον επισκέπτη. Το μνημείο στην Bebelplatz του Βερολίνου κατασκευάστηκε το 2000. Στην πλατεία εκείνη, στις 10 Μαΐου 1933, έλαβε χώρα με διαταγή του υπουργού Προπαγάνδας του Ράιχ Γκαίμπελς το περιβόητο κάψιμο περίπου 20.000 «ανεπιθύμητων» βιβλίων. Στη μέση της πλατείας ένα διπλό τζάμι καλύπτει μια ανεστραμμένη και ενσωματωμένη στο έδαφος βιβλιοθήκη, στην οποία όμως δεν υπάρχουν βιβλία. Η απουσία τους υποδηλώνει τη σκοταδιστική κίνηση του καψίματος των βιβλίων. Η χαραγμένη ρήση του Χάινριχ Χάινε πως όποιος καίει βιβλία θα κάψει και ανθρώπους επιτυγχάνει να δημιουργήσει ένα αισθητικό σύνολο που βρίσκεται σε αρμονικό διάλογο με τον σηματοδοτημένο ιστορικά και μνημονικά χώρο. Αυτό το μνημείο συναντάμε στα «Πάθη των φθόγγων»: «Εδώ, λοιπόν, παρέμεινε το ράφι πεισματικά κενό – τι να διαβάσω»;

Στο επίκεντρο του Συνδρόμου Σταντάλ τίθεται η έννοια της τοπικότητας, η πολιτισμική συγκρότηση της τοπικότητας, οι σχέσεις δηλαδή των ανθρώπων με την πόλη οι οποίες παράγουν τη συλλογική και την ατομική μνήμη. Τα μνημεία αποτελούν ένα προνομιακό πεδίο μελέτης αυτών των σχέσεων που συγκροτούν την τοπικότητα. Η χωρικότητα απ’ την άλλη, ως αναλυτική κατηγορία στην ιστορική αφήγηση, εμφανίστηκε τη δεκαετία του 1960 δίνοντας νέες οπτικές στην ιστορική γραφή, όπως η διαλεκτική ανάμεσα στον χώρο και στον χρόνο. Σχετικά πρόσφατα, τη δεκαετία του ’80, εμφανίζεται δυναμικά το πεδίο της «μεταμοντέρνας γεωγραφίας» (postmodern geography), που ερχόμενη σε αντίθεση με τη μονήρη καρτεσιανή χαρτογραφική λογική των ακίνητων και παγιωμένων χώρων, συνδέει τη δημιουργία της ιστορίας με την κοινωνική παραγωγή του χώρου και την ανθρωπογεωγραφία. Η χωρικότητα είναι κοινωνικά παραγόμενη και οφείλει την ύπαρξή της σε ένα δίκτυο σχέσεων μεταξύ ατόμων και ομάδων. Ο χώρος νοηματοδοτείται μέσα από την επιτελεστικότητα, την εμπλοκή και τη δράση ατόμων και μνημονικών κοινοτήτων. Στο «Δοκίμιο περί δημόσιας τέχνης» το αναφέρει ρητά και ο Γιάννης: «Το θέμα εικαστικό, μα όχι μόνο, είναι και πώς βιώνουμε την πόλη».

Σε άλλο ποίημα, στον «Δικηγόρο του Διαβόλου», στο οποίο αναφέρεται στο πάρκο με σοβιετικά αγάλματα Memento στη Βουδαπέστη, παρομοιάζει το παρελθόν με παπαγάλο που «ζητά την εποχή να τον ταΐσει, προτού τη μιμηθεί και της μιλήσει». Θυμάμαι τα λόγια του Ζοζέ Σαραμάγκου, αγαπημένου συγγραφέα του Γιάννη, σε μια συνέντευξή του, ότι οι άνθρωποι νομίζουν πως αυτό που μετρά είναι η ημέρα που ζούμε σήμερα. Αυτό, τονίζει ο Πορτογάλος συγγραφέας, είναι τρομερά λάθος. Είμαστε πλασμένοι από το παρελθόν. Το προσωπικό και το συλλογικό παρελθόν. Γι’ αυτό δεν πρέπει να λησμονούμε τίποτα. Και ο καλύτερος τρόπος για να διαχειριστούμε τη μνήμη είναι η χρήση των λέξεων.

Η ποίηση είναι η πιο βαθιά έκφραση που υπάρχει, από τους πιο ασφαλείς δρόμους για να εισχωρήσει κανείς στα βάθη της ανθρώπινης ψυχής. Ίσως γι’ αυτό μας τρομάζει ή μας προκαλεί αμηχανία. Κανείς δεν είναι σαν έτοιμος από καιρό να φτάσει στα μύχια της ψυχής του ή της ψυχής των άλλων. Το Σύνδρομο Σταντάλ τα καταφέρνει. Σας προτρέπω, όσοι δεν το έχετε ήδη κάνει, να αναζητήσετε τις ιστορίες πίσω από κάθε ποίημα. Θα βρείτε στις σελίδες του συμπυκνωμένη την ιστορία αιώνων. Σκέφτομαι με τη σειρά μου πως όσο αφιλόξενη και να είναι η Αθήνα, πάντα θα μας ανήκει. «Κι ο τόπος σαν το μεγάλο πλατανόφυλλο που παρασέρνει ο χείμαρρος του ήλιου με τ' αρχαία μνημεία και τη σύγχρονη θλίψη», έγραφε ο Σεφέρης στον «Βασιλιά της Ασίνης», το κατεξοχήν τοπογραφικό ποίημα διαχρονικά. Ο Γιάννης μού ξαναθύμισε αυτόν τον στίχο και τον ευχαριστώ γι’ αυτό και για τόσα άλλα…

  

 

 

files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

 

  ΧΡΟΝΟΣ 09 (01.2014)