τα χρέη του δραγομάνου και οι κύκλοι της (μη) βιωσιμότητας

 

Αντώνης Χατζηκυριάκου

 

Τον Μάρτιο του 1804 εξαγριωμένα πλήθη συγκεντρώθηκαν έξω από το κονάκι του δραγομάνου Χατζηγιωργάκη Κορνέσιου στη Λευκωσία, διαμαρτυρόμενα για την έκτακτη φορολογία που επιβλήθηκε στους χριστιανούς και τους μουσουλμάνους του νησιού. Απευθυνόμενος στο πλήθος, και επικαλούμενος το κύρος της αυτοκρατορικής εξουσίας, ο Χατζηγιωργάκης είπε: «παλληκάρκα μου, λάμνετε στην δουλειάν σας, το σπίτιν μου εν βασιλικόν, βρίσκετε τον πελάν σας»1. Οι εξεγερμένοι λεηλάτησαν το κονάκι, και ο δραγομάνος διέφυγε στην Κωνσταντινούπολη. Η εξέγερση γενικεύτηκε, με αποτέλεσμα να κληθεί οθωμανικός στρατός από τη Συρία και την Ανατολία, ενώ το οικονομικό κόστος της καταστολής επιβαρύνθηκαν κατόπιν οι Κύπριοι.

Σε πρόσφατο κείμενό του με τίτλο «Οι οθωμανικές γενεαλογίες του κυπριακού “όχι”», ο Άκης Γαβριηλίδης μου έδωσε το έναυσμα να επικαιροποιήσω κάποιες σκέψεις σε σχέση με το φαινόμενο που αποκαλώ «οι κύκλοι της (μη) βιωσιμότητας» στην οθωμανική Κύπρο και να δω πώς μπορούν να συσχετιστούν με σύγχρονες εκφάνσεις κοινωνικών και οικονομικών κρίσεων. Ο παραλληλισμός ιστορικών γεγονότων με το παρόν εμπεριέχει πάντα ένα μεγάλο ρίσκο, αφού μεμονωμένα γεγονότα έξω από το πλαίσιό τους μπορεί αβασάνιστα να θεωρηθούν συγκρίσιμα. Σε σχέση με το προκείμενο, θα περιοριστώ σε γενικές παρατηρήσεις που αφορούν την παρούσα κρίση.

Στην οθωμανική Κύπρο, η έκτακτη φορολογία, σε συνάρτηση με το υπερκέρδος των φοροσυλλεκτών, ήταν σύνηθες φαινόμενο. Έτσι, ο καθοριστικός παράγοντας για την εξέγερση ήταν άλλος: δύο χρόνια πριν, ο δραγομάνος, μαζί με τους στενούς του συνεργάτες, εξήγαγε παράνομα ολόκληρη σχεδόν την ετήσια παραγωγή δημητριακών αξιοποιώντας τις υπερεξουσίες τις οποίες απολάμβανε. Με τη μεσολάβηση Μαλτέζων εμπόρων το φορτίο πουλήθηκε στην Ισπανία, όπου υπήρχε έλλειψη σιτηρών λόγω των Ναπολεόντειων Πολέμων. Αν μια τέτοια επιχειρηματική πράξη διασφάλισε τεράστια κέρδη, το αποτέλεσμα στην Κύπρο ήταν ο λιμός. Ο ολιγοπωλιακός χαρακτήρας της κυπριακής οικονομίας και η υπερσυγκέντρωση εξουσιών έκαναν δυνατή τη χειραγώγηση της αγοράς ενός βασικού αγαθού, αφού «υπερίσχυεν ο άρχων, δεν άκουε πλέον […] άλλου τινός συμβουλής»2.

Η μελέτη του κυπριακού 18ου αιώνα φανερώνει ένα μοτίβο σε σχέση με τις κοινωνικές και οικονομικές δυναμικές του νησιού, αλλά και τις μεθόδους αντίστασης στην τοπική και αυτοκρατορική εξουσία. Συγκεκριμένα, διακρίνω μικρούς και μεγάλους κύκλους οι οποίοι ολοκληρώνονται (και επανεκκινούν) στα χρονικά σημεία όπου το περιθώριο υπερκέρδους των τοπικών φορέων της οθωμανικής εξουσίας αυξάνεται δραματικά σε βάρος των φορολογουμένων. 

Η πόλωση της κατανομής του πλούτου προκαλεί πιέσεις στα φτωχότερα κοινωνικά στρώματα, καθιστώντας την αναπαραγωγή του εκάστοτε συστήματος πολιτικής και οικονομικής εξουσίας αδύνατη, ειδικότερα όταν τοπικοί αξιωματούχοι νιώθουν αρκετή αυτοπεποίθηση να εκμεταλλευθούν υπέρμετρα την εξουσία που τους ανατέθηκε. Η αντίσταση του πληθυσμού παίρνει δύο μορφές: είτε την ένοπλη εξέγερση στις πιο σοβαρές (αλλά μόνο δύο) περιπτώσεις, είτε την (πιο ήπια αλλά συχνότερη) μορφή αντίστασης της φυγής του πληθυσμού προς τα παράλια της Ανατολίας και της Συρίας. Και στις δύο περιπτώσεις σηματοδοτείται η υπέρβαση μιας αδιόρατης γραμμής που παραβιάζει τους άτυπους κανόνες μιας οικονομίας της ηθικής. Έτσι, η βιωσιμότητα ενός ολόκληρου πλέγματος εξουσίας, αλλά και των οικονομικών σχέσεων που αυτό προϋποθέτει, καταρρέει, προκαλώντας τη βραχυπρόθεσμη ή μεσοπρόθεσμη παρέμβαση του κράτους, το οποίο αναγκάζεται να αναδιοργανώσει τις δημοσιονομικές λειτουργίες των ντόπιων εντολοδόχων.

 

ΧΡΟΝΟΣ, τεύχος ΜΗΔΕΝ, σελ. 33 < προηγ. σελίδα     |     επόμ. σελίδα >