η αμηχανία της ελληνικής διασποράς

 

Οικονομική κρίση, μεταναστευτικός ριζοσπαστισμός
και ελληνοαμερικανική εθνοτική ταυτότητα

 

Δέσποινα Λαλάκη

 

«Νέο Κύμα Μεταναστών Συρρέει στην Αστόρια». Με αυτόν τον τίτλο η New York Daily News έκανε πρόσφατα ευρέως γνωστό ένα ζήτημα με το οποίο οι κάτοικοι της κοινότητας έχουν έρθει αντιμέτωποι εδώ και καιρό: η οικονομική κρίση στις χώρες της Μεσογείου και ειδικότερα στην Ελλάδα έχει πυροδοτήσει ένα νέο μεταναστευτικό κύμα προς την περιοχή του Κουήνς στη Νέα Υόρκη.1 H δημοσιογράφος Κριστίνα Μπογός –απόγονος και η ίδια Αρμένιων και Ελλήνων μεταναστών– μίλησε με νέους, πρόσφατα αφιχθέντες Έλληνες οι οποίοι αναζητούν εργασία στην Αστόρια, την κατεξοχήν ελληνική γειτονιά στις Η.Π.Α. μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Μίλησε όμως και με καταστηματάρχες οι οποίοι καθημερινά είτε δέχονται τηλεφωνήματα από την Ελλάδα είτε απαντούν προσωπικά σε όσους μπαίνουν στα καταστήματά τους ζητώντας εργασία. Σύμφωνα με τον «αστικό μύθο», τον οποίο το άρθρο φαίνεται να επιβεβαιώνει, οι πλέον πρόσφατοι Έλληνες μετανάστες είναι υψηλού μορφωτικού επιπέδου, συχνά με κάποια επιστημονική κατάρτιση. Ωστόσο αυτό που προκύπτει από την έρευνα της δημοσιογράφου είναι ότι οι νέοι αυτοί φέρουν τα σημάδια της κοινωνικής οπισθοδρόμησης που έχει προκαλέσει η οικονομική κρίση στην Ελλάδα. Καθώς είναι υποχρεωμένοι να εργαστούν ως σερβιτόροι, πωλητές και ως επί το πλείστον εκτός του χώρου της επαγγελματικής τους κατάρτισης, ο ερχομός τους στις Ηνωμένες Πολιτείες σηματοδοτεί και τη μετάβασή τους, προσωρινή ή όχι, από τη μεσαία στην εργατική τάξη.

Το άρθρο το οποίο ο Εθνικός Κήρυκας –η μοναδική ημερήσια ομογενειακή εφημερίδα στις Ηνωμένες Πολιτείες– αναδημοσίευσε ολόκληρο τόσο στην ελληνική όσο και στην αγγλική του έκδοση προκάλεσε μεγάλο ενδιαφέρον. Ωστόσο, αν διαβάσει κανείς προσεκτικά το σχόλιο του ίδιου του εκδότη Αντώνη Διαματάρη, το ίδιο άρθρο φαίνεται επίσης να ενόχλησε. Διότι για μία ακόμη φορά αμφισβητούσε την εικόνα της Ελλάδας που τόσο προσεκτικά έχει κατασκευάσει η διασπορά αλλά εξέθετε και την ίδια τη διασπορά, η οποία αντλεί από την εικόνα αυτή για τη διαμόρφωση της δικής της ταυτότητας. Η ανάγκη για την αποκατάσταση ή τουλάχιστον τη συγκάλυψη αυτής της ρήξης ανάμεσα στην πραγματικότητα και το φαντασιακό της διασποράς, η οποία σύμφωνα και με τον Α. Διαματάρη «έχει δημιουργήσει σοβαρό πρόβλημα ταυτότητας στις αμερικανογεννημένες γενιές»,2 αποτυπώνεται στο σχόλιό του: «Οι περισσότεροι ομογενείς χαιρόμαστε για τη δημιουργία ενός νέου κύματος μετανάστευσης. Και χαιρόμαστε γιατί θέλουμε τη ζεστασιά της παρουσίας άλλων Ελλήνων στις γειτονιές και τις πόλεις που ζούμε».3 

Η φτωχοποίηση την οποία έχει επιφέρει η πρόσφατη οικονομική κρίση στην ελληνική κοινωνία αποτελεί πηγή μεγάλης αμηχανίας για την ελληνοαμερικανική διασπορά, η οποία ήδη από τις αρχές του 20ού αιώνα κατέβαλε μεγάλες προσπάθειες να συμβιβάσει την εθνοτική της ταυτότητα με τις επιταγές του εξαμερικανισμού. Ενός εξαμερικανισμού στη βάση των θεμελιωδών αρχών της μεσαίας αστικής τάξης και του «λευκού» προτύπου, και σε αντιδιαστολή με την εργατική ταξική συνείδηση ή τα εργατικά κινήματα. Η ίδια αμηχανία έγινε ιδιαίτερα αισθητή κατά τη διάρκεια της συζήτησης που ακολούθησε την πρόσφατη προβολή του ντοκιμαντέρ Ταξισυνειδησία. Η άγνωστη ιστορία του ελληνικού ριζοσπαστισμού4 στο Σταθάκειο Πολιτιστικό Κέντρο στην Αστόρια. Σχόλια από το κοινό όπως «ο Έλληνας δεν είναι ποτέ κομμουνιστής» και «οι Έλληνες, είτε στην Ελλάδα είτε στη Νέα Υόρκη, δεν υπήρξαν ποτέ κομμουνιστές» έκαναν σαφές ότι η ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού που αφηγείται το ντοκιμαντέρ, από την εποχή της μαζικής μετανάστευσης στις Η.Π.Α. στις αρχές του 20ού αιώνα έως τα χρόνια του μακαρθισμού και της ενσωμάτωσης των μεταναστών στο «αμερικανικό όνειρο», αποτελεί πρόκληση. Πρόκληση για το επίσημο ιστορικό αφήγημα (τόσο της ελληνοαμερικανικής διασποράς όσο και της «μαμάς» πατρίδας) σύμφωνα με το οποίο το ιδεολόγημα του ελληνισμού είναι ασυμβίβαστο με την ιδεολογία του κομμουνισμού και της εργατικής ταξικής συνείδησης.

Ωστόσο, σύμφωνα με την αρχειακή έρευνα που πραγματοποίησε ο ιστορικός Κωστής Καρπόζηλος, πάνω στην οποία και βασίζεται το ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία του Κώστα Βάκκα, οι Έλληνες της Αμερικής όχι μόνο δεν απείχαν από τα εργατικά κινήματα και τη συνδικαλιστική δράση, ιδιαίτερα την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης του 1929, αλλά σε πολλές περιπτώσεις πρωτοστάτησαν συντασσόμενοι με το Κομμουνιστικό Κόμμα. Όπως υποδηλώνει ο όρος ταξισυνειδησία (working class consciousness) τον οποίο οι ίδιοι οι Ελληνοαμερικανοί επινόησαν και χρησιμοποιούσαν αναφερόμενοι στην εργατική ταξική συνείδηση, και όπως εξηγεί το ντοκιμαντέρ αναλυτικά, η ιστορία της κοινωνικής και πολιτιστικής ενσωμάτωσης των Ελλήνων στην αμερικανική κοινωνία είναι πιο περίπλοκη απ’ ό,τι υποστηρίζει η επίσημη ιστοριογραφία, και σίγουρα δεν ακολούθησε μόνο έναν ιδεολογικό δρόμο.

 

Οι «ξεχασμένοι άνθρωποι» ορμούν στο προσκήνιο της Ιστορίας

Στα πρώτα πλάνα του ντοκιμαντέρ και με αφορμή μια επιστολή του Πάνου Χαρισιάδη προς την εφημερίδα Δημοκρατική Φωνή, η «γενιά του Πολυτεχνείου» στη Νέα Υόρκη ανακαλύπτει την άγνωστη ιστορία μιας ολόκληρης γενιάς Ελλήνων ή Ελληνοαμερικανών που ριζοσπαστικοποιήθηκαν κατά την περίοδο της μεγάλης οικονομικής κρίσης της δεκαετίας του ’30. Λίγο παρακάτω ο Κωστής Καρπόζηλος συνοψίζει την έκπληξη ως εξής: «Έλληνες κομμουνιστές στην Αμερική; Αποκλείεται!».

Η ιδέα για την παραγωγή της ταινίας έχει τις ρίζες της σε αυτήν ακριβώς την έκπληξη και στη συνάντηση φίλων και συναγωνιστών της περιόδου του αντιδικτατορικού αγώνα στη Νέα Υόρκη, μεταξύ αυτών και η παραγωγός του ντοκιμαντέρ Φρόσω Τσούκα, με τον ιστορικό Κ. Καρπόζηλο του οποίου η έρευνα στρέφεται γύρω από θέματα της ελληνικής μετανάστευσης, την ιστορία των εργατικών κινημάτων στις Ηνωμένες Πολιτείες και τους κοινωνικοπολιτικούς μετασχηματισμούς κατά τη διάρκεια των χρόνων της Μεγάλης Ύφεσης.

Η αρχειακή συλλογή του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ηνωμένων Πολιτειών (Κ.Κ.Η.Π.Α.) στη βιβλιοθήκη του Κογκρέσου στην Ουάσινγκτον, το Ιστορικό Αρχείο του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών και τα αρχεία εφημερίδων όπως ο Εθνικός Κήρυκας, η Ατλαντίς, το Εμπρός, το Ελληνοαμερικανικό Βήμα, η Φωνή του Εργάτου ή το λογοτεχνικό περιοδικό Πρωτοπόρος της Ελληνικής Εργατικής Εκπαιδευτικής Ομοσπονδίας, αρχειακές συλλογές στελεχών της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς διαθέσιμες σε βιβλιοθήκες από το Σακραμέντο της Καλιφόρνιας μέχρι τη Νέα Υόρκη διέσωσαν την ιστορία της ταξισυνειδησίας και των ανθρώπων που την έζησαν. Η ταινία άλλωστε δεν ξεκινάει τυχαία με την επιστολή του Πάνου Χαρισιάδη, ενός από τους χιλιάδες Έλληνες μετανάστες που κατέφθασαν στο Έλλις Άιλαντ της Νέας Υόρκης το 1916. Η φωνή και οι προσωπικές ιστορίες των ανθρώπων που δέθηκαν με τους κοινωνικούς αγώνες και τα εργατικά κινήματα της Αμερικής αποτελούν τη ραχοκοκαλιά πάνω στην οποία είναι δομημένο το ντοκιμαντέρ. Όπως έγραφε άλλωστε και ο Έρικ Χόμπσμπωμ, που ανοίγει το βιβλίο του Η εποχή των αυτοκρατοριών περιγράφοντας τις συνθήκες κάτω από τις οποίες γνωρίστηκαν οι γονείς του, η προσωπική ζωή των ανθρώπων είναι εξαιρετικό υλικό όχι μόνο για τους λογοτέχνες αλλά και για τους ιστορικούς.

Η πορεία του Πάνου Χαρισιάδη, από την άφιξή του στην Αμερική το 1916, τη ριζοσπαστικοποίηση και οργάνωσή του στο Κομμουνιστικό Κόμμα Ηνωμένων Πολιτειών κατά τη δεκαετία του 1920, τον πρωταγωνιστικό του ρόλο στο ελληνικό γραφείο του Κ.Κ.Η.Π.Α. και την απέλασή του το 1952 λόγω των μακαρθικών διώξεων, συνοψίζει και οριοθετεί το ντοκιμαντέρ τόσο χρονικά όσο και θεματικά.5 Ωστόσο στο πρώτο μέρος της ταινίας θα δει κανείς αναφορές στην πρώιμη εργατική δράση και σε οργανώσεις όπως οι Βιομηχανικοί Εργάτες του Κόσμου (Industrial Workers of the World), σε αυθόρμητες εξεγέρσεις και στην ανάδειξη ηγετικών μορφών μέσα από τους κύκλους των πρώτων μεταναστών όπως ο Λούις Τίκας: ο Κρητικός που πρωτοστάτησε στην πολυεθνοτική απεργία στα ορυχεία του Κολοράντο το 1913, η οποία μετά τη βίαιη καταστολή της έμεινε γνωστή ως «Σφαγή του Λάντλοου» (Ludlow Massacre).

Μέχρι το 1910, το 80% των Ελλήνων μεταναστών στην Αμερική είναι εργάτες, «τμήματα της τεραστίας μηχανής, η οποία παράγει τα περίφημα ανά την υφήλιον Αμερικανικά δολάρια», όπως χαρακτηριστικά γράφει τότε η εφημερίδα Ατλαντίς, ενώ το ποσοστό αυτό δεν θα αλλάξει δραματικά παρά μόνο μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου. Μέχρι το 1917, όταν ο αέρας της επανάστασης φτάνει και στις Η.Π.Α., δεκάδες «γλωσσικές ομοσπονδίες» του Σοσιαλιστικού Κόμματος των Η.Π.Α. είχαν ήδη ιδρυθεί, ενώ την ίδια χρονιά κυκλοφορεί στο Σινσιννάτι η εφημερίδα Οργάνωσις, η πρώτη ελληνόγλωσση σοσιαλιστική εφημερίδα, όργανο του «ελληνικού τμήματος» του κόμματος. Την ίδια χρονιά ιδρύεται στη Νέα Υόρκη η Ελληνική Σοσιαλιστική Ένωση και σύντομα κυκλοφορεί και η Φωνή του Εργάτου, εγκαινιάζοντας, όπως μας πληροφορεί το ντοκιμαντέρ, μια μακρά παράδοση επαναστατικών εκδόσεων άμεσα συνδεδεμένων με τους οργανωτικούς μετασχηματισμούς της ελληνικής Αριστεράς.

Από τη διάσπαση του Σοσιαλιστικού Κόμματος το 1919 θα προκύψει το Κομμουνιστικό Κόμμα των Η.Π.Α. το οποίο γίνεται αντικείμενο της κρατικής καταστολής ως ιδεολογικά αντίθετο με τα αμερικανικά ιδεώδη, ενώ οι μετανάστες που συσπειρώνονται γύρω του στοχοποιούνται και σε πολλές περιπτώσεις απελαύνονται από τη χώρα. Κατά την περίοδο αυτή ωστόσο μια νέα διαδικασία εξαμερικανισμού τίθεται σε κίνηση, η οποία βασίζεται σε όρους ταξικούς και όχι εθνοτικούς. Ελληνοαμερικανικοί μορφωτικοί σύλλογοι και οργανώσεις θα πρωτοστατήσουν στη σχετική προσπάθεια με τη διοργάνωση διαλέξεων και πολιτιστικών εκδηλώσεων καθώς και την παραγωγή εκδόσεων και μεταφράσεων ισορροπώντας έτσι τον εθνοτισμό με τη νέα τους αμερικανική ταξική ταυτότητα. Ο Τζον Πούλος διηγείται πολύ χαρακτηριστικά την αποστροφή του πατέρα του για το ελληνικό αστικό σχολείο της εποχής, το οποίο εγκατέλειψε πηδώντας από το παράθυρο του κτιρίου, και τη σύγκρουσή του με τον παπά που τον είχε αποκαλέσει «διάβολο». Η νέα αυτή ταξισυνειδησία θα έρθει σύντομα σε ρήξη με το «αμερικανικό όνειρο», όπως αυτό ενσαρκωνόταν κατά την περίοδο της δεκαετίας του 1920 μέσα από την πρόσβαση σε νέα καταναλωτικά αγαθά και την κοινωνική κινητικότητα αλλά και μέσα από τον νέο κόσμο της επιχειρηματικότητας και της μαζικής κουλτούρας. Στο μεταξύ ελληνοαμερικανικοί οργανισμοί, όπως αυτός της Α.Χ.Ε.Π.Α. (American Hellenic Educational Progessive Association – A.H.E.P.A.), άμεσοι εκφραστές της ανάγκης αναγνώρισης ενός ελληνικού εθνοτισμού με όρους αμερικανικού αστισμού, θα ταχθούν ανοιχτά ενάντια στο Κ.Κ.Η.Π.Α. και σε κάθε μορφή ριζοσπαστικοποίησης.

 

Η ρήξη με το «αμερικανικό όνειρο»

Η κρίση του 1929 ωστόσο θα σημάνει την αρχή μιας νέας περιόδου εργατικών κινητοποιήσεων, ριζοσπαστικοποίησης και πρωτοφανούς για τα αμερικανικά δεδομένα συνδικαλιστικής οργάνωσης. Οι εικόνες εξέγερσης και οι αφηγήσεις ανθρώπων εξαθλιωμένων από την οικονομική κρίση αυτής της περιόδου είναι σκληρά αποκαλυπτικές: «Άνεργος όλον τον χειμώνα μόνον τέσσαρες εβδομάδες εργάσθηκα. Χρεωστώ άφθονα εδώ και εκεί, νοίκι έναν χρόνο πίσω. Τούτον τον μήνα Μάρτιον, ο ιδιοκτήτης με πετά έξω με εννέα παιδιά. Πού να πάγω; Πεντάρα δεν έχω. Ο μόνος τρόπος για μένα είναι ο δρόμος, και να είναι και απόκεντρος», γράφει αναγνώστης εφημερίδας. Οι δολοφονίες διαδηλωτών, μεταξύ των οποίων και Ελληνοαμερικανοί όπως ο Στηβ Κατόβης στη Νέα Υόρκη και ο Νικ Κοντουράκης στο Σαν Φρανσίσκο, θα σηματοδοτήσουν μια νέα εποχή ρήξεων και αμφισβήτησης όποιας εθνοτικής ενότητας σε εργασιακούς χώρους όπως αυτοί της «γουναρομαρκέτας», μιας απο τις κατεξοχήν ελληνικές βιομηχανίες της εποχής. Σε αυτό το σημείο οι στίχοι του «Which Side Are You On» –which side are you on boys? Which side are you on?– υπογραμμίζουν το κλίμα της περιόδου και την ένταση της σύγκρουσης.6 

«Οι ξεχασμένοι άνθρωποι», όπως εξηγεί ο Κ. Καρπόζηλος στο ντοκιμαντέρ, όρμησαν στο προσκήνιο της ιστορίας και διαδραμάτισαν καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση του οικονομικού, πολιτικού και οικονομικού σκηνικού της εποχής. Αν η επίσημη ιστοριογραφία της χώρας και της περιόδου έχει αναγνωρίσει ως βασικούς πρωταγωνιστές θεωρητικούς όπως ο Τζον Κέυνς ή ο πρόεδρος Φράνκλιν Ντ. Ρούσβελτ, η Ταξισυνειδησία ανασυγκροτεί την ιστορική μας μνήμη με βάση τους συλλογικούς αγώνες και τις συστηματικές προσπάθειες αυτών ακριβώς «των ξεχασμένων ανθρώπων», των εργατών, των συνδικαλιστών, των διαδηλωτών και των απεργών που επαναπροσδιόρισαν τους όρους της βιομηχανικής εργασίας, της δημοκρατίας αλλά και της αμερικανικής ταυτότητας πέρα από τους εθνοτικούς διαχωρισμούς, οι οποίοι συχνά χρησιμοποιούνταν από τους «φεουδάρχες» του κεφαλαίου για να υποδαυλίσουν αντιπαλότητες, φυλετικούς και εθνικούς ανταγωνισμούς.

Η δράση της αμερικανικής Αριστεράς στις Η.Π.Α., όπως καταγράφεται στην ταινία, θα ξεπεράσει και αυτά τα όρια της χώρας για να συναντηθεί με το ευρύτερο διεθνές αντιφασιστικό Λαϊκό Μέτωπο στον ισπανικό Εμφύλιο, ενώ η ελληνοαμερικανική Αριστερά θα συνεργαστεί και με ευρύτερα πολιτικά στρώματα δημοκρατικών και φιλελευθέρων, στις τάξεις της Ελληνικής Δημοκρατικής Ένωσης, ενάντια στην επιρροή της μεταξικής δικτατορίας στις ελληνικές κοινότητες. Η γενικότερη ρητορική του αντιφασιστικού αγώνα, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου πολέμου, θα ενσωματωθεί στην επίσημη ιστορική αφήγηση των αμερικανικών αγώνων για τη δημοκρατία, ενώ στα χαρακώματα του ισπανικού Εμφυλίου θα προστρέξουν κυρίως μέλη του Κ.Κ.Η.Π.Α. και των συνδικάτων μεταξύ των οποίων και εκατοντάδες Ελληνοαμερικανοί εθελοντές.

Ο Ψυχρός Πόλεμος και η περίοδος του μακαρθισμού έδωσαν οριστικό τέλος στις προσδοκίες που είχαν δημιουργήσει η συνεργασία των Η.Π.Α. με τη Σοβιετική Ένωση κατά τη διάρκεια του πολέμου. Η καταστολή του Εθνικού Απελευθερωτικού Μετώπου (Ε.Α.Μ.) στην Ελλάδα και οι μετέπειτα διώξεις των κομμουνιστών, οι δημόσιες μακαρθικές δίκες και οι απελάσεις που δίχασαν τρομοκρατώντας την αμερικανική κοινωνία, εξασφάλισαν και τη μελλοντική αποσιώπηση της ιστορίας που διηγείται η Ταξισυνειδησία.

 

Τι κάνει η ιστορία;

Ήταν σχεδόν αναμενόμενο το ότι η προβολή του ντοκιμαντέρ θα προκαλούσε αντιδράσεις, ιδιαίτερα από τη Χρυσή Αυγή που έχει κάνει την εμφάνισή της και στην ομογένεια. Συχνά τα μέλη της, πολιτικά νομιμοποιημένα μετά την είσοδο των εταίρων τους στο ελληνικό Κοινοβούλιο, κυκλοφορούν δημόσια επιδεικνύοντας προκλητικά τα διακριτικά του νεοναζιστικού τους μορφώματος. Στις 25 Μαΐου 2013, στο Σταθάκειο Πολιτιστικό Κέντρο κάθισαν υπό το βλέμμα των οργανωτών ανάμεσα στο κοινό και περίμεναν με υπομονή μέχρι το τέλος της προβολής προκειμένου να βιντεοσκοπήσουν την παρέμβασή τους και τα επεισόδια τα οποία θα πρόσφεραν τρανταχτές αποδείξεις για τον βίαιο χαρακτήρα της κομμουνιστικής ιδεολογίας και των εκφραστών της. Η ντουντούκα που προσπάθησαν να χρησιμοποιήσουν ήταν το σημείο αιχμής, όπως ακριβώς είχαν σχεδιάσει, αλλά και η αιτία για την άμεση απομάκρυνσή τους από την αίθουσα. 

Ποιο ακριβώς είναι ωστόσο το ενδιαφέρον της Χρυσής Αυγής για μια εκδήλωση ιστορικού ενδιαφέροντος και προς τι τόσο μένος για γεγονότα που αφορούν το παρελθόν; 

Η ιστορία που αφηγείται η Ταξισυνειδησία αποκαθηλώνει ή τουλάχιστον προκαλεί το επίσημο ιδεολόγημα πάνω στο οποίο βασίζεται η ελληνοαμερικανική εθνοτική ταυτότητα. Αποδομεί τους πολιτικούς μύθους που συγκροτούν την κυρίαρχη ιδεολογία της ταυτότητας αυτής. Η ιστορία της ελληνικής διασποράς στην Αμερική, όπως όλες άλλωστε οι εθνικές ή εθνοτικές ιστορίες, βασίζονται τόσο στη μνήμη όσο και στη λήθη.

Με όρους ψυχαναλυτικούς θα μπορούσαμε να πούμε ότι η ταξισυνειδησία –η ταξική συνείδηση δηλαδή, ως σημείο εθνοτικής αναφοράς– έχει καταρχήν αποσιωπηθεί ή έχει απωθηθεί από το συλλογικό ιστορικό συνειδητό καθώς αποτελεί τραύμα –ένα πολιτισμικό τραύμα σε αυτή την περίπτωση–, αποτέλεσμα μακράς σειράς αναπαραστάσεων και κοινωνικοσημασιακών ορισμών.7 Οι εργατικοί αγώνες, αλλά και η Αριστερά και ο κομμουνισμός ως ιδεολογικός τους εκφραστής, έχουν συστηματικά δομηθεί και εσωτερικευτεί ως κίνδυνος αποσταθεροποίησης για το αστικό έθνος, ιδιαίτερα στην περίπτωση των Η.Π.Α. Η απώθηση του τραύματος ωστόσο, η άρνησή του, σχεδόν εγγυάται και την επανεμφάνισή του όταν και εφόσον οι κοινωνικές δομές ή το συλλογικό φαντασιακό, στη συγκρότηση των οποίων έχει συμβάλει, δεχτούν προκλήσεις. Η επανεμφάνιση αυτή μπορεί να πάρει ακραίο χαρακτήρα και να εκδηλωθεί ως νευρωσικό ή ψυχωσικό σύμπτωμα ή να βρει έκφραση σε μια σειρά από αρνητικά συναισθήματα όπως αγωνία, φόβο, ταπείνωση ή ενοχή. Οι αντιδράσεις της Χρυσής Αυγής αλλά και η κατηγορηματική άρνηση της όποιας σύνδεσης του ελληνισμού με τον κομμουνισμό έχουν τέτοιον ακριβώς χαρακτήρα. 

Η Ταξισυνειδησία και το υπό έκδοση ομότιτλο βιβλίο του Κ. Καρπόζηλου από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης μάς φέρνει αντιμέτωπους με αυτό ακριβώς το τραύμα – χωρίς ωστόσο ο ίδιος να χρησιμοποιεί την έννοια του τραύματος ως αναλυτικό εργαλείο. Η πιο πρόσφατη ιστορική έρευνα έχει επισημάνει τις αποσιωπήσεις της επίσημης ιστορικής αφήγησης που αφορούν την εθνοτική ελληνοαμερικανική ταυτότητα, τις εσωτερικές ρήξεις, τις συγκρούσεις αλλά και τον ρόλο της αστικής ταξικής συνείδησης στη διαδικασία ενσωμάτωσης –τον εξαμερικανισμό των Ελλήνων μεταναστών–8 και την υπέρβαση της φυλετικής τους αμφισημίας.9 Ωστόσο ο Νίκος Κουρκουλιώτης και ο Mike Pappas που πολέμησαν ως εθελοντές με το αντιφασιστικό μέτωπο στον ισπανικό Εμφύλιο, οι αδελφοί Constantine και John Poulos –ο πρώτος, δημοσιογράφος με το Ε.Α.Μ., και ο δεύτερος, τροτσκιστής συγγραφέας και συνδικαλιστής–, ο Γιάννης Μπαχάρας και ο Κώστας Λέκκας –αγωνιστές της Ε.Π.Ο.Ν. και του Ε.Λ.Α.Σ. αντίστοιχα– που μετανάστευσαν στην Αμερική μεταπολεμικά για να γίνουν αντικείμενο έρευνας του F.B.I. μέχρι ο πρώτος να απελαθεί στην Πολωνία, όλοι αυτοί δεν είχαν απασχολήσει μέχρι τώρα την ιστορική έρευνα. 

Εν μέσω της οικονομικής κρίσης τα κινήματα του κοινωνικού ριζοσπαστισμού και οι ιστορίες των ανθρώπων που αφηγείται η Ταξισυνειδησία προσφέρουν πολλές ευκαιρίες για συγκρίσεις και αναζήτηση αναλογιών αν όχι προτάσεων και ιδεών για το μέλλον. Ωστόσο είναι άραγε αυτό η ιστορία: ένα συνταγολόγιο, ένας οδικός χάρτης με βάση τον οποίο μπορούμε να διαγράψουμε τη μελλοντική μας πορεία; Είναι αυτό που κάνει η ιστορία; Είναι η αναμέτρηση με παλιές ιδεολογικές βεβαιότητες μέσω της μελέτης και της καταγραφής άγνωστων πτυχών της ένας ακόμα τρόπος αναζήτησης εναλλακτικών δρόμων ή διαφορετικών μαθημάτων; Ή η ιστορία δεν κάνει τίποτα, όπως γράφει και ο Μαρξ10 και όπως μας θυμίζει ο Κ. Καρπόζηλος στην πρόσφατη κριτική του για το βιβλίο του Αντώνη Λιάκου Αποκάλυψη, ουτοπία και ιστορία: Οι μεταμορφώσεις της ιστορικής συνείδησης11παρά κυριαρχεί επί της φαντασίας μας και περιορίζει τη δυναμική της ουτοπικής σκέψης, όπως υποστηρίζει ο τελευταίος;

Η αναμέτρησή μας με την ιστορία, η συνεχής επανεξέταση και η αποδόμηση παλαιών ιστορικών βεβαιοτήτων παραπέμπει σε διαδικασίες ψυχανάλυσης, για να επανέλθω στη συζήτηση αναφορικά με το θέμα του συλλογικού πολιτιστικού τραύματος. Τόσο η ιστορική όσο και η ψυχαναλυτική εργασία βασίζονται σε αυτό που θα λέγαμε –χρησιμοποιώντας έναν πολύ δοκιμασμένο όρο– δημιουργική καταστροφή και είναι άρρηκτα συνδεδεμένες τόσο με την έννοια της σύγκρουσης και της συναισθηματικής αποσταθεροποίησης που αυτή συνεπάγεται όσο και με την έννοια του καινούριου, του μελλοντικού. Η ατομική όπως και η συλλογική ελευθερία περνάνε αναπόφευκτα μέσα ακριβώς από αυτές τις διαδικασίες ρήξης και αποκαθήλωσης – καθοριστικές για τη μεταβολή και τη διαμόρφωση τόσο των προσωπικών-ατομικών όσο και των συλλογικών-ιστορικών συνειδήσεων. Μόνο μέσα από τη διαλεκτική σχέση μας με την ιστορία μπορούμε να καταρρίψουμε τα είδωλα του παρελθόντος και να καταπιαστούμε με τις προκλήσεις που έχουμε μπροστά μας.

 

 files/chronosmag/themes/theme_one/faviconXronos.png

 

  ΧΡΟΝΟΣ 03 (07.2013)