αβραάμ παυλίδης

 

Ερείπια της νεωτερικότητας 

 

Το έργο του Αβραάμ Παυλίδη έγινε γνωστό για την εξερεύνηση εγκαταλειμμένων κυρίως εσωτερικών χώρων της ελληνικής ενδοχώρας. Η πιο πρόσφατη, ανέκδοτη, δουλειά του αφορά έρημα εργοστάσια, καθώς και εσωτερικά ενός πλήθους άλλων εγκαταστάσεων που συγκροτούν μια μαζική κοινωνία: σχολεία, στρατόπεδα, ψυχιατρεία, νοσοκομεία, αεροδρόμια. Ενώ παλιότερα ανίχνευε ιδιωτικά περιβάλλοντα φορτισμένα με προσωπικά αντικείμενα, τώρα επισκέπτεται χώρους μαζικής παραγωγής προϊόντων, και διάπλασης ίσως συμπεριφορών. Εμφανίζεται με συνέπεια αδιάφορος προς το κέλυφος, εστιάζοντας στη ζωή που διακόπηκε, κινούμενος με ενστικτώδη προσέγγιση στα σωθικά του κτιρίου, σε χώρους που έχουν μείνει έρμαιο στα χέρια των καιρών, ανιχνεύοντας πώς η αταξία παίρνει αργά το πάνω χέρι, δοκιμάζοντας την αντοχή και τη συνοχή των πραγμάτων. Οι χώροι μοιάζουν απρόσωποι, καθώς η λειτουργικότητα εδώ προηγείται της αισθητικής ή παράγει τη δική της αισθητική. Η θέα εμφανίζεται συχνά εκτεταμένη και η λήψη επιχειρεί να αναδείξει τη δομή χωρίς να θυσιάζει τη λεπτομέρεια. Κάποιες φορές αποποιείται τη μακρινή θέα και έρχεται εγγύτερα στην ιδέα μιας παράξενης, ακατάστατης νεκρής φύσης. Ενίοτε, ανακαλύπτει λεπτομέρειες στις οποίες ο χρόνος, η ύλη και το χρώμα σμίγουν απρόσμενα σε ένα αποτέλεσμα σχεδόν ανεικονικό. Ορισμένοι μάλιστα χώροι μοιάζει να έχουν αγγιχτεί από σύγχρονο καλλιτέχνη, σαν ιδιόμορφες ready-made εγκαταστάσεις.

Στη σημερινή Ελλάδα δυσκολεύεται κανείς να αποφύγει τον συσχετισμό αυτής της σειράς με μια εξαρθρωμένη αγορά, μια διαλυμένη παραγωγική βάση, μια παραλυμένη κοινωνία. Η αποβιομηχάνιση την οποία περιγράφει ο Παυλίδης όμως είχε ξεκινήσει αρκετά χρόνια πριν, ως σύμπτωμα μιας κρίσης που υπέβοσκε. Ξεκίνησε με τα ιδιωτικά ναυάγια κατοικιών και εργαστηρίων, τη συνακόλουθη ερήμωση της υπαίθρου και της παράδοσης. Τώρα γίνεται οξυδερκής παρατηρητής των ερειπίων που σωρεύει ο διαρκής ανταγωνισμός, η αυξανόμενη ταχύτητα, η υπόκωφη βία, μαγνητισμένος από το παιχνίδισμα ανάμεσα στο εμπρόθετο και το τυχαίο. Αν οι φωτογραφίες του επιτυγχάνουν είναι ίσως γιατί δεν ωραιοποιούν, ούτε δαιμονοποιούν, διευθετούν ευγενικά την «ωμότητα των πραγμάτων», όπως θα έλεγε ο Φράνσις Μπέηκον, καταγράφοντας ελεγειακά την ερήμωση του ίδιου του νεωτερικού πολιτισμού που γέννησε τη φωτογραφία.

Ηρακλής Παπαϊωάννου